Περιβαλλον

Κλιματική αλλαγή: Ρεαλιστική πολιτική ή επανάσταση;

Όλοι συμφωνούν ότι η κλιματική κρίση δεν έχει σύνορα και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο. Πλην όμως, δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση: ποια είναι η λύση;

Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κλιματική αλλαγή: Οι συνέπειές της, οι δύο σχολές περιβαλλοντολογίας (καταστροφιστική και ρεαλιστική), οι «εγκληματίες του κλίματος» και το Green New Deal.

Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής –άνοδος της στάθμης των θαλασσών, άγριες θύελλες, ερημοποίηση– γίνονται περισσότερο αισθητές στις υπανάπτυκτες χώρες, μολονότι τη μεγαλύτερη ευθύνη έχουν οι ανεπτυγμένες. Όπως γράφει ο Hal Harvey στο περιοδικό Foreign Affairs, υπάρχουν δύο σχολές περιβαλλοντολογίας και πολιτικής έναντι του περιβάλλοντος: η καταστροφιστική και η ρεαλιστική. Στην πρώτη κατατάσσει ειδήμονες όπως ο David Wallace-Wells και ο Bill McKibben οι οποίοι ισχυρίζονται ότι, προτού τελειώσει ο 21ος αιώνας, τα ύδατα θα κατακλύσουν τόσο το Μαϊάμι όσο και το Μπαγκλαντές, ενώ μέχρι το 2050 θα έχει δημιουργηθεί κύμα 200 εκατομμυρίων κλιματικών προσφύγων. Ο McKibben, που κάποτε προειδοποιούσε την ανθρωπότητα για την κλιματική κρίση χωρίς να τον ακούει κανείς, δεν είναι πια μόνος: σήμερα λέει ότι μέχρι το 2100 θα έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά η ωκεάνια ζωή και ότι οι γνωστικές ικανότητες των ανθρώπων θα μειωθούν κατά 21%.

Ο McKibben κάνει λόγο για «εγκληματίες του κλίματος» μεταξύ των οποίων είναι οι Αμερικανοί πρόεδροι, η επιχείρηση Exxon και οι μεγιστάνες της Silicon Valley. Στην πραγματικότητα, ο McKibben πιστεύει ότι ο μεγάλος ένοχος είναι ο νεοφιλελυθερισμός ο οποίος δημιουργεί υπερσυγκέντρωση πλούτου, απονομιμοποιεί το κράτος και τις ρυθμίσεις του και αφαιρεί από τα έθνη τα εργαλεία με τα οποία θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν τα παγκόσμια προβλήματα. Ως απάντηση, από το 2007 έχει στήσει τον οργανισμό 365.org με σκοπό ειρηνικές διαδηλώσεις προς ευαισθητοποίηση των κυβερνήσεων έναντι ρυπαντικών ορυχείων, οχημάτων και βιομηχανιών. Αλλά δεν προτείνει κάποια βιώσιμη πολιτική τακτική για να μετατρέψει τις λαϊκές κινητοποιήσεις σε συγκεκριμένα μέτρα και ρυθμίσεις.

Για να πραγματοποιηθεί το λεγόμενο Green New Deal χρειάζεται συγκεκριμένη στρατηγική και τακτική που σημαίνει χρήση μόνο καθαρών μορφών ενέργειας και μηδενικές εκπομπές άνθρακα. Περιβαλλοντολόγοι όπως ο Jeremy Rifkin προτείνουν ένα είδος κοινοκτημοσύνης των ιδιωτικών οχημάτων με στόχο μείωση των αυτοκινήτων κατά 80% και αντικατάσταση του υπόλοιπου 20% με ηλεκτροκίνητα. Είναι θαυμάσια ιδέα αλλά ο κόσμος είναι υπερβολικά περίπλοκος για να δικαιολογεί τέτοια τεχνολογική αισιοδοξία: η σύγχρονη ζωή απαιτεί τεράστια ποσότητα ενέργειας και η «καθαρή» ενέργεια δεν μπορεί, προς το παρόν, να καλύψει όλες τις ανάγκες. Μια επανάσταση εναντίον του νεοφιλελευθερισμού θα σήμαινε πολλές υποχρεώσεις για τους πολίτες και πολλές ριζικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους: η «επανάσταση» θα έφερνε «αντεπανάσταση», ταραχές, διχασμό.

Μια ρεαλιστική προσέγγιση ίσως είναι η καλή κατανόηση των στόχων και των μέσων επίτευξής τους. Η κινητοποίηση για το κλίμα δεν είναι στρατηγική, είναι απλώς ένα κίνητρο για να χαράξουμε μια στρατηγική. Πρέπει να εξετάσουμε ποια συστήματα εκπέμπουν τη μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου και στη συνέχεια να δούμε τι θα κάνουμε με δαύτα: θα τα αντικαταστήσουμε με άλλα; Θα τα καταργήσουμε; Θα τα πρασινίσουμε; Ο στόχος πρέπει να είναι ο μηδενισμός των εκπομπών πριν από το 2050 προκειμένου να αποφύγουμε τα σενάρια καταστροφής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί η ενέργεια από ορυκτά η οποία ευθύνεται για το 75-80% των εκπομπών από μόνο 20 χώρες στον κόσμο: τέσσερις τομείς –ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές, οικοδομές και βιομηχανία– πρέπει να αναμορφωθούν σε 20 χώρες τουλάχιστον. Ωστόσο, σ’ αυτές οι χώρες υπάρχει μια μακρά σειρά ανθρώπων που λαμβάνουν αποφάσεις: η εκτελεστική εξουσία, οι μεγαλοβιομήχανοι, οι παραγωγοί πετρελαίου, οι επικεφαλής ΔΕΚΟ, οι μεγαλοεργολάβοι – αυτοί μπορούν να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές κι σ’ αυτούς θα έπρεπε να απευθύνονται οι ακτιβιστές. Εξάλλου, οι ακτιβιστές συχνά δεν θέτουν τις σωστές προτεραιότητες: αποκτούν έμμονες ιδέες –π.χ. έναν ρυπαντικό αγωγό αερίου ή πετρελαίου– τη στιγμή που τα ίδια τα κτίρια είναι χτισμένα με τρόπο που επιβαρύνει το περιβάλλον. Αντί δηλαδή να πιέσουν στην κατεύθυνση του πρασινίσματος των κτιρίων, επιτίθενται σε μια συγκεκριμένη βιομηχανική μονάδα.

Ένας στόχος είναι η γενίκευση της πυρηνικής ενέργειας αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται να μειωθεί το κόστος της το οποίο παραμένει μεγαλύτερο από εκείνο των ορυκτών. Αλλά εδώ σκοντάφτουμε στο κίνημα εναντίον της πυρηνικής ενέργειας το οποίο φοβάται πυρηνικά δυστυχήματα: η λύση θα ήταν τέτοια μέτρα ασφαλείας που να μπορούν να πείσουν ακόμα και τους πιο δύσπιστους. Γενικά, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης απαιτεί χρήματα για την ενεργειακή μετάβαση και για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στους τέσσερις τομείς που προανέφερα. Προς το παρόν, στις ΗΠΑ ξοδεύεται λιγότερο δημόσιο χρήμα για την ενεργειακή έρευνα από όσο ξοδεύουν οι Αμερικανοί για πατατάκια.