- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Half Man: Ο Ρίτσαρντ Γκαντ μας ξεβολεύει ξανά
Το follow – up του Σκωτσέζου δημιουργού μετά τη μεγάλη επιτυχία «Baby Reindeer» σε κάνει να στριφογυρνάς
Το Half Man του Ρίτσαρντ Γκαντ μετά το Baby Reindeer, εξερευνά την τοξική αρρενωπότητα, την επιθυμία και τη βία σε μια οδυνηρή ανδρική σχέση.
Σύμφωνα με ένα διόλου ευκαταφρόνητα διαδεδομένο στερεότυπο το γένος της τηλεόρασης έχει φτιαχτεί για τα «εύκολα», για να διασκεδάζει, να χαλαρώνει κι όταν ψυχαγωγεί να το κάνει με σχετικά ήπιους, «ασφαλείς» τρόπους. Ο εργαζόμενος που επιστρέφει από τη δουλειά στο σπίτι και ανοίγει την τηλεόραση για να βουλιάξει στο comfort της εκτός από τον καναπέ του αποτέλεσε για δεκαετίες ένα κραταιό στερεότυπο θεατή το οποίο οι εταιρείες παραγωγής δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να ξεβολέψουν – με λίγες εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καλή τηλεόραση, τουναντίον, ωστόσο δύσκολα θα έβρισκες μια σχολή τηλεοπτικών δημιουργών ή ένα στοιχειοθετημένο τηλεοπτικό υπο-είδος που να αδιαφορούν για την άνεση με την οποία αναμένει ο μέσος τηλεθεατής να απολαύσει τη μικρή του οθόνη.
H λαίλαπα του streaming έφερε μαζί με μια υπερ-επένδυση σε αυτόν ακριβώς τον πατροπαράδοτο comfort χαρακτήρα με τη μορφή ενός ωκεανού αναλώσιμων, φτηνών και αμφίβολης ποιότητας τίτλων και μια αξιόλογοη σχολή ενδιαφερουσών ρωγμών «ενοχλητικής» -με την καλή έννοια- τηλεόρασης. Ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της σχολής και ο Σκωτσέζος κωμικός, ηθοποιός και συγγραφέας Ρίτσαρντ Γκαντ που με τη σειρά φαινόμενο «Baby Reindeer», που φιγούραρε για μήνες στην κορυφή του Netflix με ένα απόλυτο ποσοστό τηλεοπτικής αποδοχής, έδειξε από τους πρώτους έναν δρόμο αφοπλιστικής τηλεοπτικής ειλικρίνειας νέας κοπής, με τον οποίο ένας δημιουργός μπορεί να μιλήσει για τα πλέον ανομολόγητα και «μη τηλεοπτικά» ανθρώπινα συμπλέγματα.
Από το Baby Reindeer στο Half Man: Η σκοτεινή πλευρά της ανδρικής σχέσης
Και μετά από μια τέτοια σειρά τι; Ο Ρίτσαρντ Γκαντ φαίνεται ότι αντιμετώπισε το επόμενο τηλεοπτικό του βήμα ως μια εγκιβωτισμένη πρόκληση – την πρόκληση για το βήμα παραπέρα μετά από μια επιτυχία όπως αυτή του «Baby Reindeer» μέσα στη μεγαλύτερη πρόκληση του τηλεοπτικού «ξεβολέματος» το οποίο φαίνεται πια ότι υπηρετεί με συνέπεια. Αποτέλεσμα το «Half Man» στο BBC και στο HBO, μια σειρά έξι επεισοδίων για μια ιδιότυπη ανδρική «αδελφική» σχέση, μια σχέση εξάρτησης, επιθυμίας και βίας, η οποία εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες και γίνεται σταδιακά τόσο ασφυκτική ώστε η παρακολούθησή της μοιάζει λιγότερο με ψυχαγωγία και περισσότερο με δοκιμασία αντοχής.
