Ταξιδια

Καππαδοκία: Από τα αερόστατα στις υπόγειες πόλεις

Μνήμες κάτω από τη γη και πάνω από τον ουρανό
Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Καππαδοκία: Από τα αερόστατα στις υπόγειες πόλεις. Ένα ταξίδι ανάμεσα σε πέτρα, ιστορία και σιωπές που επιμένουν

Είναι κάποια ταξίδια που αρκεί μια μικρή λεπτομέρεια της μνήμης για να ξετυλιχθεί μπροστά σου σαν ταινία όλη σου η διαδρομή. Για το πρόσφατο ταξίδι μας στην Καππαδοκία της Τουρκίας, αυτή η λεπτομέρεια, αυτό το κάτι, θα είναι πάντα η τελευταία εικόνα· όταν ξεκινούσε το ταξί που θα μας μετέφερε στο αεροδρόμιο, η νεαρή υπάλληλος του ξενοδοχείου ALDEN πάνω από την πόλη Ürgüp (το ελληνικό Προκόπι) που μας φιλοξένησε τις τρεις μέρες της παραμονής μας, έσκυψε αργά και έχυσε στο κατώπι μας λίγο νερό από το ασημένιο κανατάκι που κρατούσε στα χέρια της. Ένα κατευόδιο· μια σπονδή, σαν κι εκείνες που σε κάποιους τόπους επιμένουν ακόμη να κρατούν ζωντανή μια παλιά ευλογία: να ευχηθείς καλό δρόμο και γρήγορη επάνοδο· χωρίς πολλά λόγια.

Από αυτό το σημείο ξεκινά, λοιπόν, και η δική μου αφήγηση.

Είχαμε φτάσει μια μέρα πριν στην Τουρκία, πετώντας από την Πράγα προς την Κωνσταντινούπολη. Istanbul Airport· το καινούργιο. Στο παλιό είχα πάει αρκετές φορές κι έλεγα πως ήταν μεγάλο. Άλλο, όμως, σαν αυτό το καινούργιο, δεν έχω ξαναδεί. Ένας ολόκληρος κόσμος σε κίνηση, ένας μικρός πλανήτης από μόνος του. Τεράστιοι, ανοιχτοί χώροι, καμπύλες οροφές που θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε σύγχρονο θόλο και υπαινιγμό οθωμανικής αρχιτεκτονικής, φως που πέφτει διάχυτο από παντού, χωρίς να σε κουράζει. Όλα μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί για να εντυπωσιάζουν, αλλά και να λειτουργούν ταυτόχρονα με μια απρόσμενη ηρεμία.

Μαζί με τον θαυμασμό, ένα συναίσθημα αδιόρατο, σφιχτό και ιδιαίτερα στενάχωρο: για να φτάσω εδώ, έπρεπε να ζητήσω βίζα όχι ως πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά μέσα από εκείνη την περίπλοκη διατύπωση — «Citizen of the Greek Cypriot Administration of Southern Cyprus» — που κρατά, κι αυτή, το πρόβλημα άλυτο.

Το πρώτο βράδυ το περάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Δεν θα σταθώ πολύ. Μόνο αυτό: από την τελευταία φορά που την είχα επισκεφθεί, ένιωσα πως η πόλη γέρνει όλο και περισσότερο προς την Ανατολή, σαν να αφήνει πίσω της εκείνη τη μεγάλη, κοσμοπολίτικη λάμψη που κάποτε τη χαρακτήριζε. Δεν είναι η ιδέα μου· τα πληθυσμιακά στατιστικά το μαρτυρούν, οι εικόνες το επιβεβαιώνουν. Ώρες στην κίνηση για μια βραδινή συνάντηση με αγαπημένους φίλους, μας αποζημίωσε όμως ένα εξαιρετικό δείπνο με δεκάδες νοστιμότατους μεζέδες στο Chef Erdal, Tarabya, μέσα στο Βόσπορο. Μέσα στο Βόσπορο, καλά σας λέω· το τραπέζι μας ήταν κυριολεκτικά μέσα στο νερό. Παλιές φωτογραφίες, μόνο, μαρτυρούν την εξωφρενική καταπάτηση της αμμώδους παραλίας όπου παλιά ήταν αγαπημένος προορισμός για κολύμπι. Τηρώ, όμως, εδώ μια σιωπηλή συμφωνία που έκανα με τον εαυτό μου, πως η Κωνσταντινούπολη θέλει τις δικές της, πολλές σελίδες. Αδύνατον να χωρέσει σε μια παράγραφο· ούτε η πόλη, ούτε τα υπέροχα γατιά της.

