- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
CSI στην άγρια ζωή: Το ΑΠΘ ταυτοποιεί με DNA τους δράστες επιθέσεων
Ερευνητές του Τμήματος Βιολογίας απομονώνουν γενετικό υλικό και εντοπίζουν τα ζώα
Εργαστήριο του ΑΠΘ αξιοποιεί το DNA για την ταυτοποίηση άγριων ζώων που επιτίθενται σε ανθρώπους, συμβάλλοντας στη στοχευμένη διαχείρισή τους.
Ένα εργαστήριο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αξιοποιεί τις δυνατότητες της γενετικής για να εντοπίσει τα άγρια ζώα που εμπλέκονται σε επιθέσεις κατά ανθρώπων και να συμβάλει στη στοχευμένη αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών.
Αναλύοντας γενετικό υλικό από τρίχες, κόπρανα, αλλά και ρούχα ανθρώπων που έχουν δεχθεί επίθεση, οι ερευνητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μπορούν να ταυτοποιήσουν συγκεκριμένα ζώα και να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις εντοπισμού τους.
Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, έχει εντοπιστεί και απομακρυνθεί ο λύκος που είχε επιτεθεί σε δρομέα στην Πάρνηθα, ενώ ταυτοποιήθηκε και θηλυκός λύκος που ευθύνεται για δύο επιθέσεις στην περιοχή του Μαρμαρά Χαλκιδικής.
Γενετικό αποτύπωμα για αρκούδες, λύκους και ελάφια
Το εργαστήριο της επίκουρης καθηγήτριας του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ, δρος Νικολέτας Καραΐσκου, θυμίζει σκηνή από αστυνομική σειρά τύπου CSI. Κάτω από το μικροσκόπιο βρίσκονται τρίχες, κόπρανα και δείγματα από κέρατα ελαφιών, υλικό που βοηθά τους επιστήμονες να παρακολουθούν γενετικά πληθυσμούς άγριων ζώων.
Η δρ Καραΐσκου ασχολείται εδώ και 15 χρόνια με τη γενετική παρακολούθηση μεγάλων θηλαστικών, σε συνεργασία με την περιβαλλοντική οργάνωση Καλλιστώ. Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, έχει δημιουργηθεί βάση δεδομένων με το γενετικό αποτύπωμα μεγάλου αριθμού αρκούδων, λύκων και ελαφιών.
Η βάση αυτή επιτρέπει στους ερευνητές να απαντούν σε οικολογικά και εξελικτικά ερωτήματα, αλλά και να υποστηρίζουν τη διαχείριση των συγκεκριμένων ειδών, ιδίως όταν προκύπτουν συγκρούσεις με ανθρώπους.
Τα δείγματα συλλέγονται από την ομάδα πεδίου της Καλλιστώς και προέρχονται τόσο από νεκρά ζώα και περιπτώσεις παγίδευσης όσο και από μη επεμβατικές μεθόδους δειγματοληψίας.
Για την παρακολούθηση των αρκούδων, για παράδειγμα, οι ερευνητές τοποθετούν συρματοπλέγματα σε στύλους της ΔΕΗ, στα οποία τα ζώα τρίβονται αφήνοντας τρίχες. Σε περιστατικά καταστροφών, όπως σε μελίσσια, η ομάδα πεδίου αναζητά τρίχες στα σημεία όπου έχουν εμφανιστεί αρκούδες.
Στην περίπτωση των λύκων, αλλά και των ελαφιών που μελετώνται στην Πάρνηθα, αξιοποιούνται κυρίως δείγματα κοπράνων. Για τα ελάφια συλλέγονται επιπλέον και τα κέρατα που αποβάλλουν τα αρσενικά.
Τι δείχνει το DNA για τους πληθυσμούς της άγριας ζωής
Η πρόσφατη έρευνα της δρος Καραΐσκου επικεντρώνεται στην Πάρνηθα και πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον ΟΦΥΠΕΚΑ. Στόχος είναι να μελετηθεί η πίεση που ασκεί ο λύκος στον πληθυσμό των ελαφιών της περιοχής.
Για τις αρκούδες, το εργαστήριο διαθέτει δείγματα από διαφορετικές περιοχές της χώρας, από τη Ροδόπη και την Καστοριά έως τα Τρίκαλα.
Μετά τη συλλογή των δειγμάτων, οι επιστήμονες απομονώνουν το DNA και πραγματοποιούν τις απαραίτητες αναλύσεις, ώστε να καταγράφουν τους πληθυσμούς και να αναγνωρίζουν μεμονωμένα ζώα.
Οι υφιστάμενες εκτιμήσεις υπολογίζουν τον πληθυσμό της αρκούδας στην Ελλάδα σε περίπου 700-800 άτομα και εκείνον του λύκου σε περίπου 2.000. Ωστόσο, σύμφωνα με την ερευνήτρια, ο αριθμός των αρκούδων χρειάζεται να επανεκτιμηθεί με πιο συστηματικό τρόπο.
Όπως εξηγεί, οι προηγούμενες εκτιμήσεις βασίστηκαν σε δείγματα που συλλέχθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και περιοχές. Για μια πιο αξιόπιστη καταγραφή απαιτείται νέα δειγματοληψία σε συγκεκριμένο, περιορισμένο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν θα μεσολαβούν γεννήσεις ή μετακινήσεις ζώων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον υπολογισμό.
Πώς εντοπίζονται τα ζώα που προκαλούν ζημιές ή επιτίθενται
Η γενετική παρακολούθηση έχει ήδη αποδειχθεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση περιστατικών που προκαλούν ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάλυση τριχών αρκούδας από περιστατικά καταστροφών σε μελίσσια, σε μια εκτεταμένη περιοχή από το Κιλκίς έως τη Μικρή Βόλβη.
Οι αναλύσεις έδειξαν ότι πίσω από τις ζημιές βρισκόταν το ίδιο ζώο, το οποίο είχε διανύσει μεγάλη απόσταση, και όχι διαφορετικές αρκούδες, όπως αρχικά θεωρούσαν οι κάτοικοι.
Η διαπίστωση αυτή έχει πρακτική σημασία για τη διαχείριση των περιστατικών, καθώς επιτρέπει στις αρμόδιες ομάδες να επικεντρώνονται στο συγκεκριμένο ζώο που εμφανίζει προβληματική συμπεριφορά, αντί να αντιμετωπίζουν κάθε συμβάν ως ξεχωριστή περίπτωση.
Ανάλογη διαδικασία ακολουθείται και στις επιθέσεις λύκων. Οι ερευνητές μπορούν να εξετάσουν γενετικό υλικό που έχει μείνει στα ρούχα των ανθρώπων που δέχθηκαν επίθεση, όπως συνέβη στην Πάρνηθα και στον Μαρμαρά Χαλκιδικής.
Η ανάλυση επιτρέπει αρχικά να προσδιοριστεί το φύλο του ζώου και, εφόσον εντοπιστεί και ακινητοποιηθεί από την ομάδα πεδίου, να ελεγχθεί αν πρόκειται πράγματι για το ζώο που εμπλέκεται στην επίθεση.
Όπως επισημαίνει η δρ Καραΐσκου, τέτοια περιστατικά συνδέονται συχνά με μεμονωμένα ζώα που εμφανίζουν αποκλίνουσα συμπεριφορά. Η γενετική ταυτοποίηση καθιστά, επομένως, δυνατή μια πιο στοχευμένη παρέμβαση, με στόχο την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου περιστατικού και την καλύτερη διαχείριση της συνύπαρξης ανθρώπων και άγριας ζωής.