Πολιτισμος

Κωνσταντίνος Τζούμας: «Απολαμβάνω το αστικό, το λουξ, την πολυτέλεια…»

Ο πολυσχιδής άνθρωπος των τεχνών μίλησε για τη ζωή του στο βιβλίο «21 υπέροχοι Έλληνες μιλούν για την Αθήνα» (εκδ. Athens Voice Books).

Μάκης Προβατάς
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κωνσταντίνος Τζούμας: Διαβάστε όσα είχε πει για τη ζωή του στον Μάκη Προβατά και το βιβλίο «21 υπέροχοι Έλληνες μιλούν για την Αθήνα» (εκδ. Athens Voice Books).

«Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η παρέα μου μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι. Σε εκείνη την περιοχή σουλατσάραμε όλη μέρα. Συχνάζαμε σε ό,τι κατά τη γνώμη μας ήταν κομψό και κοσμοπολίτικο. Πηγαίναμε στο καφενείο του Καραντάση με την  φοβερή διακόσμηση και τις τοιχογραφίες δίπλα στο Ιταλικό Προξενείο. Παίζαμε πολύ μπιλιάρδο και κάναμε φλερτ στις γυναίκες των ναυτικών που έλειπαν και αυτές τίναζαν με τις ώρες τα κλινοσκεπάσματα στο μπαλκόνι, λες και είχαν πιάσει μούχλα. Αυτό συνέβαινε σε όλη την ακτογραμμή Πασαλιμάνι-Φρεατίδα-Χατζηκυριάκειο…»  

Ακούγεται λίγο σαν μιούζικαλ όλο αυτό…

Ακριβώς… Είχαμε ξεσηκώσει τις χορογραφίες από το «West Side Story» και την ελληνική μετάφραση των τραγουδιών, και κάναμε τους Αμερικάνους και τους Πορτορίκους. Τρελοί και παλαβοί με αυτήν την ταινία. Άλλος την είχε δει δώδεκα φορές, άλλος οκτώ, άλλος δεκατρείς… 

 

Υπήρχε κάποια κοπέλα που να «έπαιζε» τη Μαρία;

Όχι ως αυτό που συνέβαινε στην ταινία… Στο Πασαλιμάνι υπήρχαν η Πέγκυ, η Πένυ, η Ντιάνα, που ήταν ερωτεύσιμες από όλη την παρέα. Όμως τότε υπήρχε και η δυσκολία για προσέγγιση, διότι πώς έλεγες στην άλλη ότι «θέλω… και λοιπά και λοιπά». Από την άλλη, ναι μεν πήγαινες να πάρεις την Άσπα να πάτε σε ένα πάρτι, και οι γονείς της σε εμπιστεύονταν επειδή είσαι παιδί που τους εμπνέεις εμπιστοσύνη, αλλά σου βάζουν και ένα deadline: «Κατά τις δωδεκάμισι το αργότερο θα είστε πίσω». Σπάνια δωδεκάμισι ήμασταν πίσω, αλλά για κάποιο λόγο οι γονείς μου μού είχαν εμπιστοσύνη, περισσότερο από όσο οι ίδιες τις τύπισσες.

Όμως τότε, μας έκαναν εντύπωση κάτι φιγούρες που κατέβαιναν στο Πασαλιμάνι από την Αθήνα. Κομψοί και κομψές, νεαροί με πολύ ευέλικτους καρπούς, κινούσαν τα χέρια τους με άλλη χάρη. Έμεναν στο Κολωνάκι, στο Μετς, και εμάς μας άρεσαν αυτές οι παρέες. Υπήρχαν και κάποιοι ιστιοπλόοι, που κατέβαιναν με τον τότε διάδοχο, τον Κωνσταντίνο, και σύχναζαν στο μπαρ «Μύκονος», που ήταν επάνω σε μία στροφή, στη Φρεατίδα. Ωραίο μπαρ! Αργότερα έμελλε να είναι το στέκι των  χασισοχρηστών, διότι είχε και εξαιρετικές γεύσεις που συνοδεύουν υπέροχα τις γλώσσες και τους ουρανίσκους, όταν έχει προηγηθεί χασισοκατάνυξη. Και ήταν ωραίο αυτό που υπήρχε. Όχι πολύ αργότερα αρχίζουμε να ανεβαίνουμε στην Αθήνα. Πάρτι στην Πλατεία Βικτωρίας…

Είχε κάποιος από την παρέα αυτοκίνητο ή παίρνατε το λεωφορείο της γραμμής;