Την επόμενη μέρα πετάξαμε για την Καππαδοκία. Προσγειωθήκαμε στο Nevşehir Kapadokya Airport. Υπάρχουν δυο αεροδρόμια στην περιοχή της Καππαδοκίας. Αυτό είναι μικρό, σχετικά ήσυχο, και σίγουρα φροντισμένο. Ένα αεροδρόμιο που δεν εντυπωσιάζει, αλλά λειτουργεί άψογα και τελικά αυτό είναι που μετρά.

Ένα ταξί, κανονισμένο από το ξενοδοχείο, μας οδήγησε στο Ürgüp. Μερικές φορές αξίζει να κανακέψεις λίγο τον εαυτό σου με μικρές πολυτέλειες. Κερδίζεις χρόνο. Κι όταν η μέρα έχει ήδη αρχίσει να φεύγει, αυτό δεν είναι λίγο.

Στο ξενοδοχείο -ψηλά στο λόφο με την πόλη στα πόδια μας- μας υποδέχθηκαν με σπιτικό τσάι από φρούτα του δάσους, σερβιρισμένο σ’ εκείνα τα κομψά αχλαδόσχημα γυάλινα μικρά ποτήρια στα κεραμικά πιατάκια, που στο προηγούμενο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη φρόντισα να φέρω μαζί μου μια δωδεκάδα. Για τα δωμάτια δεν λυπήθηκαν τον χώρο - όχι για να επιδείξουν πολυτέλεια, αλλά για να μην σου λείψει τίποτα από εκείνα που συνθέτουν μια αληθινή φιλοξενία. Σε μια άκρη, ένα τραπέζι στρωμένο με φρούτα και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί της περιοχής. Ναι, η Καππαδοκία έχει το δικό της κρασί που καθόλου δεν υστερεί. Δεν ήταν όλα τυχαία, βέβαια. Κάπου εκεί είχαν βάλει το χέρι τους ένα ζευγάρι πολύ καλών φίλων -οικονομικοί μετανάστες κι αυτοί- που θα περνούσαν μαζί μας τις διακοπές του καθολικού Πάσχα. Το ταξίδι είχε ήδη αρχίσει να αποκτά το δικό του βάρος. Το πρώτο βράδυ κύλησε ήσυχα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Ένας σεφ που τιμά την παράδοση χωρίς να φοβάται να την αγγίξει δημιουργικά. Έτσι ξεκινάνε σωστά τα ταξίδια.

Η επόμενη μέρα μάς βρήκε νωρίς στη φάρμα του πατέρα της φίλης μας, και μη μου πείτε πως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για εσάς. Εμείς, βέβαια, πήγαμε εκεί για να δει η Cansu -το κοριτσάκι των φίλων μας- τα δύο κουταβάκια labrador και τα νεογέννητα αρνάκια, αλλά εγώ άλλο θέλω να σας πω. Αν με ρωτούσατε πώς είναι η επαρχία της Καππαδοκίας, θα σας έλεγα πως δεν διαφέρει από τη δική μας όσο πιθανά να φαντάζεστε. Αμπελώνες απλωμένοι σε χαμηλούς λόφους, χωράφια που αλλάζουν χρώμα από κόκκινο σε ώχρα και από κίτρινο σε καφέ, μικρές φάρμες, ζώα που κινούνται αργά, σαν να ξέρουν τον ρυθμό του τόπου καλύτερα από εμάς. Δρόμοι χωμάτινοι, πρόχειρα όρια ανάμεσα στις ιδιοκτησίες, άνθρωποι που δουλεύουν χωρίς να κοιτούν αν τους κοιτάς. Αν μου λέγατε ότι βρίσκομαι σε κάποιο χωριό της Κύπρου ή της Ελλάδας, δεν θα είχα λόγο να σας αμφισβητήσω. Κάποια τοπία, τελικά, δεν ανήκουν σε χώρες — ανήκουν σε τρόπους ζωής.

