Ταξιδια

Η Σάμος του Δημήτρη Σεβαστάκη

Ανάµεσα στη φρίκη του µεσηµβρινού ύπνου και το απογευµατινό µπάνιο, έτρεχα ξυπόλητος στις ντοµατιές

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 749
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο ζωγράφος Δηµήτρης Σεβαστάκης γράφει για τη δική του Σάμο.

Στο βραχώδες δυτικό όρος, φυσάει πάντα. Προς το τέλος Αυγούστου πιάνει αντάρα, πρέπει να µείνεις ακίνητος στο βράχο, µέχρι να περάσει. 1.440 µέτρα υψόµετρο είναι η κορυφή του Κέρκυ). Για αποφασισµένους πεζοπόρους. Είναι το πιο ψηλό βουνό του κόσµου. Κι από τον Όλυµπο κι από τα Ιµαλάια.
 
Από το Κέντρο του νησιού προς νοτιο-ανατολικά, απλώνεται η άλλη οροσειρά, Καρβούνης (Άµπελος), µε 1.100 µέτρα υψόµετρο. Εύφορη, µε αµπέλια, µηλιές, κήπους, χαρουπιές, πεύκα 200 ετών. Ανεβαίνεις µε  4χ4, αλλά η δύναµη του βουνού είναι τα βρεµένα, καταπράσινα µονοπάτια. Στον δρόµο βρίσκεις ακόµα ίχνη του σκληρού πολέµου, εθνικού και εµφυλίου, που πέρασε το νησί.
 
Η Σάµος είναι ένα «ηπειρωτικό» νησί. Πευκόφυτο, ορεινό, µε αγροτική παραγωγή, τέσσερα αστικά κέντρα στα άκρα και πάνω από 50 χωριά ενδιάµεσα. Η πειρατεία έσπρωξε τον κόσµο στο προφυλαγµένο και εύφορο εσωτερικό, ο µετριοπαθής τουρισµός στα παράλια.
 
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης στη Σάμο το 1999
 
Κάθε καλοκαίρι µε πήγαινε ο µάνα µου για 15 µέρες στα Σακκουλέικα, µικρό ορεινό χωριό. Ακολουθούσα το σκληρό αγροτικό πρόγραµµα των θείων µου. Συλλογή καπνόφυλλων τα χαράµατα, «βελόνιασµα», φαγητό µε αλµυρό τυρί κατσίκας, ντοµάτες και τέσσερα αυγά, µάτια. Άλογα, κότες, σκορπιοί, υπέροχοι κίνδυνοι. Η αλωνιστική µηχανή ο µεγαλύτερος απ’ αυτούς. Σαν τεράστιο προϊστορικό ζώο, κατάπινε στάχια, µπορούσε να επιτεθεί – καλύτερα να µείνω µακριά.
 
Τη νύχτα άκουγα τα τσακάλια, ευτυχώς, φυλάει ο Ντικ.
 
Το Sacks RS 50, του θείου, έπαιρνε ωραία τις στροφές, τέλος Ιουνίου, επέστρεφα στο σπίτι της οικογένειας. Στο σπίτι µας, στο  Καρλόβασι. Είναι σχεδόν µέσα στη θάλασσα. Τον χειµώνα βρίσκαµε βότσαλα στην αυλή από τη νυχτερινή φουρτούνα. Παλιά σµυρνέικα έπιπλα, συρτάρια µε λάφυρα παιδικών µαχών, ανεξιχνίαστα ντουλάπια µε σερβίτσια, τοίχοι πάχους ενός µέτρου, φωτογραφίες προγόνων, βιβλιοθήκες παντού, ένα ψηλοτάβανο, υπέροχο σπίτι του 1890 µε  ζωγραφιές στο ταβάνι.
 
Μισούσα τον µεσηµβρινό ύπνο. Το µπάνιο ξεκινούσε στις 9.30 το πρωί, το διέκοπτε ο πατέρας όταν κατέβαινε µεσηµέρι από το λεωφορείο µε το καρπούζι, τα ψώνια και τις εφηµερίδες. Έτρωγα τις τηγανητές πατάτες, προσευχόµουν να τελειώσει η υποχρεωτική κατάκλιση και το αργότερο 5 το απόγευµα ήµουνα µε τη µάσκα και τα βατραχοπέδιλα. Στα 30 µέτρα είχε µια ξέρα που την τρέµαµε όλοι.  Βέγγος το βράδυ, Αυλωνίτης, Παράβας, στους δύο θερινούς κινηµατογράφους. Τα ηρωικά του Πρέκα µόνο τον χειµώνα.
 
Βορειοδυτικά υπάρχει το µοναχικό Σεϊτάνι, µια παραλία δυσπρόσιτη, µεγάλη, άγρια, µε φώκιες, σµέρνες, έξυπνους σαργούς και υπέροχα νερά. Με βάρκα, πάντα προς τα δυτικά, φτάνεις στο παλαιό ναυπηγείο του Άη Σίδερη. Σοφά, παµπάλαια ναυπηγικά  «µέτρα», έκτιζαν εξαιρετικά καΐκια. Πάνω στο βουνό, άγρυπνα χωριά, γέρικα, µε γεµιστά λουλούδια και  κρασί.
 
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης στη Σάμο, 20 χρόνια μετά, το 2019.
 
Ανάµεσα στη φρίκη του µεσηµβρινού ύπνου και το απογευµατινό µπάνιο, έτρεχα ξυπόλητος  στις ντοµατιές, στα ξερόχορτα, στην παλιά δίχρονη ποτιστική µηχανή των γειτόνων. Τα µαύρα σύκα, πανέτοιµα. Οι καραγωγείς έβριζαν τα άλογα, µετέφεραν κατεργασµένα δέρµατα από τα βυρσοδεψεία στα πλοία. Τότε.
 
Σήµερα τρελό φοιτηταριό, πιτσιρικαρία που λυσσοµανάει, µεγάλες παρέες από άσπρους προσεκτικούς ηλικιωµένους, γεµίζουν τον παραλιακό. Τετρακύλινδρες µηχανές, mountain bikes µε νεοφώτιστους ποδηλάτες, πλυµένα, απογευµατινά αυτοκίνητα.
 
Πού πάνε τα χρόνια; Δραπετεύουν οριστικά ή µας περιµένουν κάπου αλλού;
 
*Ο Δηµήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ.
 

Δείτε τον καλοκαιρινό οδηγό της Σάμου εδώ.