- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Θεοδόσης Τάσιος: Ο κορυφαίος ακαδημαϊκός, πολιτικός μηχανικός και στοχαστής μιλάει στην ATHENS VOICE
«Μετά τον Πόλεμο είχαμε δύο εκατομμύρια αστέγους, μην κάνουμε λοιπόν ασυλλόγιστα τον εισαγγελέα σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο της ανοικοδόμησής μας»
Ο Θεοδόσης Τάσιος στοχάζεται πάνω στην ανοικοδόμηση της Ελλάδας, τη γλώσσα, την τεχνολογία, τη διαφθορά, την αρχαιοελληνική σκέψη και την Αθήνα που αγαπά
Φτάνοντας στο σπίτι του Θεοδόση Τάσιου, στην Παλαιά Πεντέλη, κοντά στο Αστεροσκοπείο, το βλέμμα μου πέφτει σε μια σειρά από πλακάκια κολλημένα στον φράχτη, δίπλα στην αυλόπορτα, με την επιγραφή «TACIOC». Από την αυλή του σπιτιού του μπορεί κανείς να δει όλη την Αθήνα, τον Πειραιά και, πέρα στον ορίζοντα, μέχρι και τη Σαλαμίνα να αχνοφαίνεται. Η θέα αυτή είναι το μόνο που σε κάνει να συνειδητοποιείς πως βρίσκεσαι ακόμα στην Αττική, καθώς η απόλυτη ησυχία και ο καθαρός αέρας παραπέμπουν σε κάποιο βουνό στην επαρχία. Το «ταξίδι» στην κορυφή του βουνού για να συναντήσεις αυτόν τον πολυμαθή άνθρωπο με τη φυσιογνωμία αγίου από κάποια βυζαντινή εικόνα παραπέμπει στον Μεσαίωνα, τότε που οι λόγιοι συγκεντρώνονταν στην Αυλή του Γεωργίου «Πλήθωνα» Γεμιστού για να συναντήσουν τον πεφωτισμένο δεσπότη. Ο Τάσιος κάθε άλλο παρά ασυγκίνητος μένει μπροστά σε τέτοιου είδους ιστορίες από το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας.
Ο Θεοδόσης Τάσιος έφυγε από τη γενέτειρά του, την Καστοριά, ολοκλήρωσε το οκτατάξιο γυμνάσιο στα Μέγαρα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1947. Τελειώνοντας τις σπουδές του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αναγορεύθηκε διδάκτοράς του και εξελέγη επιμελητής στην έδρα της Πειραματικής Αντοχής το 1958. Το 1964 εξελέγη έκτακτος μόνιμος καθηγητής Δομικής Μηχανικής και Στοιχείων Τεχνικών Έργων, σε αρκετά νεαρή ηλικία για τα δεδομένα της εποχής. Στην πολυετή καριέρα του, παράλληλα με την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία (είναι επίτιμος διδάκτορας επτά ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων), ο Τάσιος έχει συμμετάσχει στη μελέτη, κατασκευή και επίβλεψη πληθώρας δημόσιων έργων, όπως γέφυρες, φράγματα, σήραγγες, αρδευτικά έργα, θεμελιώσεις και άλλες εδαφοτεχνικές εργασίες. Σήμερα, στα 96 του χρόνια, συνεχίζει να αρθρογραφεί τακτικά και να γράφει βιβλία πάνω σε θέματα ιστορίας, παιδείας, γλωσσολογίας, φιλοσοφίας, αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας κ.ά. Ο Τάσιος μίλησε στην ATHENS VOICE για τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του, αλλά και για το πώς βλέπει την Ελλάδα και τον κόσμο σήμερα, με τη διεισδυτική ματιά του.