Με έναν επαγγελματία ξεναγό, μορφωμένο όσο λίγοι, παθιασμένο με το λειτούργημα που διάλεξε, με αγάπη για την τόσο πλούσια ιστορία του τόπου του, ξεκινήσαμε την κανονική μας ξενάγηση σε ένα μικρό πούλμαν. Γυρισμένος προς τα πίσω σε ολόκληρη τη διαδρομή, μας μιλούσε ασταμάτητα. Όχι μόνο με λόγια. Με όλο του το σώμα.

Πρώτος σταθμός: οι υπόγειες πόλεις. Από έξω, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για αυτό που ακολουθεί. Μερικά χαμηλά ανοίγματα στο έδαφος, σχεδόν αδιάφορα. Και όμως, κάτω από αυτά απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος, που κατεβαίνει σε βάθος και απλώνεται οριζόντια, πολύ πιο μακριά απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Η περιοχή ονομάζεται Kaymakli - ένα όνομα που παραπέμπει στο «καϊμάκι», στην αφθονία, σχεδόν ειρωνικά για έναν τόπο που έμαθε να κρύβει τον πλούτο του κάτω από τη γη.

Εκεί, λοιπόν, στις κατακόμβες -λαξευμένες στον μαλακό ηφαιστειογενή βράχο- ήδη από την αρχαιότητα, την εποχή των Χετταίων και αργότερα στα πρώτα χριστιανικά χρόνια αλλά και την εποχή των Βυζαντινών, οι άνθρωποι κατέβαιναν για να σωθούν από επιδρομές. Από Πέρσες και αργότερα από αραβικές επιδρομές, μέχρι και άλλες μετακινούμενες ομάδες που διέσχιζαν την περιοχή, η απειλή δεν ήταν πάντα η κατάκτηση. Συχνά ήταν κάτι πιο πρακτικό: η ανάγκη για ανεφοδιασμό. Ήταν ήδη γνωστό ότι κάτω από τη γη υπήρχαν αποθηκευμένα τρόφιμα και εφόδια, κι έτσι οι διαδρομές σχεδιάζονταν πολλές φορές ώστε να περνούν από την Καππαδοκία.

Στενοί διάδρομοι, επίπεδα που φτάνουν σε βάθος πολλών ορόφων, στάβλοι, λατρευτικοί χώροι, αποθήκες τροφίμων, χώροι διαβίωσης, κυκλικές πέτρινες πόρτες που έκλειναν από μέσα. Και δεν ήταν μόνο η αποθήκευση που εντυπωσιάζει· οι χώροι αυτοί είχαν σχεδιαστεί για να μπορεί να συνεχίζεται η ζωή. Υπήρχαν εστίες για την προετοιμασία φαγητού, χώροι όπου μπορούσαν να μαγειρεύουν χωρίς να προδίδουν την παρουσία τους, ακόμη και εγκαταστάσεις για την παραγωγή και διατήρηση κρασιού. Και ένα σύστημα αερισμού τόσο ευφυές, που όσοι προσπάθησαν να το εντοπίσουν για να πλήξουν τους κρυμμένους, δεν τα κατάφεραν ποτέ. Η άμυνα εδώ δεν ήταν δύναμη. Ήταν γνώση. Οι σύγχρονοι κάτοικοι ξέρουν, πάντως, να διατηρούν και να προβάλλουν αυτά τα εκπληκτικά στοιχεία πολιτισμού εκατοντάδων χρόνων: με εντυπωσιακό φωτισμό, ασφαλή σήμανση πορείας, καμιά αίσθηση συνωστισμού.

