Περιβαλλον

Πώς το νερό γίνεται καθοριστικό για τη γεωργία του μέλλοντος

Η διαχείριση των υδατικών πόρων και το πρόβλημα της λειψυδρίας για την ελληνική γεωργία

Βασιλική Γραμματικογιάννη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς το νερό γίνεται καθοριστικό για τη γεωργία του μέλλοντος: Γεωτρήσεις, υφαλμύρωση και Η υπεράντληση του υδροφόρου ορίζοντα

Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι ενδέχεται να αρχίσουν πάλι οι ειδήσεις για τη λειψυδρία και για τα χαμηλά επίπεδα των υπογείων υδάτων. Για τη γεωργία, το νερό είναι ζωτικής σημασίας, ωστόσο ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε έχει αντίκτυπο στην επάρκειά του. Η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης (ΕΠΦ) σε ημερίδα που διοργάνωσε με θέμα «Πώς το νερό γίνεται καθοριστικό για τη γεωργία του μέλλοντος» άνοιξε έναν ουσιαστικό και επίκαιρο διάλογο γύρω από τις προκλήσεις της διαχείρισης των υδατικών πόρων στη γεωργία και της βιωσιμότητας της αγροτικής παραγωγής στην εποχή της κλιματικής κρίσης.

«Οι σύγχρονες γεωργικές πρακτικές έχουν πολλές αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον όπως η απώλεια της βιοποικιλότητας, η υποβάθμιση των εδαφών, η εξάντληση των υδατικών πόρων αλλά και η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα από τα φυτοφάρμακα», θα πει η κυρία Αναστασία Μισεγιάννη από την ΕΠΦ. Σημαντική για τη συζήτηση ήταν η συνεισφορά του Προέδρου του Οργανισμού Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας και Καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δρ. Νικολάου Δέρκα λόγω της εμπειρίας του αλλά και της ιδιότητάς του, αφού η Θεσσαλία είναι πρωταθλητής στην κατανάλωση υδατικών πόρων.

«Η ελληνική γεωργία καταναλώνει ετησίως ποσότητες νερού που αντιστοιχούν περίπου σε 12 "λίμνες Πλαστήρα". Το 80-85% των υδατικών πόρων της Ελλάδας πηγαίνει στη γεωργία με το 92% να αντιστοιχεί στη Θεσσαλία» αναφέρει ο κ. Δέρκας. Παρότι μέσα στα χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες για αρδευτικά έργα, οι αρδευόμενες εκτάσεις είναι μόνο 44% ενώ το υπόλοιπο 56% της καλλιεργήσιμης γης καλύπτεται από γεωτρήσεις.

© Markus Spiske / Unsplash

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στην ATHENS VOICE ο Γεωλόγος και επιστημονικός σύμβουλος στο ΕΛΚΕΘΕ, Γιώργος Αμαξίδης στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 135.000 γεωτρήσεις. Μεγάλο νούμερο απ’ αυτές είναι αναγκαίες για την ύδρευση και την άρδευση. Ωστόσο στα νησιά και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες υπάρχουν πολλές που τροφοδοτούν πισίνες, τη στιγμή που η αγροτική παραγωγή αργοπεθαίνει. Γενικά τα υπόγεια νερά έχουν μειωθεί κατά 50%. Οι άδειες για γεωτρήσεις δίνονταν σωρηδόν και χωρίς κανένα σχέδιο, καμία μελέτη με αποτέλεσμα σε πολλές περιοχές να αντλούμε νερό θάλασσας ακατάλληλο για άρδευση.

«Η μεγαλύτερη περιβαλλοντική συνέπεια της γεωργίας είναι η υφαλμύρωση. Η υπεράντληση του υδροφόρου ορίζοντα οδηγεί στο να μπει υπόγεια η θάλασσα μέσα. Η καταστροφή του εδάφους από το υφάλμυρο νερό δεν αποκαθίσταται» λέει ο κ. Δέρκας.

Μέθοδοι άρδευσης και τομείς που χρήζουν βελτίωσης

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο κ. Δέρκας το 53% της καλλιεργήσιμης γης ποτίζεται με τεχνητή βροχή, το 37% με επιφανειακή άρδευση και μόνο το 10% με στάγδην άρδευση.
«Στα ιδιωτικά έργα (γεωτρήσεις) η κατάσταση αλλάζει. Η στάγδην άρδευση από 10% πάει στο 44% γιατί ο παραγωγός εκεί πληρώνει και το σέβεται” θα πει ο κ. Δέρκας εξηγώντας και την ανάγκη για σωστή τιμολόγηση του νερού. “Το αγροτικό νερό δεν είναι για εμπορικούς σκοπούς, ωστόσο θα πρέπει να είναι βιώσιμη η οικονομική διαχείριση του και να τιμολογείται σωστά».

Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια έχουν επενδυθεί πολλά χρήματα σε εγγειοβελτιωτικά έργα, ωστόσο αυτά τα έργα δεν έχουν συντηρηθεί σωστά με αποτέλεσμα να έχουν καταστραφεί, ενώ δεν υπήρξε και καμία εκπαίδευση των αγροτών για να μάθουν πως να ποτίζουν σωστά ώστε να μην χάνεται το νερό.
«Κακοδιατηρημένα δίκτυα γιατί η υπηρεσία έγγειων βελτιώσεων έχει υποβαθμιστεί. Πράγματα που γίνονταν στην Ελλάδα το 1960 και το 1970 τώρα δε γίνονται» θα πει ο κ. Δέρκας.

Επιπλέον στην Ελλάδα οι αρμόδιες αρχές δεν γνωρίζουν τι γίνεται, και όταν δεν γνωρίζεις την κατάσταση που επικρατεί δεν μπορείς να εφαρμόσεις και σωστά διαχειριστικά σχέδια.
«Στη Θεσσαλία δεν γνωρίζει ο Οργανισμός ποια είναι η περίμετρος του δικτύου. Από που ξεκινά και που τελειώνει. Το αρχικό δίκτυο ήταν 18.000 στρέμματα και αυτή τη στιγμή δεν ξέρουμε αν είναι 40 ή 50.000” θα πει ο κ. Δέρκας και εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει επειδή «τον χειμώνα που τα δίκτυα είναι άδεια οι αγρότες σκάβουν, τρυπάνε τα δίκτυα και βάζουν αγωγούς χιλιομέτρων για να μεταφέρουν το νερό στα χωράφια τους».

Για να μπορούν και οι επόμενες γενιές αγροτών να έχουν τον πολύτιμο φυσικό πόρο και να συνεχίσουν να καλλιεργούν θα πρέπει «να εκσυγχρονισθούν τα τα υπάρχοντα έργα, να υπάρξει βελτίωση του θεσμικού πλαισίου και τεχνική υποστήριξη των αγροτών». Στην εποχή που η τεχνολογία έχει μπει στην υπηρεσία του ανθρώπου μπορούμε να έχουμε όλη την πληροφορία που χρειαζόμαστε ώστε να μπορούμε να σχεδιάσουμε σωστά και να εξασφαλίσουμε ότι θα έχουμε γεωργικές καλλιέργειες, θα έχουμε δηλαδή τροφή και στο μέλλον.