Το λεωφορείο. Όπου μέσα στα λεωφορεία, συνέβαιναν δρώμενα τρομερά! Δεν μπορείς να φανταστείς τι κάναμε. Το αγαπημένο μας ήταν ότι κρεμόμασταν από τις χειρολαβές και δήθεν ο ένας μαστίγωνε τον άλλον ηδυπαθώς. Όποιος μας έβλεπε θα σκεφτόταν ότι ήμασταν τρελοί, ο κόσμος, όμως, διασκέδαζε. Δεν βρέθηκε ούτε ένας να μας πει «άντε, ρε, από εδώ!». Το κρατούσαν μέσα τους; Ίσως επειδή ήμασταν χαριτωμένοι έλεγαν «άσε τα παιδιά να παίξουν;» Ποιος ξέρει…

Το πρώτο που σας έκανε εντύπωση όταν τερμάτιζε το λεωφορείο στην Αθήνα, ποιο ήταν;

Το πράσινο λεωφορείο έκανε τέρμα στη Φιλελλήνων. Εκεί ακριβώς μπροστά υπήρχε ένα κατάστημα υποδημάτων «Αφοί Θεοδοσιάδη». Μου έκανε εντύπωση γιατί τα κομψά παπούτσια και τα μποτίνια που είχε τα συναντούσες μόνο σε ταινίες του Βισκόντι. Μετά έμαθα ότι σε αυτό το υποδηματοποιείο είχαν το δικό τους καλαπόδι διασημότητες της εποχής που είχαν περάσει από την Αθήνα. Είτε πρέσβεις, είτε ανταποκριτές, και τους έφτιαχνε επί παραγγελία –με ένα τηλεφώνημα– παπούτσια».

Τι δεν σας άρεσε τότε στην Αθήνα;

Η Ομόνοια…. Δεν την πολυσυμπαθούσαμε, μας φαινόταν λίγο μπανάλ, λίγο λαϊκούρα. Τότε ακόμα δεν είχε κάνει τις δηλώσεις του ο Χατζιδάκις, ούτε κανένας από αυτούς τους μεγάλους, για την αξία του λαϊκού και του ρεμπέτικου στην ζωή μας. Εμείς ήμασταν αλλού, ροκ εντ ρολ, συμφωνικές ορχήστρες και τζαζ. Χρόνια αργότερα, με αφορμή την «Πορνογραφία», ο Μάνος Χατζηδάκις με είχε ρωτήσει: «Τη δική μας μουσική δεν την άκουγες καθόλου;». «Αν θέλεις μία απάντηση γενναία, τη μουσική σου τη θεωρούσαμε λυγμική και κοριτσίστικη» του απάντησα. Και τότε ο Μάνος μού είπε το εξαιρετικό: «το εκλαμβάνω ως κομπλιμάν».   

Σε όλες αυτές τις επιλογές σάς επηρέαζε και το πολιτικό κλίμα της εποχής;

Καθόλου. Ήμασταν απολιτίκ. Στην παρέα μου δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Θέλαμε να μοιάσουμε στους ωραίους τύπους του ευρωπαϊκού σινεμά.  

Ο Μεγάλος Γκάτσμπι θέλατε να γίνετε όλοι;

Όχι, γιατί αυτός ήταν αμερικάνικο κόλπο. Μιλάμε για γαλλικό, ιταλικό, εγγλέζικο σινεμά. Οι ήρωες ήταν εκεί. Ήταν ο Μορίς Ρονέ, ο Πιερ Κλεμεντί, ο Ντελόν. Ήταν στην ιταλική κωμωδία: ο Βιτόριο, ο Μαρτσέλο, ο Νίνο, ο Αλμπέρτο. Πολύ αργότερα, όταν πήγα στη Φλωρεντία, και έμεινα σε μία απλή πανσιόν για να αποφύγω τα ακριβά ξενοδοχεία, το λόμπι ήταν γεμάτο από φωτογραφίες Ιταλών ηθοποιών. Άρχισα να λέω τα ονόματά τους φωναχτά και ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν έμεινε άναυδος. «Πού τους ξέρετε όλους αυτούς;». Του είπα ότι είμαι κι εγώ ηθοποιός και έχω μεγαλώσει μαζί τους. «Όταν έκαναν περιοδείες αυτοί έμεναν εδώ και μας άφησαν από μία φωτογραφία τους».

Οι γονείς πού βρίσκονται σε όλα αυτά που κάνει ο έφηβος γιος τους;

Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν δεκαπέντε ετών. Όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στην Αθήνα και να αλλάζει η ζωή μου ήμουν περίπου δεκάξι και είχα οριστικά απογαλακτιστεί. Μέσα στην ατυχία μου, του χαμού της μητέρας μου, ήμουν τυχερός διότι πήρα τη ζωή στα χέρια μου.