Από εκεί προχωρήσαμε στις λαξευμένες εκκλησίες στην περιοχή Göreme· αυτό που συχνά αποκαλείται «μουσείο Ορθοδοξίας». Ματιανή, έλεγαν οι Έλληνες την περιοχή. Εικόνες ξεθωριασμένες ή ταλαιπωρημένες από τις αρχικές ανθρώπινες επεμβάσεις αλλόθρησκων, μορφές αγίων που καταφέρνουν να διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την αρχική τους ένταση. Η πίστη, μεταφερμένη στους κόλπους της γης, για να επιβιώσει. Και το κατορθώνει. Με ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε τη Μεγάλη Βδομάδα επεδίωξα να μεταφέρω τα συναισθήματα που ένιωσα μέσα στον πιο ιερό χώρο που επισκέφτηκα ποτέ.

To Kayseri (εμείς θυμόμαστε ακόμα την πόλη ως Καισάρεια κάθε που ψάλλουμε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς) είναι σήμερα μια πόλη ενάμιση εκατομμυρίου κατοίκων. Είναι η πρωτεύουσα της περιοχής της Καππαδοκίας, μια διοικητική λειτουργία που διατηρεί ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Η πόλη ανοικοδομήθηκε πολλές φορές για να φτάσει σήμερα να αναδεικνύει περισσότερο την Οθωμανική εποχή των Σελτζούκων Τούρκων· με το κάστρο του, το παλαιότερο τζαμί της Τουρκίας - το Χουνάτ Χατούν, που φέρει το όνομα της συζύγου του Σουλτάνου- τον μεντρεσέ και το χαμάμ, το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τις μέρες μας. Μια απόλυτα οργανωμένη σύγχρονη πλέον πόλη. Ομολογώ πως αυτό που κυρίως κράτησα ήταν το περίφημο τοπικό πιάτο «μαντί» ένα χειροποίητο ζυμαρικό σαν μικρά κοχύλια γεμιστά με μικροσκοπικά κομμάτια από αρνίσιο κρέας και που σερβίρεται βραστό με μια γενναία κουταλιά γιαουρτιού. Αν αφαιρέσουμε το γιαούρτι, το πιάτο δεν έχει τίποτε περισσότερο να καταδείξει από τις περίφημες σε όλο το σόι τζότζιλες που έφτιαχνε η Αρβανίτισσα πεθερά μου, η Τασούλα. Τολμώ να πω πως προσωπικά, πιο πολύ απόλαυσα το πιάτο με μοσχαρίσιο συκώτι και μια σάλτσα με κρεμμύδια και διάφορα μπαχαρικά που το απογειώνει.

Η περιοχή της Καισάρειας, πριν την ανταλλαγή πληθυσμών διατηρούσε μεγάλη ελληνική κοινότητα που οι συνθήκες τους οδήγησαν σε μια ιδιομορφία: Μιλούσαν τη γλώσσα των Τούρκων, αλλά έγραφαν τη γλώσσα χρησιμοποιώντας το ελληνικό αλφάβητο. Διάβαζαν ελληνικά και από το στόμα τους έβγαιναν τουρκικά. Αυτοί ήταν οι Καραμανλήδες οι οποίοι στη συνέχεια βρέθηκαν διασκορπισμένοι κυρίως σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Πολλοί οι επιφανείς άνδρες ελληνικής καταγωγής, είχαν τη γενέτειρά τους στην περιοχή, με πρώτο βέβαια τον Άη Βασίλη, τον πιο πρόσφατο, Άγιο Παΐσιο, αλλά και τον Αριστοτέλη Ωνάση και τον Ηλία Καζάν.

