TV + Series

The Bear: Επιστροφή στις ρίζες για το τελευταίο service

Η σειρά που αγαπήθηκε και ξεχώρισε όσο λίγες μπορούν στην εποχή του εφήμερου content, ρίχνει αυλαία αντάξια της ήδη εντυπωσιακής ιστορίας της

Τάνια Σκραπαλιώρη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

The Bear: Η τηλεοπτική σειρά επιστρέφει στις ρίζες της και αποχαιρετά το κοινό με μια τελευταία σεζόν γεμάτη ένταση, συναίσθημα και λύτρωση.

Υπάρχουν άραγε σειρές στη σύγχρονη τηλεόραση που θα μπορούσαν ή θα θέλαμε (ή και τα δύο) να κρατήσουν για πάντα; Για πολλούς θεατές τα τελευταία χρόνια η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είχε μόνο μία υποψηφιότητα και αυτή ήταν το “The Bear”. Και όμως μια από τις πιο αγαπημένες τηλεοπτικές κουζίνες όλων των εποχών ήρθε η ώρα να κλείσει την τηλεοπτική της πόρτα.

Η πέμπτη και οριστικά τελευταία σεζόν της σειράς του Christopher Storer άνοιξε στο FX και στο Disney+ τον Ιούνιο με οκτώ επεισόδια και ένα τελευταίο service να κρέμεται από το χρονόμετρο της κουζίνας του “The Bear” -  απειλή και υπόσχεση μαζί. Η τελική δοκιμασία της ομάδας του Carmy και της Sydney — μία τελευταία προσπάθεια να σταθούν όλοι μαζί απέναντι σε όσα πέρασαν αλλά και σε όσα έρχονται. Κάπως έτσι, το “The Bear” επιστρέφει εκεί όπου ξεκίνησε: σε μια κουζίνα που μπάζει νερά κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε λογαριασμούς που δεν βγαίνουν, σε φαγητά που πρέπει να φτάσουν στο τραπέζι, ακόμη κι όταν όλα τα υπόλοιπα καταρρέουν, σε ανθρώπους που πρέπει να φτάσουν στο τέλος μια βάρδιας που ανάγεται σε υπαρξιακή κούρσα.

The Bear: Το φινάλε της τηλεοπτικής σειράς κερδίζει τις εντυπώσεις

Αυτό είναι και η πρώτη μεγάλη αρετή της τελευταίας σεζόν του “The Bear”, ο ένας από τους δύο άξονες για μια τελευταία καλή στροφή της μηχανής μιας σειράς που ξεχώρισε όσο λίγες μπορούν στην εποχή του εφήμερου content. Βοήθησε φυσικά ότι και το ότι εξαρχής το “The Bear” ήταν content candy με κάθε εκούσιο και ακούσιο τρόπο αλλά και πάλι στην εποχή που όλα ζυγίζονται σε ένα παράθυρο λίγων δευτερολέπτων δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση να επιβιώσεις από τις επιβλαβείς παρενέργειες του περιεχομένου. Η ιστορία του “The Bear” είναι μια τέτοια ιστορία επιβίωσης μιας και η σειρά κινδύνεψε αρκετές φορές να πνιγεί στα κύματα του ίδιου του φαινομένου της, με την τρίτη και την τέταρτη σεζόν να φλερτάρουν κατά τόπους με το ξεφούσκωμα είτε μέσα από «εύκολα» ξεστρατίσματα, είτε μέσα από επιτηδευμένες επιλογές διαλόγων, μέσα από τις παγίδες της ίδιας της αισθητικής της  κατά τις προσπάθειες εμβάθυνσης στον οικογενειακό ψυχισμό των Berzatto. Η τελευταία σεζόν όμως του “The Bear” επιστρέφει στην κουζίνα, στην πίεση του πραγματικού χρόνου και στη βία της καθημερινής εργασίας, αποφεύγει ξυστά αλλά απολαυστικά τον εγγενή κίνδυνο της επανάληψης του εαυτού της και συνοψίζει τέσσερα χρόνια σε ένα και μόνο service από το οποίο θα κριθούν όλα.

Και ενώ από πολλές απόψεις είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα από τις δύο πρώτες σεζόν και τις τεταμένες  βάρδιες του “The Original Beef of Chicagoland” στο μεταίχμιο της μετάβασης στους αστραφτερούς ανοξείδωτους πάγκους του “The Bear” κάτι έχει αλλάξει – μια αλλαγή μεγάλη που προσφέρει τον δεύτερο πολύτιμο άξονα κίνησης του “The Bear” προς το τέλος που αξίζει. Ο Carmy δεν είναι πια το κέντρο και ο αρχηγός της κουζίνας μιας και έχει κάνει πίσω αφήνοντας τη θέση του head chef στη Sydney,  σε μια προσπάθεια, -ίσως, για πρώτη φορά στη ζωή του- να ανακαλύψει αν υπάρχει κάποια εκδοχή του εαυτού του έξω από αυτήν.