Ήταν ψυχολογικά και πνευματικά ισχυρός ο θάνατος της μητέρας σας;

 Ήμουν δεμένος μαζί της γιατί εκτός των άλλων είχε καλό γούστο. Φρόντιζε τις φίλες της, τις έντυνε, κι εγώ φρόντιζα φυσικά να παίρνω «μάτι», όταν ντύνονταν και γδύνονταν. Ήταν ωραίο αυτό γιατί ήταν κοκέτες. Η κοκεταρία είναι ωραίο πράγμα. Και μάλιστα τότε υπήρχαν κάλτσες, ζαρτιέρες κτλ. Έπαιζα μπάλα, δήθεν αμέριμνος, στο χολ, και τσούλαγε κάτω από το τραπέζι. Και τότε είχα την πανοραμική θέα από τη μία μεριά, και από την άλλη η φωνή της μητέρας μου: «Μα τι κάνεις, παιδί μου, τόσες ώρες κάτω από το τραπέζι;». «Έχει μπερδευτεί εδώ η μπάλα, καλέ μαμά…»

Ο μπαμπάς πού βρισκόταν σε όλα αυτά;

Ο μπαμπάς ήταν πλούσιος άνθρωπος, και λίγο απόμακρος. Η αλκοολούχα αναπνοή του και τα σταυρωτά ριγέ κοστούμια του είναι αυτό που θυμάμαι κάθε φορά που ερχόταν σπίτι αργά τη νύχτα. Όποτε ερχόταν σπίτι, γιατί νομίζω ότι μερικές φορές ξενοκοιμόταν. Αυτά δεν τα αντιλαμβανόμασταν τότε φυσικά, μόνο  εκ των υστέρων. Κάθε φορά που ερχόταν, νομίζω ότι προέκυπτε και ένα παιδί. Οι δύο μου αδελφές και εγώ. Και ο πατέρας δεν υστερούσε, ήταν κομψός. Είχε μια κλωστοϋφαντουργία, είχε κτήματα, σπίτια.

Όταν πέθανε η μητέρα σας το χαρτζιλίκι από πού προερχόταν; 

Μερικές φορές κλέβαμε κανένα ψιλό από του μπαμπά την τσέπη. Καμιά φορά επίσης, πριν μπουν ακόμα οι συναγερμοί στα πολυκαταστήματα, ήταν πολύ εύκολο να κλέψουμε, και πιστεύαμε ότι «κάναμε ρωγμή στο σύστημα». Κάποια στιγμή χάθηκε η περιουσία, και ενώ στην αρχή η μητέρα μου διαχειρίστηκε πολύ ωραία ό,τι είχε απομείνει, μετά άρχισα να ζω από την καλοσύνη των ξένων. Όπου πήγαινα, όλα τα κορίτσια και τα αγόρια που συναντούσα ήταν πιο πλούσιοι από εμένα, οπότε εκ των πραγμάτων, από τη γενναιοδωρία τους και την ευγένειά τους, δεχόμουν συνέχεια δώρα. Με καλούσαν όχι μόνο στα πάρτι αλλά και στις διακοπές τους. Τότε αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και στην Αθήνα και μας άρεσε πάρα πολύ. Είχα μια φίλη, την Έφη, η οποία με έμαθε να καπνίζω, γιατί είχα λεπτά δάχτυλα και πίστευε ότι θα πήγαινε πολύ στο στιλ μου. Με αυτή συναντήσαμε για πρώτη φορά στη ζωή μας τον Άντονι Πέρκινς στο Σύνταγμα, μπροστά από το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη. Συνωστισμός για αυτόγραφο από κόσμο. Ήταν κομψός, λεπτός, ευγενής, κάθε άλλο παρά Αμερικάνος. Είχε έρθει για τα γυρίσματα της «Φαίδρας». 

Τότε τι είχες δει από ταινίες;

Είχα δει το «Dolce Vita» του Φελίνι, όπου είχα τρελαθεί. Είχε αλλάξει η ζωή μου. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Ήμουν δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών και είπα ότι αυτό είναι μεγάλη ταινία. Και μάλιστα, επειδή ήταν ακατάλληλο, έπεισα τον πατέρα μου ότι μας έχουν υποχρεώσει από το σχολείο να γράψουμε έκθεση με θέμα «οι ηθικές επιπτώσεις της ντόλτσε βίτα». Και μου λέει ο πατέρας μου «μα πώς είναι δυνατόν, αφού είναι ακατάλληλο να σας έχουν βάλει έκθεση;» Του είπα «τι να σου πω, να μην το δω;». Πήγαμε Κυριακή πρωί στο «Ολύμπιον». Σε όλες τις σέξι σκηνές εγώ έκανα ότι κοίταζα την οροφή, τα ντεκόρ, και ο πατέρας μου με την άκρη του ματιού του με παρατηρούσε… Θυμάμαι όταν βγήκαμε, περπατήσαμε προς το σπίτι για το μεσημεριανό κυριακάτικο φαγητό, και μου είπε “την έχω ζήσει αυτή τη ζωή. Δεν την προτείνω σε κανέναν”…»  

Αν το σκεφτείτε, και σε σχέση με την εποχή, ήταν καλή συμβουλή από πατέρα προς τον δεκαπεντάχρονο γιο του.