— Τον Δεκέμβριο του 2025, η Ακαδημία Αθηνών σάς τίμησε με το Χρυσό Μετάλλιο για το σύνολο του έργου σας και την προσφορά σας στον ακαδημαϊκό χώρο. Αν και πρόκειται για την ύψιστη τιμή από μέρους της Ακαδημίας, ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο λόγος που άργησαν τόσο να σας απονείμουν αυτό το βραβείο;
Τι θα πει άργησαν; Μερικές φορές υπάρχουν αυστηρές κριτικές για το ίδρυμα αυτό, οι οποίες είναι τελικά λανθασμένες, γιατί πρώτα απ’ όλα είναι ένας ανθρώπινος θεσμός. Δεν είναι ο Παράδεισος, οπότε δεν μπορεί να είναι τέλειος. Στην πραγματικότητα, η Ακαδημία Αθηνών έχει έναν τρόπο λειτουργίας με πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Είναι ένα ίδρυμα περισσότερο προσανατολισμένο προς τις επιστήμες και λιγότερο προς την τεχνολογία. Έχω υποστηρίξει στο παρελθόν, θεωρητικά και ουσιαστικά, ότι η διαφορά μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας είναι τεράστια. Άλλωστε η επιστήμη γεννήθηκε από την τεχνολογία στην Ιωνία, κι αυτό δεν το λέει μόνο ο Χάιντεγκερ.
Στην Ελλάδα δεν έχουμε Ακαδημία Τεχνικών Επιστημών. Άρα, από αυτή την άποψη, δεν θα είχα και θέση μέσα στην Ακαδημία. Ωστόσο, επειδή, εκτός από τη δουλειά της μηχανοτεχνίας, που είναι το ιδιαίτερο αντικείμενό μου, ασχολούμαι με μια ποικιλία επιστημών, θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να θεωρήσουν ότι δικαιούμουν μια θέση εκεί. Όμως εγώ έχω το ελάττωμα του μεγάλου εύρους, άρα και του μικρού βάθους. Επομένως, μάλλον ευλόγως δεν είχα θέση εκεί. Άλλωστε, όταν έγινε κάποτε και μια υποβολή υποψηφιότητάς μου από ακαδημαϊκούς, δεν την απεδέχθην. Όμως, νιώθω μεγάλη τιμή και για τα βραβεία που μου έχουν απονεμηθεί για βιβλία μου και φυσικά για το Χρυσό Μετάλλιο. Απ’ ό,τι λέγεται, συνεργάστηκαν και οι τρεις τάξεις της Ακαδημίας για την απονομή αυτή και τους είμαι ευγνώμων.
— Την εποχή που περάσατε πρώτος στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οι εισαγωγικές εξετάσεις ήταν πολύ πιο δύσκολες αλλά και το επίπεδο μόρφωσης όσων ολοκλήρωναν τις σπουδές τους πολύ υψηλότερο. Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια και πώς θα συγκρίνατε τη δική σας εμπειρία με τη σημερινή πραγματικότητα;
Πράγματι, ήταν πάρα πολύ σκληρές τότε οι εισαγωγικές εξετάσεις. Για την εισαγωγή στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών η αναλογία ήταν ένας προς δεκατρείς: Δεκατρείς έδιναν εξετάσεις, ένας πέρναγε. Νομίζω ότι η ανάγκη για την εθνική ανοικοδόμηση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ήταν εύλογη τότε η προτίμηση των παιδιών για την κατεύθυνση της μηχανοτεχνίας και ειδικότερα των πολιτικών μηχανικών. Ωστόσο, οι σπουδές στο Πολυτεχνείο εκείνη την εποχή δεν περιγράφονται σήμερα με μεγάλη ακρίβεια. Έχει μείνει μια κάπως «αγαθή» σχετική μυθολογία, η οποία κατ' αρχήν οφείλεται σε κάτι όντως θετικό: ότι ήταν εξαιρετικά μεγάλη η χρονική διάρκεια της εντός της σχολής απασχόλησης. Υπήρχαν 45 διδακτικές ώρες την εβδομάδα. Ξενυχτούσαμε τα βράδια μέχρι αργά μέσα στα σχεδιαστήρια. Υπήρχε βέβαια και φτώχεια. Δεν είχαμε σπίτια να μπορούμε να ζεσταινόμαστε και να μελετάμε, με φως και σχεδιαστήρια. Επομένως, το Πολυτεχνείο ήταν μια εστία για μόρφωση και συλλογική εργασία.