Το «Half Man» ξεκινά από έναν γάμο που μοιάζει καταδικασμένος πριν ακόμη ακουστούν οι όρκοι. Ο Niall (τον οποίο ενσαρκώνει ο γεννημένος χορευτής Τζέιμι Μπελ) ντυμένος γαμπρός, βρίσκεται αντιμέτωπος σε έναν σκοτεινό αχυρώνα με τον Ruben (Ρίτσαρντ Γκαντ) - έναν άνθρωπο που έχει επιστρέψει στη ζωή του όχι τόσο ως καλεσμένος όσο ως απλήρωτος λογαριασμός. Ανάμεσά τους βράζουν δεκαετίες κοινής ιστορίας, ανομολόγητης επιθυμίας, εξάρτησης, ανταγωνισμού και βίας. Υπάρχει επίσης κάτι που κανένας από τους δύο δεν φαίνεται να μπορεί να κατονομάσει χωρίς να το καταστρέψει.
Άλμα προς τα πίσω στο παρελθόν και στη Σκωτία της δεκαετίας του 1980. Ως έφηβοι, ο ήσυχος, επιμελής, μελετηρός Niall (Μίτσελ Ρόμπερτσον) και ο επικοινωνιακά χαρισματικός αλλά και εκρηκτικός Ruben (Στιούαρτ Κάμπελ) αναγκάζονται να συμβιώσουν όταν οι μητέρες τους δημιουργούν ένα κοινό σπίτι. Ο Ruben αναλαμβάνει να προστατεύσει τον Niall από τους νταήδες του σχολείου. Μόνο που η προστασία όταν ενδύεται την άλογη βία ακόμη και όταν εμφανίζεται ως πράξη αφοσίωσης, ζητά αργά ή γρήγορα το αντάλλαγμά της. Το «Half Man» παρουσιάζει την ιστορία αυτού του ανταλλάγματος μέσα από την ιστορία ενός ιδιότυπου αντρικού δεσμού που δεν χωρά καθαρά σε καμία από τις συνήθεις κατηγορίες της αδελφοσύνης, της φιλίας, της οικογένειας ή του έρωτα.
Το «Half Man» πραγματεύεται την τοξική αρρενωπότητα αλλά όχι τόσο εξετάζοντας την ως κοινωνιολογικό μοντέλο όσο ζουμάροντας σε μικρές καθημερινές τελετουργίες και άρρητες δομές μέσα από τις οποίες αυτή κατασκευάζεται διαμορφώνεται. Μέσα από αγόρια μαθαίνουν ότι η τρυφερότητα είναι αδυναμία, ότι η επιθυμία χρειάζεται άλλοθι, ότι η ντροπή εξαφανίζεται μόνο όταν μεταφερθεί στο σώμα κάποιου άλλου, μέσα από ζεύγη αντιθέτων που δεν βρίσκουν το θάρρος να θρέψουν το κομμάτι που τους λείπει και θα τους ολοκληρώσει. Ο Ruben διαθέτει τη σωματική δύναμη αλλά όχι τη γλώσσα για να καταλάβει τι του συμβαίνει. Ο Niall έχει τις λέξεις αλλά δεν βρίσκει το θάρρος να τις χρησιμοποιήσει. Κάπως έτσι ο ένας γίνεται το σώμα και ο άλλος το μυαλό μιας ενιαίας, βαθιά δυσλειτουργικής ύπαρξης.
Αυτή η αφηγηματική οπτική γωνία δίνει στη σειρά το όνομα, τον τόνο και την ταυτότητά της. Ο Ρίτσαρντ Γκαντ δεν υποστηρίζει ότι οι ήρωές του είναι «μισοί άντρες» επειδή απέτυχαν να ανταποκριθούν σε κάποιο συγκεκριμένο και ορισμένο ανδρικό πρότυπο αλλά επειδή ακρωτηρίασαν οι ίδιοι οτιδήποτε δεν μπορούσε να ενταχθεί σε αυτό. Με το άλλο τους μισό ωστόσο να μην εξαφανίζεται -όπως συνήθως συμβαίνει – αλλά να επιστρέφει διαστρεβλωμένο, παραμορφωμένο, ως θυμός, ως σύμπλεγμα, ως τυφλή οργή.