Φυσικά, και για ένα διάστημα την κράτησα ως κόρην οφθαλμού. Άλλη ταινία που είδαμε και αρχίσαμε να τη μιμούμαστε ήταν  το «Γυμνοί στον ήλιο», του Ρενέ Κλεμάν. Τα ρούχα, τα παπούτσια χωρίς σόλα, τα μονοκόμματα, ριγέ αφοδράριστα σακάκια πάνω από πουκάμισα, ένα παραλήρημα. Τρομερά ήθη. Αργότερα μάθαμε ότι στηριζόταν στο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ». Ανακάλυψα πολύ αργότερα την Πατρίσια Χάισμιθ και τη λατρεύω. Επίσης, το σινεμά τότε πρότεινε και την υπόλευκη καμπαρντίνα στο «The parallax view» του Γουόρεν Μπίτι, και μας έκανε τότε να ψάχνουμε στο Μοναστηράκι στα Αμερικάνικα, μήπως βρούμε καμπαρντίνα σε αυτό το στιλ.  

Σε αυτή την παρέα του Πειραιά ποιοι ήταν οι πιο κοντινοί σας φίλοι;

Από το Πασαλιμάνι, ο πιο κοντινός φίλος του περάσματος από τα δεκατρία στα περίπου είκοσι μου χρόνια, ήταν ο Γιώργος Μιχαλάκης, ηθοποιός, ζει τώρα στη Σύρο με την οικογένειά του. Αυτός με ξεπερνούσε σε τρέλες, ήταν ακόμη πιο ακραίος, είχε έναν τρόπο να κάνει πράγματα. Αλλά και ο Νίκος Γεωργιάδης, που ήταν η επιτομή του στιλ και φρόντιζε για το στιλ της παρέας. Επίσης ο Θωμάς Αντζουμπάτζης, που χάθηκε, ο οποίος ήθελε όταν μεγαλώσει να υιοθετηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε να υιοθετηθεί, να πάρει η ευχή, να πάρει…

Ποιο ήταν το καθημερινό πρόγραμμα μετά την εγκατάσταση στην Αθήνα;

Περνάγαμε οπωσδήποτε βόλτα καθημερινή από το «Ατενέ», όπου είχε γίνει η πρώτη ανδρική μπουτίκ του Πιερ Καρντέν. Μας άρεσε πάρα πολύ που δοκιμάζαμε όλα αυτά τα ωραία ρούχα, αλλά φυσικά δεν είχαμε χρήματα να τα αγοράσουμε. Συχνάζαμε στο «Ζόναρς», στου «Ορφανίδη», εκεί που είναι του «Καίσαρη» τώρα. Επίσης στο «Μπραζίλιαν», σημερινό «Κλεμέντε», στην πλατεία Συντάγματος η οποία τότε ήταν ενοποιημένη και γινόταν χαμός. Ακόμα απορώ πώς τα γκαρσόνια διασχίζανε τον δρόμο ανάμεσα στα αμάξια και τον δίσκο φορτωμένο. Δίπλα στου «Ζόναρς» υπήρχε μία μπουτίκ, «Μαρινό» λεγόταν, που την είχε ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας, φαινόταν έκφυλος, είχε μερικά έξτρα κιλά, αλλά ήταν πάρα πολύ κομψός. Ακουμπούσε με χάρη επάνω στα πανάκριβα τόπια υφάσματος, και νομίζω ότι βαθμολογούσε τους περαστικούς νεαρούς. Στου «Ζόναρς» υπήρχε ο Κωνσταντίνος Νικολούδης, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν πρίγκιπας. Φορούσε κάτι πανάκριβα μανικετόκουμπα, παπούτσια δίσολα τα οποία την εποχή εκείνη, ήταν, όχι απλά σημάδι αριστοκρατικότητας, ήταν το Μπάκιγχαμ  αυτοπροσώπως. Φορούσε σταυρωτά μπλέιζερ με χρυσά κουμπιά, με οικόσημα, φορούσε γραβάτες Ήτον, είχε ένα μουστάκι αλά Νταλί, και πάντα στο τραπέζι του φιλοξενούσε σημαντικούς εκπροσώπους του εγγλέζικου αδελφάτου. Λίγο μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο «Στορκ» στην Πλάκα, στην «Αθηναία» επί της Πανεπιστημίου, στην καλοκαιρινή «Αθηναία» στον Ιππόδρομο. Και φυσικά σε πάρτι στην πλατεία Βικτωρίας, στο Κολωνάκι, στο Παγκράτι, και στην πλατεία Μαβίλη.