Από την άλλη μεριά, παρ’ όλο που ήταν ένα σπουδαίο πανεπιστήμιο, από μία άποψη, οι επιστημονικές του συνιστώσες δεν ήταν τόσο μεγάλες όσο είναι σήμερα. Ήταν όμως πολύ μεγαλύτερες οι τεχνολογικές του συνιστώσες. Σπουδαίοι μελετητές και δημόσιοι λειτουργοί, που είχαν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της χώρας, δίδασκαν στο Πολυτεχνείο, κάτι το οποίο είναι συνεπές, άλλωστε, και προς την ιστορία του ιδρύματος, που αναπτυσσόταν πάντοτε παράλληλα με την ανάπτυξη της χώρας. Όσον αφορά τη σύνδεση με το παρόν, θα έλεγα πως είναι μια αρμονική εξέλιξη προς την κατεύθυνση της αύξησης της επιστημονικής συνιστώσας στη μόρφωση των σπουδαστών και μάλλον μια μείωση της συνιστώσας των τεχνολογικών σπουδών, πράγμα το οποίο έχει τα καλά και τα κακά του.
— Το «ρουσφέτι» και το «μέσον» είναι δύο έννοιες που κατά τη Μεταπολίτευση «καθιερώθηκαν» και πέρασαν στην ψυχονοοτροπία του μέσου Έλληνα. Έχει αλλάξει αυτό σε σχέση με παλαιότερα;
Δεν έχω μια εμπειρική μελέτη για την εν χρόνω εξέλιξη αυτής της φρικτής εθνικής ασθενείας. Έχω, όμως, τη βεβαιότητα και την τραγική συνειδητοποίηση ότι είναι από τις πιο δυσάρεστες και δαπανηρές για όλους μας στρεβλώσεις του δημόσιου βίου, και νομίζω ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά από το παρελθόν. Στο παρελθόν, μάλιστα, θα έλεγα ότι η αντίληψη του ήθους ήταν ίσως οξύτερη απ’ ό,τι δίνει την εντύπωση ότι είναι σήμερα. Ωστόσο, επαναλαμβάνω ότι δεν έχω μια αντικειμενική αντίληψη περί του πώς εξελίχθηκε χρονικώς. Δυστυχώς, όμως, συνεχίζεται.
Αναφέρατε τους όρους «ρουσφέτι» και «μέσον». Στο βιβλίο μου «Δημόσια και ιδιωτικά έργα: Παθήματα και μαθήματα» (2006), έχω έναν κατάλογο με 25 άλλα συνώνυμα αυτής της φοβερής επιδημίας. Άλλωστε, μας έχουν πάρει χαμπάρι και οι ξένοι – και δεν αναφέρομαι μόνο στα τελευταία εθνικά σκάνδαλα, που μας έχουν διασύρει διεθνώς.
Στο βιβλίο μου χρησιμοποίησα μερικές καλά μελετημένες συνεντεύξεις με παράγοντες και νομίζω ότι είναι, ίσως, η μόνη εμπειρική μελέτη της έκτασης του φαινομένου και των μεθόδων με τις οποίες θα μπορούσε να ανατραπεί. Είχε, μάλιστα, επιτύχει τη σύμφωνη γνώμη όλων των εργολαβικών ενώσεων της Ελλάδας, σε μια πανηγυρική συνεδρίαση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Όλες υπέγραψαν ένα συμβόλαιο ότι πρόκειται να αποκηρύξουν την ως τότε ισχύουσα μέθοδο. Βεβαίως, επεσήμανα και την απουσία του συνδικαλιστικού οργάνου των δημοσίων υπαλλήλων, που τους είχα προσκαλέσει και αυτούς στο συνέδριο. Οι εργολάβοι (που όλοι τους κατηγορούμε και τους προσάπτουμε τα χειρότερα) είχαν τη διάθεση να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας και προσήλθαν. Ξέρετε, ένα φαινόμενο δεν γεννιέται από μόνο του επειδή είμαστε παλιόπαιδα. Γεννιέται γιατί υπάρχουν κι άλλες στρεβλώσεις που το προκαλούν. Όσοι, λοιπόν, πρόκειται να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο πρόβλημα καλό θα ήταν να μην κοιτάνε μόνο το σπυρί, αλλά και όλες τις υποκείμενες ασθένειες που το προκαλούν.
