Visual Browsing

Η υποκρισία της εξωτερικής πολιτικής

Η υποκρισία της εξωτερικής πολιτικής
© EUROKINISSI
Η κυβέρνηση επενδύει σε διπλωματικές πρωτοβουλίες και παράλληλα αναγνωρίζει ότι είναι αναγκαίο να μείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι του διαλόγου
  • A-
  • A+
0
Ο Παντελής Καψής σχολιάζει τη στάση της κυβέρνησης και της εξωτερικής πολιτικής απέναντι στις γεωτρήσεις που απειλεί να πραγματοποιήσει η Τουρκία.

Αποτελεί ένα από τα δόγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Όπως συχνά συμβαίνει, όμως είναι απολύτως ανακριβές. Ο λόγος για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, η οποία υποτίθεται  ότι είναι η μόνη διαφορά με την Τουρκία την οποία αναγνωρίζει η Ελλάδα. Αυτό, το ότι είναι ανακριβές δηλαδή, το γνωρίζουν όλοι όσοι ασχολούνται με τα θέματα αυτά. Ελάχιστοι όμως έχουν το ηθικό σθένος να το αναγνωρίσουν δημόσια. Αντιθέτως οι περισσότεροι βολεύονται να το χρησιμοποιούν είτε για να κατοχυρώσουν πατριωτικά εύσημα είτε για να κατακεραυνώσουν όσους θέλουν να αντιμετωπίσουν ορθολογικά μια αντιπαράθεση η οποία, για μια ακόμα φορά, κινδυνεύει να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο. Όταν μάλιστα στη συμφωνία του Ελσίνκι υπήρξε για πρώτη φορά ρητή αναφορά σε ελληνοτουρκικές «διαφορές», όχι απλώς «διαφορά», ξεσηκώθηκαν οι γνωστοί κύκλοι μιλώντας για μειοδοσία.

Δεν χρειάζεται βέβαια να είναι κάποιος ειδικός για να καταλάβει πόσο εξωπραγματική είναι αυτή η θέση. Αρκεί η απλή λογική. Ας δεχθούμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει συμφωνία να πάει το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο. Η πρώτη ερώτηση που θα τεθεί είναι με ποια θαλάσσια σύνορα θα γίνει ο υπολογισμός. Με τα σημερινά δεδομένα, με χωρικά ύδατα στα 6 μίλια, η ανοικτή θάλασσα αποτελεί το 56% του Αιγαίου. Αν όμως επεκταθούν στα 12 μίλια τότε μένει μόλις το 26%. Με άλλα λόγια, ουσιαστικά το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας παύει να υφίσταται. Ο προσδιορισμός των χωρικών υδάτων και η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Δεν είναι τυχαίο ότι η  ελληνική κυβέρνηση, παρότι επισήμως δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων, έχει διαμηνύσει, ήδη από την εποχή της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι δεν προτίθεται να το κάνει, όπως δεν το έχει κάνει καμία κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια. Αν όμως οδηγηθούμε σε μια συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα, τότε εξ ορισμού θα έχουμε λύσει και το ζήτημα των χωρικών υδάτων.  Το δόγμα της κυβέρνησης του νεότερου Καραμανλή με άλλα λόγια, ότι δηλαδή δεν συμφωνούμε σε μια συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών θεμάτων, ήταν εξ αρχής ένα πρόσχημα αδράνειας με δήθεν πατριωτικό μανδύα.

Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι αν λυθούν τα δύο αυτά κορυφαία θέματα, χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα, τότε όλα τα υπόλοιπα θα έχουν σχετικά περιορισμένη σημασία. Το ζήτημα του εναέριου χώρου για παράδειγμα θα είναι χωρίς σοβαρό πρακτικό αντίκρισμα. Ακόμα και η προκλητική θεωρία της Άγκυρας για τις γκρίζες ζώνες και τις βραχονησίδες, ήταν εξ αρχής ένα διαπραγματευτικό χαρτί για την υφαλοκρηπίδα. Έτσι μια συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα θα διευκολύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό μια συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Φυσικά θα παραμείνει ανοικτό το ζήτημα της Κύπρου, όπου και πάλι όμως είναι ανάγκη να δούμε με ειλικρίνεια τι επιδιώκουμε και με ποια στρατηγική. Όταν η κυπριακή ηγεσία σε απόλυτη σύμπνοια με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, απέρριπτε το τελευταίο σχέδιο για λύση, θα έπρεπε ασφαλώς να περιμένει όσα ακολούθησαν.

Σήμερα βέβαια η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου πρόκληση. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι τα νησιά, ακόμα και η Κρήτη, δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, αγνοώντας κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου. Το ερώτημα όμως του πώς θα απαντήσουμε παραμένει ανοικτό. Όχι το τι θα κάνουμε αν αμφισβητηθούν στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, αυτό πρέπει να είναι σαφές. Αλλά το αν υπάρχει τρόπος αποκλιμάκωσης πριν φτάσουμε στο μη παρέκει. Για την ώρα η κυβέρνηση επενδύει σε διπλωματικές πρωτοβουλίες, οι οποίες πιστεύει ότι θα αποτρέψουν την Τουρκία από το να προχωρήσει στην υλοποίηση των απειλών της. Μπορεί. Άλλωστε ένα θερμό επεισόδιο θα έχει μεγάλο κόστος και για τις δύο πλευρές. Την ίδια στιγμή όμως αναγνωρίζει, όπως αναγνωρίζουν όλοι,  ότι είναι αναγκαίο να μείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι του διαλόγου. Διάλογος σε ποια βάση όμως; Είμαστε αποφασισμένοι να ακολουθήσουμε στα σοβαρά αυτό τον δρόμο, να αναβιώσουμε την διαδικασία προσφυγής στη Χάγη; Στα λόγια και η Τουρκία, ακόμα και σχετικά πρόσφατα,  δεν έχει αποκλείσει αυτή την προοπτική με τον όρο μιας συνολικής διευθέτησης. Είμαστε λοιπόν διατεθειμένοι να την στριμώξουμε σε έναν δρόμο που της στερεί το όπλο του τσαμπουκά; Μπορεί να είναι ήδη αργά. Μπορεί να έχει πετάξει το πουλί. Δεν είναι σαφές ωστόσο ότι και η ελληνική πλευρά το εννοεί. Ότι δεν είναι κολλημένη, κυβέρνηση και αντιπολίτευση,  σε μια ρητορική περί δικαίου για εγχώρια κατανάλωση. Η εμμονή στο ότι το μόνο θέμα για παραπομπή σε διαιτησία είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αυτό δείχνει.  Εκτός και αν πράγματι θεωρούμε προτιμότερο «να ανοίξει η πόρτα του φρενοκομείου».

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5