- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Προσωπογραφία έρημου παλατιού
Κάτι μου προκαλούν τα πεθαμένα σινεμά, ένα σφίξιμο παράξενο και βαθύ
Σινεμά Παλάς στο Παγκράτι: Μια αναδρομή στην ιστορία, τις ταινίες και τις αναμνήσεις του αθηναϊκού κινηματογράφου.
Κάθε φορά που περνάω έξω από το Παλάς, στέκομαι και παρατηρώ τους ξεφτισμένους τοίχους, τα ραγισμένα μάρμαρα, τις μπογιές των σπρέι που λερώνουν το σιδερένιο κιγκλίδωμα της πρόσοψης. Ολόγυρα δεν έχει αλλάξει το παραμικρό, αυτοκίνητα, κόσμος, μαγαζιά, η Υμηττού που σφύζει από κίνηση: το Παγκράτι είναι θορυβώδες και ολοζώντανο. Μα στη γωνιά του δρόμου το τριώροφο κτίσμα που ασβεστώθηκε πριν από έναν αιώνα και βάλε μοιάζει πιο νεκρό από ποτέ.
Κάτι μου προκαλούν τα πεθαμένα σινεμά, ένα σφίξιμο παράξενο και βαθύ. Σαν να αποτυπώνουν όχι μόνο μια εποχή που παρήλθε, αλλά και εκατομμύρια ζωές που συνδέθηκαν μ’ αυτή την πεπερασμένη εποχή, όνειρα, έρωτες, γέλιο, χωρισμούς. Σκέφτομαι πόσοι μπήκαν σε τούτο τον χώρο, πιασμένοι χέρι χέρι ή μόνοι ή διαιρεμένοι σε συντροφιές για να δουν Τσάρλι Τσάπλιν το 1925, Μαρλένε Ντίτριχ το 1936, Όρσον Ουέλς το 1947, Τζον Γουέιν το 1958. Σκέφτομαι πόσα πρώτα ραντεβού έλαβαν χώρα σε τούτη την είσοδο, πόσοι νεανικοί ψυχισμοί τραντάχτηκαν στη θέα του Τζέιμς Ντιν και του Μάρλον Μπράντο, πόσα ζευγάρια μπορεί να στέριωσαν για μια ζωή ή να χώρισαν μετά το σβήσιμο της οθόνης. Όλα εδώ. Μπροστά μου. Στο θρυλικό Παλάς, που έχει πάψει από τις αρχές της δεκαετίας να λειτουργεί. Σε αυτό το απομεινάρι που πλέον το σκεπάζει ο άγριος βόμβος του 21ου αιώνα.
Ξάφνου έχω παρέα. Ένας παππούς και ο μικρός εγγονός του, που δεν θα ’ναι παραπάνω από οκτώ, εννιά. Στέκονται κι αυτοί λίγο πιο πέρα. Κάτι σκύβει και του ψιθυρίζει ο ηλικιωμένος άντρας. Τι άραγε; Μάλλον λόγια γλυκιάς νοσταλγίας. «Αυτό ήταν κάποτε λαμπρός κινηματογράφος. Ερχόμασταν με τη γιαγιά σου, μπαίναμε μέσα, παίρναμε από μια λεμονάδα και βλέπαμε κάτι έργα να τρελαίνεσαι». «Τι έργα, παππού;» «Καουμπόικα, πολεμικά, κωμωδίες. Τότε δεν είχαμε ένα σωρό κανάλια στην τηλεόραση, δεν είχαμε καν τηλεόραση, ούτε Netflix, ούτε κινητά. Είχαμε όμως το Παλάς». Το παιδί τον κοιτάζει χαμογελαστό, προσπαθεί να εμπεδώσει τη δύναμη της νοσταλγίας. Μα δεν μπορεί. Στη νοσταλγία υπάρχει απώλεια, και τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν είναι εξοικειωμένα με την απώλεια.