— Έχει λεχθεί πως η εικόνα της Αθήνας, όμορφη σε κάποια σημεία και άσχημη σε άλλα, είναι ένας καθρέφτης των ίδιων των Αθηναίων. Κατά τη γνώμη σας, η απουσία σαφούς σχεδίου πόλεως είναι απόρροια χρόνιας αδιαφορίας, πρόσκαιρων ατομικών συμφερόντων των εργολάβων ή, τελικά, έλλειψη βαθύτερων γνώσεων;
Εδώ υπάρχει μια ανακρίβεια που θα πρέπει, νομίζω, να διορθώσουμε: Τι σχέση έχουν με αυτό το πρόβλημα οι εργολάβοι; Οι εργολάβοι δουλειά θέλουν. Προκειμένου να μην κάνουμε εισαγωγή Ιταλών, Αλβανών και Βουλγάρων εργολάβων, όπως ήδη συμβαίνει, όταν η κοινωνία ζητάει ένα έργο, εκείνοι θα πρέπει να το αναλάβουν. Είναι μια εξαιρετικά δύσκολη και παραγωγική δουλειά (μια υπαίθρια και νομαδική βιομηχανία), που ας έρθουν να την κάνουν όσοι νομίζουν ότι μπορούν. Πώς μπορούν οι εργολάβοι να επηρεάσουν την έλλειψη υποδομών ή σχεδίων των πόλεων;
Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να δει κανείς την ιστορία του πράγματος: Μετά τον πόλεμο είχαμε δύο εκατομμύρια αστέγους και καθόμασταν επάνω σε μια πυριτιδαποθήκη που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκραγεί κοινωνικώς. Αυτό που λέγαν τότε, ότι οι άνθρωποι «έχουν μια μανία να συγκεντρώνονται στις πόλεις» ήταν μια σκέτη ανοησία. Τι θέλετε δηλαδή; Να πεθάνουν; Πώς αλλιώς θα επιβίωναν σε μια χώρα κατεστραμμένη από τρεις κατακτητές κι από έναν ηλίθιο Εμφύλιο Πόλεμο, ο οποίος μάλιστα συνεχιζόταν; Σε καμία άλλη χώρα δεν είχαν εμφύλιο για δέκα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (και γι’ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου υπερήφανοι). Επιμένω σ’ αυτό.
Εν πάση περιπτώσει, η Αθήνα τότε βρέθηκε σε αδιέξοδο. Απ’ τη μία μεριά είχαμε την τεράστια κοινωνική ανάγκη με τα δύο εκατομμύρια των αστέγων, ενώ τα απαιτούμενα τεράστια κεφάλαια δεν μπορούσαν να βρεθούν, παρά μόνον μέσω του θεσμού της «αντιπαροχής»: Επομένως, οποιαδήποτε σκέψη για ανασύσταση της πόλεως (νέας ρυμοτομίας, νέων έργων υποδομής) ήταν σχεδόν ανέφικτη. Όχι μόνον από έλλειψη χρόνου και κεφαλαίων, αλλά και διότι οι απαιτούμενες αντίστοιχες εκτεταμένες απαλλοτριώσεις θα ακύρωναν τον ίδιο τον κινητήριο θεσμό της αντιπαροχής! Μην κάνουμε, λοιπόν, ασυλλόγιστα τον εισαγγελέα ενάντια σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο της ανοικοδόμησής μας. Άλλωστε και σήμερα ακόμα, οποιαδήποτε απαλλοτρίωση κρατάει στα δικαστήρια πέντε χρόνια. Τότε, λοιπόν, αν γινόταν μια μάλλον εκτεταμένη απαλλοτρίωση σε όλη την Αθήνα μετά τον πόλεμο, προκειμένου να γίνουν οι σωστές ρυμοτομίες και τα σωστά υπόγεια έργα, φαντάζεστε τι θα γινόταν απ’ την αντίδραση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών;
Αυτές οι στοιχειώδεις αλήθειες, δυστυχώς, δεν έχουν ακουστεί επαρκώς. Για να μπορέσει να γίνει εξ υπαρχής σχεδιασμός για την ανάπτυξη μιας παλιάς πόλης, χρειάζονται εξειδικευμένες μελέτες, απαλλοτριώσεις, χρόνος και κεφάλαια. Λείπανε και τα τέσσερα. Τα μεν κεφάλαια ήταν ανύπαρκτα, οι δε απαλλοτριώσεις δεν έγιναν, απλούστατα επειδή δεν μπορούσαν να γίνουν, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι θα καθυστερούσε απαράδεκτα η ανοικοδόμηση και θα είχαμε μυριάδες ενστάσεις από ανθρώπους που δεν θα θέλανε να πειραχτεί η περιουσία τους.