© Kafka

Εκείνη την περίοδο το σπίτι διαμονής συνέχιζε να είναι στον Πειραιά ή είχατε μετακομίσει στην Αθήνα;

Έχω αρχίσει να ζω αδέσποτος, να φιλοξενούμαι δεξιά και αριστερά. Όπου πηγαίναμε για να περάσουμε τη νύχτα, εκεί κοιμόμουν. Στο σπίτι φίλου, φίλης, είτε ήταν ερωτικό είτε φιλικό δεν υπήρχε θέμα. Όποιος αποφάσιζε να περάσει τη βραδιά μαζί μας, μοιραζόταν και την υπόλοιπη νύχτα και έπρεπε να πάρουμε και πρωινό ξυπνώντας. Εκείνη την εποχή υπήρχε μία Όλγα στη ζωή μου, ζούσε στο Κολωνάκι, και ήταν πολύ φίνα, σαν πορσελάνη. Ακούγαμε μουσική και επειδή τότε ήμουν στη Ζουζού Νικολούδη, έκανα χοροθέατρο, την είχα πείσει ότι μερικά κομμάτια μουσικής πρέπει να τα ακούμε γυμνοί, έτσι η μουσική θα μπει μέσα μας, και εμείς θα μπούμε ο ένας μέσα στον άλλον. Ενέδιδε, ακολουθούσε, μου άρεσε αυτό το πράγμα, χωρίς πολλά-πολλά.

Αυτός ήταν ένας έρωτας δηλαδή;

Ερωτεύτηκα το στιλ της ζωής της, μου άρεσε να συχνάζω στο σπίτι της, κάπου στην Ξενοκράτους.

Μοιάζει σαν η ζωή ολόκληρη να ηταν στο μυαλό σας σαν μια ταινία…

Βλέπαμε και πολύ σινεμά τότε, και μάλιστα ταινίες που δεν πήγαιναν εισπρακτικά. Τη «Σιωπή» του Μπέργκμαν, ταινίες του Αντονιόνι, του Μπονιουέλ. Τρέχαμε στις κινηματογραφικές λέσχες. Θέλαμε να είμαστε ωραίοι τύποι, σαν τους ήρωες των ταινιών, δεν ενδιέφερε κανέναν από εμάς να γίνουμε χρήσιμοι στην κοινωνία, ή να κάνουμε καριέρα. Αυτή η παρέα η οποία απλώθηκε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού. Να φανταστείς ότι χρόνια αργότερα, όταν γύρισα από τη Νέα Υόρκη, μια φίλη μου είπε «θα σε πάω σε ένα καφέ-μπαρ-ρεστοράν στον Πειραιά, που δεν έχεις συναντήσει ούτε στην κεντρική Ευρώπη». Η φίλη μου αυτή μη γνωρίζοντας λεπτομέρειες για μένα, με πήγε στο «café Waichhart», του Τζίμη Γρηγοράτου. Ο αδελφός του, Διονύσης Γρηγοράτος, είναι ντοκιμαντερίστας και κάναμε μαζί το «Ο φάκελος Πολκ στον αέρα». Ο Τζίμης ήταν παιδικός φίλος, βγαίναμε και αλητεύαμε μαζί. Μιλάμε για κομψή αλητεία, φυσικά. Φτάσαμε λοιπόν έξω από μια κυπαρισσί, ξύλινη πόρτα, με υπέροχα μπρούτζινα χερούλια, και μέσα το μπαρ ήταν από ένα παλιό φαρμακείο της Βιέννης. Της λέω «εξαιρετικό μπαρ,  ακούω και εξαιρετική bebop jazz». Τότε ακούω μία φωνή: «Εμ, τι περίμενες, Κωνσταντίνε, να συναντήσεις;». Γυρίζω, ο Τζίμης! και συνέχισε «θυμάσαι μικροί που λέγαμε ότι θα συχνάζουμε σε κομψά μαγαζιά, με πολύ ωραίες τύπισσες, και εμείς ωραία ντυμένοι θα απολαμβάνουμε τη ζωή; Το έκανα για μας». Τρελάθηκα. Την εποχή εκείνη συνέπεσε να έχει κλείσει το «Ντόλτσε», και άρχισα να συχνάζω εκεί.