Θέλω να τους διακόψω και να τους πω τις δικές μου νοσταλγικές ιστορίες. Ότι εδώ με πρωτόφερε ο πατέρας μου γύρω στα 1977 για να δούμε την επανέκδοση του «Σκαραμούς» με τον Στιούαρτ Γκρέιζερ. Ότι εδώ ήρθα με συμμαθητές μου το 1987, με συναδέλφούς μου το 1990, με την κοπέλα μου το 1992, alone το 1994. Ότι εδώ ήρθα με τον αγαπημένο μου Αλέξη Σταμάτη, που τον χάσαμε φέτος το καλοκαίρι, για να δούμε «Ιντιάνα Τζόουνς» στα χρόνια του 2000. Και, τέλος, ότι λίγο καιρό προτού μπει η οριστική ταφόπλακα στο σινεμά, αρχές φθινοπώρου του ’22, ξαναήρθα για να δω τη «Φωλιά του κούκου», δίχως να γνωρίζω εκείνο το βράδυ ότι δεν επρόκειτο να ξανάρθω ποτέ. Αυτά θα ήθελα να πω σε παππού και εγγονό, μα κρατάω τα χείλη μου σφραγισμένα, δεν τολμώ να παρεισφρήσω στο ιερό τους σύμπαν. Μένω απλώς να κοιτάζω την ξεθωριασμένη επιγραφή πάνω στην οποία διαλαλούνται τα θαύματα ενός άλλου κόσμου. Η επιγραφή είναι ακόμα στη θέση της, σαν μακάβριο μουσειακό έκθεμα. «ΠΑΛΑΣ ΘΕΡΙΝΟ: Μεγάλη, μοναδική καταπράσινη ταράτσα (όλη η ταράτσα ένα απέραντο καφέ-μπαρ) Μεγάλη και φωτεινή οθόνη (50 τ.μ.) ΠΑΛΑΣ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ: Μεγάλη αίθουσα, Μεγάλη οθόνη (70 τ.μ.)».
«Ναι, κάθε εβδομάδα εδώ ήμασταν με τη γιαγιά σου, παιδί μου», λέει ο παππούς στον εγγονό. «Ο κύριος Ματθαίος στεκόταν στην είσοδο και μας υποδεχόταν σαν να μπαίναμε σε παλάτι». «Ποιος είναι ο κύριος Ματθαίος, παππού;» Η μνήμη επανέρχεται μέσα από ασπρόμαυρες εικόνες σαν φιλμ νουάρ της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Ματθαίος Πόταγας. Ο άνθρωπος που έτρεχε το Παλάς από το 1953. Τον θυμάμαι. Ψηλός. Αδύνατος. Με άσπρα γένια. Στάθηκε όρθιος στις επάλξεις μέχρι που ξέσπασε η πανδημία. Δεν το είχε εγκαταλείψει ούτε μία μέρα, όσο δύσκολες κι αν ήταν κατά καιρούς οι συνθήκες. Το σινεμά το είχε ανοίξει ο πατέρας του μαζί με τα αδέλφια του το 1925. Εκεί τριγύριζε από μικρός ο κύριος Ματθαίος. Γύρω του η Αρ Ντεκό διακόσμηση που εμπνεύστηκε ο αρχιτέκτονας Βασίλειος Κασσάνδρας, οι παλιές χειρόγραφες ταμπέλες του μεσοπολέμου, η γοητευτική vintage αισθητική που παρέμεινε αναλλοίωτη στον χρόνο.
Μερικούς μήνες αφότου έσβησε για πάντα η οθόνη του Παγκρατίου έσβησε κι αυτός. Έτσι γίνεται συνήθως. Όταν εκπνέει ένα έργο ζωής, τελειώνει κι ο άνθρωπος που το είχε δημιουργήσει. Κάνω λίγα βήματα πίσω. Σπεύδω προς το αυτοκίνητο. Φέρνω στον νου μου κι άλλες πτυχές της ιστορίας. Ότι το σινεμά αυτό έγινε φόντο πνιγηρών γεγονότων στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο. Ότι το σινεμά αυτό ήταν από τα αγαπημένα στέκια του Μάνου Χατζηδάκι. Ότι το σινεμά αυτό ακουλούθησε την άδοξη μοίρα πάμπολλων αθηναϊκών σινεμά που συνδέθηκαν εξίσου με τη συλλογική κουλτούρα της χώρας, του Ιντεάλ, του Αττικόν, του Αλκαζάρ, της Γαρδένιας, του Ατλαντίς πολύ πρόσφατα.
Ο παππούς πιάνει από το χέρι τον εγγονό του και κατηφορίζει προς την Ευτυχίδου. Πεζοπορώντας αργά, προσπερνάνε τρεις μαθητές λυκείου, που έχουν καθίσει σε ένα πεζούλι. Το βλέμμα μου καρφώνεται σ’ εκείνους. Σε τούτη την παρέα των εφήβων. Δείχνουν ευδιάθετοι, οι τσάντες είναι ακουμπισμένες ανάμεσα στα πόδια τους. Ο ένας από τους τρεις έχει ανοίξει το κινητό του. Οι άλλοι γέρνουν προς το μέρος του και κοιτάζουν τι τους δείχνει. «Ρε, είχες δίκιο!» αναφωνεί ο διπλανός του. «Είναι τρομερή ταινία! Θα την κατεβάσω κι εγώ!»