Βέβαια, υπάρχει περιθώριο, ακόμα και σήμερα, να κινηθούμε προς τη σωστή κατεύθυνση; Υπάρχει, αλλά έχει ένα κόστος – όχι μόνο οικονομικό, αλλά και κοινωνικό. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή είναι λ.χ. προφανές ότι η Αθήνα χρειάζεται άλλη μια περιφερειακή λεωφόρο. Πώς όμως θα την αποκτήσει; Ότι την έχει απόλυτη ανάγκη το βλέπουμε από το γεγονός ότι «μπουκώνει» κάθε λίγο και λιγάκι. Δεν τολμάει, όμως, κανείς να ξεστομίσει καν την ανάγκη αυτή: Τόσο ανέφικτη είναι από πλευράς οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Γι’ αυτό, λέω ότι είναι εύκολο να διερωτώμεθα και να κατηγορούμε, αλλά δύσκολο να αναλύουμε και να βρίσκουμε τις αιτίες που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο. Τα παθήματα μαθήματα, όμως. Υπάρχει πάντα τρόπος για το καλύτερο, φτάνει να έχουμε συναίσθηση της εκάστοτε προτεραιότητας αξιών.
— Έχοντας ασχοληθεί από πολύ νωρίς στη μακρόχρονη καριέρα σας με δημόσια έργα, έχετε δουλέψει τόσο με Δήμους και Περιφέρειες, όσο και με κυβερνήσεις διαφορετικών παρατάξεων. Τι έχει αλλάξει με τα χρόνια στην ποιότητα των πολιτικών; Υπήρχαν ικανότεροι ηγέτες όσο πιο πίσω πηγαίνουμε χρονικά, ή αυτό μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά περίπτωση;
Νομίζω ότι ισχύει το δεύτερο. Αυτό, βέβαια, δεν συνδέεται με την εμπειρία μου ως μηχανικού. Δεν διακρίνω στην ιστορία της εξέλιξης της ποιότητας των πολιτικών ανδρών ή γυναικών μια κατεύθυνση βελτίωσης ή χειροτέρευσης. Απλώς, μπορεί κανείς να παρατηρήσει φαινόμενα μεμονωμένων ηγετών, σπουδαίων εκ των πραγμάτων, διαπιστώνοντας την αξία τους, όχι τόσο κατά τη διάρκεια, αλλά τουλάχιστον λίγο μετά το τέλος της θητείας τους. Κατ’ αρχήν, λοιπόν, δεν έχουμε ένα φαινόμενο μιας παράλληλης με τον χρόνο εξέλιξης. Ότι, βεβαίως, έχουν μειωθεί τα φαινόμενα του «κουτσαβακισμού» στις πολιτικές παρατάξεις θα τολμούσα να το πω, αν και με κάποιον δισταγμό. Ξέρετε, είναι μια αρκετά δύσκολη υπόθεση αυτή η «υψίστη των τεχνών», που είναι η πολιτική. Μάλιστα, η δυνατότητα συμμετοχής της δικής μου γενιάς στα πολιτικά πράγματα ακυρώθηκε από εκείνα τα δυσπερίγραπτα υποκείμενα, τους συνταγματάρχες. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο «τραύμα» στην ιστορία της χώρας, το οποίο δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.
Μιλάνε, βέβαια, σήμερα για τη «γενιά του Πολυτεχνείου» και λένε αυτές τις φοβερές ανακρίβειες εναντίον εκείνων των παιδιών, χωρίς ουσιώδη τεκμηρίωση, κανείς όμως δεν ασχολείται με τη γενιά των ώριμων ανθρώπων, που την εποχή της δικτατορίας κάναμε ό,τι κάναμε ή δεν κάναμε ό,τι δεν κάναμε, και οι οποίοι «καήκαμε» μέσα στην περίοδο της χούντας κι έπειτα δεν είχαμε τη δυνατότητα να συνεχίσουμε την πολιτική μας καριέρα. Εγώ, για παράδειγμα, που ήμουν βοηθός στη «σκιώδη κυβέρνηση» του Γεωργίου Παπανδρέου, υπηρετώντας τον υπεύθυνο Βιομηχανίας και Δημοσίων Έργων Ιωάννη Ζίγδη, «έσβησα» πολιτικά, όπως και άλλοι συνάδελφοί μου εκείνη την εποχή. Είναι, λοιπόν, δυσχερέστατο το επιτήδευμα του πολιτικού. Και γι’ αυτό έχουμε το φαινόμενο πάρα πολλοί σημαντικοί πολίτες (γυναίκες και άνδρες), να μη συμμετέχουν στην πολιτική, και πολλοί ασήμαντοι να συμμετέχουν. Και, από αυτή την άποψη, θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για όσους συμμετέχουν επιτυχώς, τιμίως και με ικανότητες. Ωστόσο, ας μην υποτιμούμε και την άλλη (συνεχώς υποτιμούμενη) αλήθεια ότι τους καλούς πολιτικούς τους αναδεικνύουν οι καλές κοινωνίες.