Πράγμα καθόλου απλό για έναν άνθρωπο που έμαθε να μεταφράζει τα πάντα σε δουλειά, το πένθος σε τελειομανία, την αγάπη σε έλεγχο, την ενοχή σε δεκαοκτάωρη βάρδια και τον φόβο σε ένα καινούργιο πιάτο που πρέπει να αλλάξει μέχρι το βράδυ – με αυτή τη δυσκολία να αποτυπώνεται εξαιρετικά στις χαραμάδες της διάδρασης του Carmen και της Syndey, του Jeremy Allen White και της Ayo Edebiri. Ωστόσο μέσα από την ξεκάθαρη αφηγηματική απόφαση που διέπει την τελευταία σεζόν θα βαδίσει προς την απάντηση σε ένα ερώτημα που ξεπερνάει πια την αδιαμφισβήτητη μαγειρική του αξία, στο ερώτημα του αν μπορεί να υπάρξει χωρίς να προσπαθεί να την αποδείξει – υποφέροντας.

© FX

Σε ένα περιβάλλον λοιπόν που όλα ξεκινάνε και τελειώνουν με ένα “Yes Chef” η τελευταία σεζόν του “The Bear” τολμάει να επιτρέψει στον κόσμο της να συνεχίσει χωρίς τον chef του. Η Syndey και ο Richie έχουν ήδη γίνει πρωταγωνιστές. Η Sydney -κανένα shout out δεν είναι αρκετό για το ταλέντο που ακούσει στο όνομα Ayo Edebiri- βρίσκει τον τρόπο να πατήσει στα πόδια της, να αναλάβει τον ηγετικό ρόλο που φοβάται και να μπορεί να αγκαλιάσει τους φόβους αλλά και τις αποφάσεις της. Ο Richie από την άλλη ολοκληρώνει μια από τις πιο όμορφες ιστορίες μεταμόρφωσης της σύγχρονη τηλεόρασης. Από έναν «άξεστο» ψήστη, θυμωμένο με όλους και όλα που δεν ξέρει που να βολέψει την οργή και το άγχος του ότι ο κόσμος προχωράει χωρίς αυτόν σε έναν κομψό μετρ, που κάνει ασκήσεις ψυχραιμίας και σώζει τα άσωστα σε μία βάρδια. Απολύτως ικανός ακόμα να ξεκινήσει καβγά ακόμα και για μερικές ίντσες απόκλισης του σερβίτσιου από τη σωστή θέση με τη διαφορά ότι γνωρίζει ποια τη σωστή θέση των πραγμάτων. Η Tina, ο Marcus, η Sugar, ο Ebraheim και η υπόλοιπη μπριγάδα εντός και εκτός κουζίνας δεν λειτουργούν απλώς ως η χορωδία ενός οικογενειακού δράματος. συγχώρησαν ο ένας τον άλλον και εμφανίστηκαν ξανά την επόμενη ημέρα. Είναι οι άνθρωποι που έκοψαν κρεμμύδια, έχασαν λεωφορεία, πήραν λάθος παραγγελίες, μεγάλωσαν παιδιά, έθαψαν γονείς, συγχώρησαν ο ένας τον άλλον και εμφανίστηκαν ξανά την επόμενη ημέρα. Είναι οι άνθρωποι του “The Bear” ακριβώς όσο και οι τυπικοί «πρωταγωνιστές» του, οι άνθρωποι που θα συνεχίσουν να το δουλεύουν, όταν τα φώτα της τηλεόρασης θα σβήσουν.

Αυτό έκανε το “The Bear” αυτά τα τέσσερα χρόνια – εμφανιζόταν ξανά την επόμενη ημέρα, διεκδικώντας και κερδίζοντας τον λόγο να υπάρχει για μια ακόμη βάρδια στις τηλεοράσεις μας. Στα τελευταία του επεισόδια επέλεξε σοφά να μείνει πιστό στα θεμέλια του, να μην προσπαθήσει να μας πείσει ότι όλα διορθώθηκαν, να μην ψάξει θριαμβευτικές δικαιώσεις αλλά να αρκεστεί σε μια τίμια κατακλείδα όπου οι άνθρωποι του έχουν μάθει να συνυπάρχουν, να αγαπιούνται και να προχωράνε και μαζί και χωριστά, χωρίς να πληγώνουν ο ένας τον άλλον – τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν τέσσερα χρόνια πριν. Αυτό είναι το μικρό, τίμιο αλλά αρκετό happy end του Bear. Η σειρά που για πολλούς θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα τελείωσε. Κάθε δευτερόλεπτο μετράει μέχρι το τέλος. Κι από το τελευταίο service του “The Bear” όλοι φεύγουν χορτάτοι, ικανοποιημένοι – και κερδισμένοι.