Τα βιβλία υπήρχαν κάπου στην ψυχαγωγία σας;

Διάβαζα ό,τι έβγαινε από τις εκδόσεις Γαλαξία. «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια» που έγινε ταινία με τον Μπράντο, και το «Η καρδιά κυνηγάει μονάχη». Γοητευόμουν με αυτά τα απίστευτα βιβλία. Σήμερα, από ό,τι έχω καταλάβει, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τους ανθρώπους είναι η Ιστορία και τα δυστοπικά βιβλία, τα οποία δεν με αφορούν. Η ζωή είναι τόσο άθλια, γι’ αυτό θέλω να διαβάζω κοσμοπολίτικα πράγματα και να παραμυθιάζομαι ότι μπορεί να υπάρχει και αυτή η ζωή, που έχουν διατηρήσει μερικές μητροπόλεις στο εξωτερικό και την έχει χάσει η Αθήνα. Απολαμβάνω το αστικό, το λουξ, την πολυτέλεια. Το Κέντρο της Αθήνας έχει γίνει μία κουρελού, ο καθένας γράφει ό,τι θέλει σε ανυπεράσπιστους τοίχους και αφισοκολλάει. Για να μας πληροφορήσετε για πιο πράγμα, δηλαδή;

Ο στρατός ήταν παιχνιδιάρης ή εκεί ήταν η πρώτη φορά που η ζωή δεν ήταν τόσο παιχνιδιάρα;

Πολύ παιχνιδιάρης. Δεν πήρα τίποτα στα σοβαρά στον στρατό. Μου έκαναν εντύπωση κάτι σκληρά αγόρια που ήξερα από το Πασαλιμάνι, να τα βλέπω να καταρρέουν στο διπλανό κρεβάτι, να κλαίνε. Κι εγώ ήμουν απρόσιτος, αποστασιοποιημένος, ψύχραιμος και έκανα ό,τι ήταν να γίνει να ξεμπερδεύω. Ήμουν γραφέας του Λόχου Στρατηγείου της 15ης Μεραρχίας, επιφορτισμένος με την ψυχαγωγία. Έκανα τον κονφερασιέ στη Λέσχη Αξιωματικών Καστοριάς. Ερωτεύτηκα και μία καταπληκτική τύπισσα που ήταν εκεί, την Αλίκη, η οποία θύμιζε την αμερικανίδα ηθοποιό Κάρολ Μπέικερ. Η οικογένειά της έφτιαχνε γούνες. Έφαγα και εξίμισι μήνες φυλακή. Μου βρήκαν ένα έλλειμμα στα βιβλία εσόδων - εξόδων και θεωρήθηκε ότι καταχράστηκα χρήμα του Δημοσίου κατ΄ εξακολούθηση. Αυτό που έκανα ήταν ότι μέχρι να έρθει η επιταγή από το σπίτι μου, έπαιρνα λεφτά από το ταμείο και όταν ερχόταν, τα έβαζα. Όμως με πέτυχαν στη φάση που είχα πάρει τα λεφτά, τα είχα ξοδέψει με την Αλίκη και δεν τα είχα βάλει. Τους το εξήγησα, αλλά αυτοί ήταν κάτι τυπολάτρεις πολύ αυστηροί και με έσυραν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, όπου έφαγα την κατώτερη των ποινών, έξι μήνες και δεκαπέντε ημέρες.

Η πρώτη φορά που έβγαλες  χρήματα, και  μπορούσες να υποστηρίξεις μόνος σου αυτή τη ζωή που ονειρεύεσαι, πότε ήταν;

Νομίζω ότι ήταν μετά το στρατιωτικό. Κατέβηκα στο Πασαλιμάνι, με διάθεση να κάνω κάτι ιδιαίτερο, και ανέλαβα ένα μουσικό γκρουπ, που έπαιζε τα κομμάτια των Animals. Τους έκλεισα την πρώτη δουλειά να παίξουν σε κοσμική ταβέρνα στην Πάτρα, τις Απόκριες. Πήγαμε με καταρρακτώδη βροχή, και ξαφνικά στην κοσμική ταβέρνα της Πάτρας ακούγονταν κομμάτια από το Λονδίνο της εποχής εκείνης. Εκεί βγήκαν τα πρώτα πενιχρά χρήματα. Αμέσως μετά, ο πατέρας μου επειδή ήταν φίλος του Λαπρόπουλου, φρόντισε και μπήκα στην «Κολούμπια», στην ξένη δισκογραφία. Υπεύθυνη ήταν μία Γεωργία, εξαιρετική, ήξερε τα πάντα. Ακούγαμε ξένους δίσκους και αποφασίζαμε ποιοι από αυτούς θα κυκλοφορήσουν στην ελληνική αγορά. Η Γεωργία έπαιρνε τις αποφάσεις, εγώ από δίπλα. Ένα μεσημέρι ήμουν στα γραφεία της Κολούμπια στην Ομόνοια, εκεί που είναι το Notos Gallery σήμερα, και βλέπω σε ένα εσωτερικό σκεπαστό πάτιο τους Beatles. Ξαφνικά, από εκεί που τους έβλεπα σε  φωτογραφίες στο Billboard, τους είδα έξω από το τζαμωτό. Ανταλλάξαμε κάτι χαριτωμενιές «hello, how are you» και τέτοια… 