— Πολλά από τα καινοτόμα δημόσια έργα σας ομοιάζουν με αυτά που μας δίδαξαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Μάλιστα, το 1993 ιδρύσατε την Εταιρεία Διερεύνησης της Αρχαιοελληνικής και Βυζαντινής Τεχνολογίας, της οποίας υπήρξατε πρόεδρος για 30 χρόνια. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η λύση σε σύγχρονα προβλήματα μπορεί να βρεθεί μέσα από αρχαίες πηγές και πώς πήρατε την πρωτοβουλία να ιδρύσετε την συγκεκριμένη εταιρεία;
Δεν πιστεύω, κατ’ ανάγκη ότι θα βρούμε λύση στα σύγχρονα προβλήματα αναφερόμενοι στις αρχαίες καταστάσεις. Βεβαίως, η ιστορία διδάσκει, κι έτσι έχουμε την ευχάριστη υποχρέωση να μελετάμε τα αρχαία κείμενα, ιδίως μάλιστα, όταν εδώ και δεκαετίες ολόκληρες αναπαράγεται το απίστευτο ψεύδος ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν πολύ ικανοί στην τεχνολογία, ενώ τάχα οι Ρωμαίοι ήταν. Η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο: Οι Ρωμαίοι διδάχτηκαν από την αρχαία ελληνική τεχνολογία. Τα τεχνικά βιβλία τους είναι γεμάτα από παραπομπές στην ελληνική τεχνολογία. Ο Πλίνιος ο Νεότερος, που ήταν στη Μικρά Ασία, όταν ζήτησε από τον αυτοκράτορα μηχανικούς από τη Ρώμη, εκείνος του απάντησε: «Μα βρίσκεσαι στις ελληνικές πόλεις. Οι καλύτεροι μηχανικοί είναι οι Έλληνες!»
Με λίγα λόγια, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ήταν ανάγκη, και η Εταιρεία Διερεύνησης της Αρχαιοελληνικής και Βυζαντινής Τεχνολογίας συνέβαλε στη μεταβολή αυτής της ατμόσφαιρας. Υπήρχε, βέβαια, ήδη ένας αριθμός Ελλήνων και πολύ περισσότερων ξένων συγγραφέων γύρω από το θέμα. Το αντικείμενο έχει πλέον σχετικά φωτιστεί. Έχουμε τώρα στην Ελλάδα δύο μουσεία και μεγάλη βιβλιογραφία. Εμένα, λόγω μακροβιότητας, με αξίωσε ο Θεός, και άρχισε πλέον να εκδίδεται η σειρά των τόμων γύρω από την αρχαία ελληνική τεχνολογία που έχω συγγράψει, και ελπίζω να προλάβω να τους δω όλους τυπωμένους. Νομίζω ότι αυτό θα βοηθούσε τη νέα γενιά να αγαπήσει και τη σύγχρονη τεχνολογία λίγο περισσότερο, γιατί σε σύγκριση με την νεολαία άλλων χωρών, η ελληνική νεολαία νομίζω ότι δεν εκτιμά την τεχνολογία – και αυτό είναι εις βάρος και της οικονομικής εξέλιξής μας αλλά και της νοοτροπίας μας. Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας ήταν και είναι, λοιπόν, μια εθνικώς ωφέλιμη ενασχόληση για όλους μας.
