Τεχνολογια - Επιστημη

Τσιπάροντας τα βρέφη: μια πρόβλεψη

Αυτό που χτες φαινόταν ριζοσπαστικό σήμερα είναι συντηρητικό. Κι αυτό που χτες φαινόταν απολύτως αποδεκτό και ανάξιο σημασίας σήμερα είναι το χειρότερο ταμπού.

Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 1016
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η μαζική παρακολούθηση απειλούν την ιδιωτικότητα και την ελευθερία μας στο όνομα της ασφάλειας.

Ακριβώς πριν από 20 χρόνια, τον Οκτώβριο του 2006, έκανα μια πρόβλεψη στους φοιτητές μου. Τους είπα ότι στη διάρκεια –σίγουρα της δικής τους, εάν όχι της δικής μου– ζωής, σε κάθε μωρό που γεννιέται θα βάζουμε ένα τσιπάκι με GPS, το οποίο θα παρακολουθεί και θα καταγράφει την κίνησή του στον χώρο.

Σκοπός αυτής της τεχνολογίας θα είναι η προστασία των παιδιών και η σχεδόν ολική εξάλειψη του εγκλήματος. Η λογική απλή: αν χαθεί ένα παιδί, το βρίσκεις αμέσως. Ταυτόχρονα, εάν γνωρίζουμε πού βρίσκεται ο κάθε άνθρωπος την κάθε δεδομένη στιγμή, θα είναι πολύ εύκολο να διαλευκάνουμε βίαια εγκλήματα, κάτι που από μόνο του θα λειτουργήσει εντελώς αποτρεπτικά για όσους σκέφτονται να τα διαπράξουν. Οι φοιτητές μου αντιμετώπισαν την πρόβλεψη εκείνη με αποτροπιασμό και δυσπιστία, σαν ένα γκροτέσκο σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Κι όμως, στη Βρετανία του 2006 ήμασταν ήδη απολύτως εξοικειωμένοι με την παρακολούθηση και καταγραφή από κάμερες κλειστού κυκλώματος. Το «Big Brother» είχε ήδη ζήσει την ακμή του, φέρνοντας τη νέα εποχή μαζικής αυτοπροβολής και κατάργησης της ιδιωτικότητας σε πραγματικό χρόνο. Το έδαφος για τα social media ήταν έτοιμο. Εν μέσω του πολέμου κατά της τρομοκρατίας και των τρομοκρατικών χτυπημάτων της Αλ Κάιντα στο Λονδίνο, οι αρχές είχαν αποκτήσει ενισχυμένες εξουσίες παρακολούθησης, κράτησης και περιορισμού της ελευθερίας του λόγου (ζούμε άλλωστε σε μια χώρα στην οποία η κατοχή συγκεκριμένων βιβλίων μπορεί να, και έχει πολλάκις, χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο ενοχής για σωρεία εγκλημάτων, ενώ έχουν ήδη ποινικοποιηθεί προληπτικά η επιθυμία, ο λόγος και η σκέψη, ασχέτως του αν αυτά έχουν ή δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε απειλή ή τετελεσμένη πράξη). Κι όμως, η αντίληψη του χώρου και της ελευθερίας μας ήταν τότε ακόμη τόσο παρθένα, ώστε μέχρι και νέα παιδιά να θεωρούν το σενάριο του τσιπαρίσματος βρεφών ως κάτι όχι απλώς αποκρουστικό, αλλά εντελώς απίθανο. Υποψιάζομαι δε ότι, αν ρωτούσαμε παλαιότερες γενιές, θα ήταν προετοιμασμένες να δώσουν μάχη μέχρις εσχάτων για να αποτρέψουν το τσιπάρισμα. Άλλωστε είχαν ζήσει σε κοινωνίες κλειστές και κράτη αυταρχικά – τόσο στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη, όσο (σε μικρότερο βαθμό) και στη Δύση. Η ελευθερία και η ιδιωτικότητα ήταν από τα θεμελιώδη αιτήματα του 20ού αιώνα.

Είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε outsource τις ανθρώπινες ευθύνες μας –και ένα μικρό, κάθε φορά, κομμάτι της ελευθερίας μας– στην τεχνολογία

Είκοσι χρόνια μετά, έχουν μεσολαβήσει πολλά. Σταδιακά απεμπολήσαμε βήμα βήμα την ιδιωτικότητα και την ελευθερία κινήσεών μας. Το κάναμε ηθελημένα και αποκομίσαμε σημαντικά οφέλη. Τα κινητά τηλέφωνα έχουν γίνει προέκταση του χεριού μας. Στα σόσιαλ αναμεταδίδουμε κάθε μας σκέψη, πράξη και κίνηση. Οι συσκευές και οι μεγάλες πλατφόρμες καταγράφουν κάθε μας λέξη (ακόμη και προφορικές συζητήσεις) στον ιδιωτικό χώρο και κάθε μας κίνηση στον δημόσιο και μετατρέπουν τα δεδομένα αυτά σε εξατομικευμένες διαφημίσεις και προτάσεις διασύνδεσης με άλλους. Ταινίες και σειρές όπως το «Black Mirror» (που, κατά τραγική ειρωνεία, ταυτόχρονα προειδοποιούν/προφητεύουν αλλά και κανονικοποιούν το μέλλον, απονευρώνοντας το σοκ της αλλαγής), «ξεπαρθένεψαν» το μυαλό μας παρουσιάζοντας μια πραγματικότητα του εγγύτατου μέλλοντος. Τον αρχικό τρόμο ακολούθησε η αποδοχή. Σε κάποια φουτουριστικά επεισόδια πριν από 10-15 χρόνια, οι άνθρωποι φορούσαν ακουστικά, γυαλιά και εμφυτεύματα που τους επέτρεπαν να επικοινωνούν με άλλους και να έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Στην Πατησίων σήμερα κυκλοφορούμε όλοι με το Bluetooth στο αυτί μιλώντας στο κενό. Τα γυαλιά της Meta και τα smartwatches μάς βοηθούν κυριολεκτικά να ενσωματώσουμε την τεχνολογία και την επικοινωνία. Drones με κάμερες πετάνε πάνω απ’ τα σπίτια μας, στο ύψος του μπαλκονιού μας. Τσιπάρουμε με GPS τα ζώα συντροφιάς για να τα βρίσκουμε αν χαθούν. Τσιπάρουμε με βραχιολάκι υπόδικους και κατάδικους που αποφυλακίζονται νωρίς (κάτι που θα βλέπουμε όλο και συχνότερα δεδομένης της αδυναμίας του σωφρονιστικού συστήματος να αντεπεξέλθει στη «ζήτηση» κλινών στις φυλακές).