Η ενέργεια που κουβαλούσε ο Λένον σού έγινε φανερή εκείνη την ημέρα;

Όχι, γιατί εγώ ήμουν με τους Rolling Stones.

Δουλεύοντας στην «Κολούμπια», το να φεύγεις στο εξωτερικό ήταν εύκολο.

Ναι, όμως είχα αρχίσει να βαριέμαι τα ωράρια της εργασίας. Γενικά ήμουν συνεπής, αλλά λίγο καθυστερούσα τα πρωινά, και έτσι αντί να πάω στο Λονδίνο για μετεκπαίδευση, πήγα και έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Ο φίλος μου, ο Γιώργος Μιχαλάκης, μου είπε να πάω. Εκείνος ήταν ήδη στο πρώτο έτος. Η σχολή ήταν δίπλα στο «Φλοράλ», εκεί ήταν μαζεμένες πολλές δραματικές σχολές.

Η πλατεία Εξαρχείων είχε δραματικές σχολές;

Πάρα πολλές. Του Βαφειάδη, του Μιχαηλίδη, του Κουν. Όταν δεν μας άρεσε ένα μάθημα, πηγαίναμε στο «Φλοράλ». Ήταν πολύ ωραία, υπήρχε μία κινητικότητα. Πηγαίναμε για πρόβες με διάφορες υπέροχες τύπισσες, και αυτό όλο κατέληγε σε κάτι ερωτικό. Θυμάμαι ότι τότε για πρώτη φορά μού εδωσαν να διαβάσω Μπέκετ, και μου τον είπαν ως συγγραφέα του παραλόγου. Και όταν τον διάβασα για να κάνω πρόβα, δεν έβρισκα κάτι παράλογο. Η γενιά μου είχε αρχίσει να μιλάει άλλη γλώσσα. Να ακούμε άλλες μουσικές, να τρώμε διαφορετικά. Συχνάζαμε στο «Μινουίτ», ένα ξενυχτάδικο στην πλατεία Κολωνακίου, μαζί και πολλοί δημοσιογράφοι, διάφοροι ξενύχτηδες, αλκοολικοί οι περισσότεροι. Εκεί πρωτοκατέβηκε τα σκαλιά η Εσθήρ Φράνκο και θαμπωθήκαμε όλοι. Με μία κάπα μαύρη, μακριά, του Yves Saint Laurent, εξαιρετική φυσιογνωμία, πολύ όμορφη. Εκεί σύχναζε και η Ρίτα Μπενσουσάν, φοβερή και τρομερή τύπισσα της νύχτας. Ήταν ωραία αυτά τα χρόνια, πραγματικά.   

© EUROKINISSI/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

Έχεις παντρευτεί ποτέ;

Μία φορά.

Ήταν από έρωτα ή το έκανες κατά Τζούμα;

Ήταν έρωτας. Ο έρωτας του Τζούμα.

Εσύ το πρότεινες;

Όχι, αυτή. Με την Ίζαμπελ είχαμε σχέση, πήγε στον δικηγόρο της και του είπε: «Ο Κωνσταντίνος πρέπει να ανανεώσει τη βίζα του, μόλις πέρασε το εξάμηνο που ίσχυε. Θέλει να πάει στον Καναδά και να επιστρέψει». «Και ποιο είναι το θέμα;» τη ρώτησε ο δικηγόρος. «Άν πάει στον Καναδά, μπορεί να μη ξαναγυρίσει».  «Τότε παντρέψου τον».