— Εκτός από αρχαία και νέα ελληνικά, μιλάτε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και ισπανικά. Επίσης, έχετε ζήσει και διδάξει στο εξωτερικό, ως επισκέπτης καθηγητής σε μεταπτυχιακούς φοιτητές των Πανεπιστημίων της Βαγδάτης, της Σαγκάης και της Νανκίν και ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, ενώ δίνατε επί σειρά ετών διαλέξεις στο Διεθνές Κολέγιο Επιστημών των Κατασκευών των Παρισίων. Τι προσφέρει η εξοικείωση με μια ξένη γλώσσα, ειδικά όταν ζει κανείς στη χώρα όπου μιλιέται αυτή;
Η γλωσσομάθεια νομίζω ότι είναι άλλο ένα «τσιγκέλι» για να πιαστείς, για να αυξήσεις τις ευκαιρίες ευτυχίας σου. Η κατανόηση του διπλανού, έτσι κι αλλιώς, είναι το θεμέλιο του ήθους και σου δίνει μια υπαρξιακή χαρά. Η κατανόηση του διπλανού που βρίσκεται λίγο παραπέρα, δηλαδή του ξένου, είναι διπλή χαρά, και δεν επιτυγχάνεται μέσω μεταφράσεων και μεσαζόντων. Ξέρεις μια γλώσσα άμα επικοινωνήσεις απευθείας με τον λαό.
Στις γλώσσες που αναφέρατε δεν συμπεριλάβατε (και ορθώς) τα ρωσικά, τα οποία έχω ξεχάσει σήμερα εντελώς. Υπήρξε, όμως, μια εποχή που μπορούσα να βγω στην αγορά στη Μόσχα και να ψωνίσω ή να αγοράσω ένα εισιτήριο για τα Μπολσόι. Αυτού του είδους η επαφή, η δυνατότητα να διαβάσεις στο πρωτότυπο τη λογοτεχνία τους και η ευκαιρία να ζήσεις λίγο μέσα στην αγορά και να τους ακούσεις να μιλάνε, όλα αυτά είναι ευκαιρίες πρόσθετης προσωπικής ευτυχίας. Δεν είναι τίποτα το μεταφυσικό ή περίεργο.
Επίσης, κάποτε σου έδινε τη δυνατότητα να διαβάσεις την αντίστοιχη βιβλιογραφία. Μπορεί σήμερα όλη η βιβλιογραφία να είναι μεταφρασμένη στα αγγλικά, όμως κάποτε δεν ήταν έτσι. Κάποτε η καλύτερη βιβλιογραφία ήταν στα γερμανικά ή τα γαλλικά. Εγώ δε, που και έχω διδάξει και είμαι μέλος της Ακαδημίας του Τορίνο και αγαπώ τα ιταλικά, μέσω της ιταλικής γνώρισα και την εποχή της άνθησης του ελληνικού πνεύματος από το Λιβόρνο μέχρι τη Βενετία. Τέτοιες χαρές σού δίνει η γλωσσομάθεια. Άλλωστε, οι Έλληνες, ως κατ’ εξοχήν εμπορικός λαός, είχαν ανέκαθεν τη φήμη γλωσσομαθών.
— Τι συμβαίνει όταν οι Έλληνες επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε αγγλικές λέξεις και εκφράσεις, ξεχνώντας σιγά σιγά τις αντίστοιχες ελληνικές;
Αυτό είναι ένα ακαδημαϊκό ρεζιλίκι. Με εκνευρίζει πάρα πολύ! Σου λένε: «Να κάνω ένα editorial. Κάν’ το forward. Βάλ’ το στο printer να σ’ το τυπώσει». Είναι δυνατόν; Εάν επρόκειτο περί ειδικής ορολογίας σε ένα εξαιρετικά μοντέρνο αντικείμενο που μόνον τώρα μελετήθηκε και δεν διαθέτουμε αντίστοιχη ελληνική ορολογία, τότε δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε προσωρινώς έναν ξένο όρο. Αλλά ούτε το «editorial», ούτε το «printer», ούτε το «AI», που έχουν γεμίσει οι εφημερίδες και τα περιοδικά, σε καμία περίπτωση δεν είναι νέοι όροι για τους οποίους δεν υπάρχουν αντίστοιχοι στα ελληνικά. Θέλουν να χρησιμοποιήσουν ένα αρκτικόλεξο; Ας γράψουν «ΤΝ» από το «τεχνητή