Τον Άη Βασίλη που τον ανέφερα ήδη δυο φορές, πρέπει να πω πως μας τον ανέφερε και ο ξεναγός μας όταν σταματήσαμε σ’ ένα φυσικό μπαλκόνι λίγο έξω από την πόλη της Καισάρειας, για να μας δείξει τους παλιούς περιστερώνες, λαξευμένους κι εκείνους στον βράχο. Μάς μίλησε με τρόπο που θα ορκιζόσουν πως ήταν ο ίδιος χριστιανός. Ήταν όμως κάτι πιο απλό: ένας άνθρωπος που αγαπά ό,τι άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι, όποιοι κι αν ήταν. Να πω, πάντως, πως η Κοιλάδα των Περιστεριών είναι μαγευτική. Οι περιστερώνες αποτελούν απόδειξη της ευρηματικότητας των ντόπιων, οι οποίοι κάποτε βασίζονταν στα περιστέρια για την επικοινωνία και τη γεωργία. Τώρα συνωστίζονται στα πόδια των τουριστών, περιμένοντας λίγο κανναβούρι ή άλλο είδος σπόρια.

Τελευταίος σταθμός της ημέρας, η πόλη Mustafapaşa — η παλιά Σινασός. Μια πόλη που κάποτε ήταν εξολοκλήρου ελληνική, με έναν ακμαίο αστικό πληθυσμό, ανθρώπους που δεν περιορίζονταν στον τόπο τους, αλλά διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις ακόμη και με την Κωνσταντινούπολη. Στους δρόμους που περπατήσαμε, οι πέτρινες επιγραφές μιλούν ακόμη ελληνικά. Μετά την Ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας-Τουρκίας 1923, κανείς Έλληνας δεν βρίσκεται εκεί πια. Κι όμως, κάτι έμεινε. Μια πινακίδα σε έναν ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης έμοιαζε να μιλά η ίδια. Όχι για να θυμίσει. Απλώς για να υπάρχει.

Μπροστά σε αυτές τις επιγραφές, σε αυτή την αίσθηση ότι κάτι έχει χαθεί και κάτι επιμένει, θυμήθηκα τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, όταν επισκέφθηκε την Καππαδοκία:
«Πρέπει να μπορεί κανείς να ζήσει με άνεση ένα διάστημα σ' αυτά τα μέρη. Να ιδεί και να ξαναϊδεί, ν' αργοπορήσει, να στοχαστεί και να αναμετρήσει. Πρέπει να έχει κανείς τον τρόπο να παραβάλει και να κοιτάξει τι χάθηκε ανεπανόρθωτα και ό,τι μένει από τα καταπληκτικά τούτα αφιερώματα στο θεό ενός σβησμένου κόσμου. Κι αν τύχει και είναι Έλληνας, πρέπει να έχει τον πόθο να κοιτάξει από πιο κοντά τι χρωστάμε και τι δε χρωστάμε, αλλά νομίζω ότι χρωστάμε πολλά, στο σταυροδρόμι αυτής της Άκρης, που είναι συνάμα ένα ανυποψίαστο, για τους περισσότερους, χωνευτήρι ρευμάτων Ανατολής, Βοριά, Νοτιά και Δύσης. Πρέπει να έχει την ιδιοσυγκρασία να ιδεί αυτό που λέμε ελληνική παράδοση, εν κινήσει, όπου το μικρό και το λησμονημένο μπορεί να έχει την ίδια σημασία με τα απαρασάλευτα μνημεία της τέχνης».

Δεν ξέρω αν προλάβαμε να κάνουμε όλα αυτά που γράφει. Ξέρω όμως ότι, έστω για λίγο, ένιωσα κι εγώ αυτό το «χωνευτήρι» που περιγράφει.