Η πρώτη νύχτα γάμου πώς ήταν;

Κάναμε πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Ντυμένοι στα λευκά, με κουμπάρους τον Γιώργο Χριστοδουλάκη, ανιψιό του Μινωτή, ο οποίος φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο τύπου γουέστερν, και την ετεροθαλή αδελφή της, Άλις, ένα go-go girl. Όταν βγήκαμε, πέσαμε επάνω σε μία διαδήλωση «keep hospitals clean». Χιλιάδες, κυρίως μαύροι και μαύρες, ντυμένοι στα λευκά. Και με το που μας βλέπουν εμάς στα λευκά, χαίρονται και αρχίζουν να μας φωνάζουν «να ζήσετε». Το γαμήλιο πάρτι έγινε σε ένα κτίριο καλλιτεχνών σε ένα διαμέρισμα που το είχε ένας Κουβανός ηθοποιός, ο Λούι Άβαλος. Στην μπουτίκ της γυναίκας μου, όταν άκουσε ότι ψάχναμε χώρο για το πάρτι, μας είπε να πάμε σπίτι του. Στην ταράτσα του κτιρίου είχε ο Merce Cunningham το στούντιό του. Ο Άβαλος, στην κρεβατοκάμαρά του, στο κομοδίνο δίπλα, είχε ομοιώματα από διάφορα πέη φτιαγμένα από αλουμινόχαρτα, οπότε άρχισε να μας κάνει μία ξενάγηση στην international πεογραφία του κομοδίνου του. Στο πάρτι τα είχε εξαφανίσει. Το πάρτι ήταν πολύ ωραίο, beautiful people, πελάτες της Ίζαμπελ από την μπουτίκ, πλούσιες και διάσημες. Και ξαφνικά, έρχεται μία κοπέλα και μου λέει: «Η τουαλέτα είναι κλειδωμένη, είναι κάποιος μέσα και δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε». Χτυπάω την πόρτα, και ακούω μία φωνή «μη μας το χαλάτε, ρε παιδιά, έχουμε δύο χρόνια να κάνουμε σεξ». Από τη μία ο κόσμος που πρέπει να πάει στην τουαλέτα, από την άλλη πώς να του το χαλάσω αυτού του καημένου; Βγαίνω, και χτυπάω τη διπλανή πόρτα του ορόφου. Ανοίγει και βγαίνει μία κούκλα με ένα κιμονό, γυμνή από μέσα. «Παρακαλώ», μου λέει. «Κάνουμε ένα γαμήλιο πάρτι μέσα και…». «Παντρεύεται ο Λούις Άβαλος; Θα τρελαθώ!». «Όχι, εγώ παντρεύομαι». «Εσύ με τον Λούις Άβαλος;». «Όχι, μας το παραχώρησε, αλλά υπάρχει ένα θέμα, δεν έχουμε τουαλέτα. Θα σε πείραζε να χρησιμοποιήσουμε τη δική σου; Και σε αντάλλαγμα, έλα στο πάρτι!». «Περιμένω μία φίλη. Όταν έρθει, θα την πάρω και θα έρθουμε στο πάρτι. Έχω ετοιμάσει και ένα χασίς-κέικ, το οποίο θα σας το φέρω δώρο». Αρχίζουμε να λέμε σε όλους ότι όποιος θέλει τουαλέτα μπορεί να πάει δίπλα, και, κάποια στιγμή, έρχονται και αυτές οι δύο. Κούκλες, ντυμένες πολύ ωραία, και με το που ακουμπάνε το κέικ επάνω στο τραπέζι, γίνεται ανάρπαστο, δεν πρόλαβα να πάρω ούτε ένα κομμάτι. Μέσα στο κέικ, το χασίς έχει το «προσόν» να διαλύεται αργά, και αισθάνεσαι σαν μια όμορφη έκρηξη μέσα σου. Όταν γυρίσαμε σπίτι με την Ίζαμπελ αρχίσαμε να ξετυλίγουμε τα διάφορα δώρα, και μας πήρε ό ύπνος, θυμάμαι, με όλα αυτά πάνω στο κρεβάτι. Κάναμε έναν γλυκό, παιδικό, εξαιρετικό ύπνο…»

Το διαζύγιο, κατά Τζούμα, δεν μπορώ να το φανταστώ να μην είναι βελούδινο.

Εντελώς βελούδινο. Η εκπαραθύρωση πρέπει να γίνεται βελούδινα, να μην πονέσει κανείς. Έχω ασκηθεί σε αυτό. Το έχουν και το λένε όλοι. «Μα δεν πονάς;». «Τι σε νοιάζει αν πονάω εγώ; Πάντως δεν θα σε κάνω να πονέσεις κι εσύ». Όπως μου είπε μία μικρή σε ένα ξενοδοχείο στη Στοκχόλμη: «Επειδή έχασες τη μητέρα σου όταν ήσουν δεκαπέντε χρονών, ίσως να μη θέλεις να ξαναζήσεις καμία απώλεια». Το παίρνω κι έτσι.