νοημοσύνη», αντί γι’ αυτό το επαρχιώτικο «AI». Τι είναι αυτή η έλλειψη στοιχειώδους αντίδρασης απέναντι στην ξένη εισβολή; Τετρακόσια χρόνια τούρκικης κατοχής δεν άφησαν τέτοιο αποτύπωμα! Τι είναι αυτό το όνειδος; Διερωτώμαι, και το έχω γράψει και στο βιβλίο μου «Πρακτικά ζητήματα της νεοελληνικής γλώσσας» (2022), μήπως πίσω από αυτή την ασθενή αντίσταση έναντι της ορμής των αγγλικών βρίσκεται ένα ηθικό πρόβλημα; Μια έλλειψη στιβαρότητας και αυτοπεποίθησης – ένας σουσουδισμός;
— Αν σας ζητούσα να μας πείτε έναν λόγο που αγαπάτε την Αθήνα, ποιος θα ήταν αυτός;
Μοιάζει λίγο ρομαντικός, αλλά είναι ακριβής. Μου αρέσει γιατί έχει το όνομα της Αθηνάς, αυτής της απίστευτης θεότητας, που είναι η ελληνικότερη του Δωδεκαθέου. Μια ζωντανή γυναίκα, παρθένος, αγωνίστρια, μηχανικός. Γιατί και ο Πλάτων ακόμα αναγνώριζε πως μηχανικός δεν ήταν μόνο ο Ήφαιστος, αλλά και η «σύντεχνος» Αθηνά. Με το σκεπάρνι στο χέρι, να φτιάχνει την Αργώ και τον Δούρειο Ίππο – ό,τι φανταστείτε! Κι ύστερα, πώς να ξεχάσεις τον απίστευτο Κλεισθένη – έναν αριστοκράτη επαναστάτη, που σχεδίασε μια περίπλοκη Δημοκρατία με κάθε λεπτομέρεια.
Εγώ, ένα επαρχιωτάκι, προσελκύστηκα από τη μαγεία που είχε η πρωτεύουσα, και ήρθα να δώσω εξετάσεις στη Μαθηματική Σχολή, έχοντας στο δεξί χέρι ένα καλαμάρι και μια πένα για να γράφω και στην αριστερή μασχάλη τον βαρύ Α΄ τόμο της Εγκυκλοπαίδειας του Ελευθερουδάκη, «Αθήναι», γιατί είχε μέσα έναν χάρτη της πόλης, που θα με βοηθούσε να βρω την οδό Ακαδημίας, όπου βρισκόταν το εξεταστικό κέντρο. Η πρώτη επαφή μου με την Αθήνα ήταν μαγική. Εν συνεχεία, μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα, ενώ συγκέντρωσε έναν δυσανάλογα μεγάλο πληθυσμό, τον προστάτεψε και του έδωσε φαΐ και δουλειά. Αυτά δεν υπογραμμίζονται επαρκώς. Κοιτάμε μόνο το κακό της αστυφιλίας, δεν κοιτάμε τα καλά που μας έφερε, σε έναν κατεστραμμένο, φτωχό λαό.
Τέλος, η Αττική έχει το δώρο να είναι προφυλαγμένη από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Όλα τα καιρικά συστήματα που έρχονται από δυσμάς ή από ανατολάς ξεθυμαίνουν στον δρόμο και φτάνουν σ’ εμάς με τη μικρότερη δυνατή ένταση. Επιπλέον έχει εξαιρετικό κλίμα, ειδικά για όσους έχουν την τύχη, σαν κι εμένα, να μη ζουν μέσα στο κέντρο των Αθηνών, αλλά στην Πεντέλη, απ’ όπου βλέπω την πόλη και την καμαρώνω – βλέπω τους λόφους της, τον Σαρωνικό, ακόμα και τη Σαλαμίνα και την Αίγινα, που ήσαν το αποκούμπι των αρχαίων Αθηνών τον καιρό του Ξέρξη.
Κι έχω άλλον έναν σημαντικό λόγο να νιώθω Αθηναίος: Διότι ετούτη είναι η πόλη της Αγίας Φιλοθέης, μεγάλη η χάρη της, της μοναδικής εκείνης γυναίκας, της Ρηγούλας του Μπενιζέλου, που έστησε την πρώτη οργανωμένη αντίσταση κατά των Οθωμανών, με τη μεθοδευμένη συλλογική μόρφωση – και μαρτύρησε στις 14 Φεβρουαρίου του 1589. Από το σύνολο αυτών των στοιχείων που παρουσίασα, πώς να μην αγαπήσεις μια τέτοια σπουδαία πόλη;