Το «Half Man» επιλέγει επίσης -κατά τη σεσημασμένη πια πρακτική του Ρίτσαρντ Γκαντ- παρουσιάσει τη σχέση των δύο αντρών χωρίς εύκολη κατανομή ρόλων. Δεν υπάρχει καλός και κακός, δεν υπάρχει διακριτός θύτης και θύμα. Και οι δύο πρωταγωνιστές προστατεύουν αλλά και προδίδουν, αγαπούν αλλά και χειραγωγούν και στο τέλος εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλο. Όπως και στο «Baby Reindeer», ο Ρίτσαρντ Γκαντ ενδιαφέρεται για τις σκοτεινές περιοχές, εκεί που μπορεί κανένας να μη φωτίζεται ως συμπαθητικός αλλά τουλάχιστον παραμένει βαθιά ανθρώπινος. Όπως και στο «Baby Reindeer» τα ηθικά όρια είναι ρευστά και κανένας δεν αθωώνεται.
Σε σύγκριση με το «Baby Reindeer» ωστόσο το «Half Man» παίζει πιο έντονα με τα όρια της ανισορροπίας – και ενίοτε τα ξεπερνάει. Ίσως λόγω της περιορισμένης έκτασής, ίσως λόγω της βίαιης, υπαρξιακά κλειστοφοβικής έντασης που αποτελεί βασικό συστατικό του «Half Man» υπάρχουν στιγμές που το επιδιωκόμενο αφηγηματικό βάθος μένει πιο μακρινός στόχος απ’ ό,τι θα ήθελε ο Ρίτσαρντ Γκαντ παρά τις κατά βάση εξαιρετικές ερμηνείες τόσο των νεότερων πρωταγωνιστών όσο και του Τζέιμι Κάμπελ ακόμα και του Ρίτσαρντ Γκαντ που παρότι πιο κοντά στην επικινδυνότητα μιας καρικατούρας δεν μπορεί να παρά να πιστωθεί τις εντυπωσιακές αλλαγές στα εκφραστικά του μέσα. Είναι εκείνες οι στιγμές που η ένταση συγχέεται με την πολυπλοκότητα που δίνουν τη λαβή για τα αρνητικά σχόλια που έχει αποσπάσει η σειρά για το φλερτ της με το «torture porn». Σε αυτήν την παγίδα ίσως συμβάλλει και η ισχνή ανάπτυξη των περιφερειακών, γυναικείων χαρακτήρων που παρουσιάζονται ως περιστασιακοί μάρτυρες -ή ακόμα και ως παράπλευρες απώλειες- της πρωταγωνιστικής σύγκρουσης χαρακτήρων και κόσμων – μια επιλογή που από τη μία πλευρά μπορεί να είναι συνεπής με την κλειστή οπτική που περιορίζεται στον χώρο μεταξύ των σωμάτων των δύο αντρών από την άλλη όμως περιορίζει, αθέλητα ίσως, τον κόσμο της.
Στο τέλος των έξι επεισοδίων αναρωτιέσαι μοιραία αν το «Half Man» αξίζει τον κόπο και την οδυνηρή ένταση στα οποία υποβάλει το κοινό του. Ένα δίκοπο στοιχείο που αποτελεί συγχρόνως την αδυναμία αλλά και την επιτυχία της σειράς. Κάποιες αρνητικές κριτικές δίνουν μία απάντηση, η εντυπωσιακά υψηλή βαθμολογία στο iMDB για μια ακόμη φορά επιλέγουν μία άλλη. Και μάλλον η τελική ετυμηγορία γέρνει προς την κόψη της επιτυχίας. Αν μη τι άλλο χρειαζόμαστε περισσότερες σειρές που να μας ξεβολεύουν με τον τίμιο και ενδιαφέροντα τρόπο σειρών όπως το «Baby Reindeer» και το «Half Man». Και αν μη τι άλλο ο Richard Gadd φαίνεται ότι ξέρει να κάνει σειρές που δεν μοιάζουν με καμία άλλη.