Υποψιάζομαι ότι, αν ρωτήσουμε ένα παιδί σήμερα για το τσιπάρισμα βρεφών, θα εισπράξουμε απλή αδιαφορία. Υποψιάζομαι ότι, αν σε λίγα χρόνια ρωτήσουμε τα δικά τους παιδιά, θα συμφωνήσουν πρόθυμα, γιατί τότε θα φαίνεται ότι τα θετικά ξεπερνούν τα αρνητικά. Όταν έρθει εκείνη η ώρα, η τεχνολογία αυτή θα μπει στις ζωές μας με υποσχέσεις ασφάλειας και αποτελεσματικότητας που θα εγγυάται κάποια τεχνητή νοημοσύνη. Είναι ζήτημα χρόνου να προτείνει κάποιος – κατά πάσα πιθανότητα ένας παρασιτικός τεχνολογικός κολοσσός όπως η Oracle του κολλητού του Τραμπ Larry Ellison, ή η Palantir, με το αζημίωτο φυσικά – να τσιπάρουμε όλα τα βρέφη. Και είναι ζήτημα χρόνου μια αδύναμη, υπερχρεωμένη κυβέρνηση που θα προσπαθεί να εξευμενίσει τα εξοργισμένα πλήθη υποσχόμενη «μηδενικό έγκλημα» να συμφωνήσει και να πληρώσει. Άλλωστε το ίδιο συμβαίνει ήδη σε πολλά κρατικά συστήματα υγείας, παιδείας, μυστικών υπηρεσιών, μεταφορών κ.λπ. Το concept, η ιδέα, θα είναι ότι κανείς δεν πρόκειται να ψάξει και να βρει τα ατομικά δεδομένα σου, παρά μόνον εάν καταστείς ύποπτος εγκλήματος. Η πραγματικότητα όμως θα είναι μια σωρεία αποτυχιών της τεχνολογίας, ευάλωτων και τρωτών σημείων του συστήματος, κυβερνοεπιθέσεων, ανώνυμων χάκερ και κυρίως αυταρχικών δυνάμεων που δεν δίνουν δεκάρα για το GDPR ή το διεθνές δίκαιο, και οι οποίες, έχοντας πρόσβαση στα προσωπικά σου δεδομένα και τις κινήσεις σου, θα μπορούν όχι απλώς να σε παρακολουθήσουν, αλλά και να σε παγιδεύσουν, να σε κάνουν frame, «τοποθετώντας» σε κάπου όπου μπορεί να μην ήσουν ποτέ.

Όλα αυτά θα γίνουν γιατί αφενός μεν δεν αντιδρούμε στη μετατόπιση της εξουσίας από εκλεγμένες κυβερνήσεις σε σκοτεινά συμφέροντα, αφετέρου δε, αντί να αντιμετωπίζουμε τη δύσκολη ρίζα όλων σχεδόν των προβλημάτων μας, που είναι η ανάγκη να κοινωνικοποιούμε τα παιδιά και τους ανθρώπους –μια όντως φοβερά άχαρη, δύσκολη και επίπονη δουλειά, που εμπλέκει γονείς, συγγενείς και φίλους, γείτονες, σχολεία, κρατικές δομές κ.λπ. και που απαιτεί απεριόριστες ώρες υπομονής, επιμονής, μετάδοσης γνώσης και αξιών, σύγκρουσης, εργασίας και θυσίας–, είμαστε πρόθυμοι ν’ αφήσουμε όλη αυτή τη λάντζα στα χέρια άλλων για να έχουμε «περισσότερο ελεύθερο χρόνο». Είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε outsource τις ανθρώπινες ευθύνες μας –και ένα μικρό, κάθε φορά, κομμάτι της ελευθερίας μας– στην τεχνολογία.

Ίσως, όμως, αυτή να είναι η μοίρα της ελευθερίας, όπως και όλων των μεγάλων εννοιών – της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ηθικής. Να διαβρώνονται και να εξελίσσονται αέναα. Αυτό που χτες φαινόταν ριζοσπαστικό σήμερα είναι συντηρητικό. Κι αυτό που χτες φαινόταν απολύτως αποδεκτό και ανάξιο σημασίας σήμερα είναι το χειρότερο ταμπού.