Την επόμενη μέρα σηκωθήκαμε στις τέσσερις. Στις πέντε ήμασταν ήδη καθ’ οδόν. Τα αερόστατα της Καππαδοκίας δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα· είναι μια ολόκληρη βιομηχανία. Δύο χιλιάδες άνθρωποι μοιρασμένοι σε περίπου εβδομήντα μπαλόνια με καλάθια που χωράνε 32 άτομα. Το γκάζι δίνει φωτιά και ζεστό αέρα και τα πολύχρωμα μπαλόνια απογειώνονται σχεδόν συγχρόνως πάνω από το πανέμορφο τοπίο που ξυπνά σιγά σιγά με το φως του πρώτου ήλιου. Και μετά — σιωπή. Η γη από ψηλά μοιάζει αλλιώς. Τα χρώματα, οι σχηματισμοί των βράχων, το φως. Και καμία ζάλη, κι ας είχα πάρει πρωί πρωί τη ντραμαμίνη. Άδικα, εντελώς άδικα.

Η πτήση κράτησε σαράντα λεπτά. Τι να πω. Καθόλου δεν ήθελα να τελειώσει. Η προσγείωση, όμως, είχε άλλη άποψη. Η βροχή της προηγούμενης νύχτας είχε μετατρέψει τα χωράφια σε λάσπη. Βουλιάξαμε. Εμείς, τα παπούτσια μας, τα πούλμαν που ήρθαν να μας πάρουν. Χρειάστηκε να περπατήσουμε μισή ώρα για να βρούμε άσφαλτο. Και κάπου εκεί, μέσα στο πουθενά, μας πρόσφεραν κρασί, σαμπάνια, λουλούδια. Μια μικρή γιορτή μέσα στην αμηχανία.

Τα βράδια μας στην Καππαδοκία κατέληγαν πάντα σε πλούσια τραπέζια με μεζέδες και ρακί. Η μέρα έκλεινε όπως έπρεπε: αργά. Και ο καιρός; Περίεργος σύμμαχος. Χαλούσε μόνο όταν εμείς πηγαίναμε για ύπνο. Την ημέρα, η άνοιξη ήταν παντού. Στα χρώματα. Στις μυρωδιές. Στο φως.

Αυτό είναι το ταξίδι.

Για τελευταίες πινελιές άφησα το πρωινό μενεμέν· κάτι ανάμεσα σε ομελέτα, λιωμένο τυρί, σουτζούκια και φρέσκια ντομάτα— που παραγγέλναμε έξτρα κάθε μέρα, σαν μικρή ιεροτελεστία. Κι ακόμα, την αγορά στα χωριά Avanos (Βένεσσα ή Βενετή στη Βυζαντινή περίοδο) και το Uchisar όπου χαζέψαμε τα πανέμορφα κιλίμια, μαγευτήκαμε από την τέχνη των αγγειοπλαστών όπου το ιδιαίτερο χώμα της Καππαδοκίας —άλλοτε κόκκινο, άλλοτε στο χρώμα της ώχρας, παίρνει σχήμα στα χέρια των μικρών καλλιτεχνών. Γύρισα με τρεις μικρές πήλινες γλυπτές μορφές και εδώδιμες πούντρες· τσάι ευκαλύπτου και τζίντζερ αναμιγμένο με πράσινα φυλλαράκια μυστήριου φυτού, που το προηγούμενο βράδυ το δοκιμάσαμε αρτυσμένο στο ψωμί μας αφού πρώτα το βουτήξαμε σε λίγο ελαιόλαδο. Μαγεία. Κι αυτά αρκούν. Τα άλλα – τα ακόμα πιο μαγικά- θα τα κουβαλώ πάντα μέσα μου.

Στο τέλος, πάλι εκεί: στο ξενοδοχείο με τη μοντέρνα αισθητική, την απίστευτη θέα και την τεράστια ξύλινη εξωτερική πόρτα, που σου υπόσχεται ασφάλεια και θαλπωρή. Στον λόφο. Στο τσάι. Στη φροντίδα που φτάνει σε σένα αναπάντεχα. Σε εκείνη τη στιγμή του αποχαιρετισμού, με το ασημένιο κανατάκι και το νερό που κύλησε πίσω μας.

Σαν να σου λένε: να ξανάρθεις.