Οι παλιές σκάλες υπηρεσίας της Αθήνας
© Κατερίνα Σταμπολίδου
Life in Athens

Οι σκάλες υπηρεσίας της Αθήνας και οι κρυμμένες ιστορίες τους

Ένας κόσμος κρυμμένος πίσω από τις προσόψεις των παλιών σπιτιών, εκεί όπου κινούνταν οι οικιακές εργάτριες και αποτυπωνόταν ο κοινωνικός διαχωρισμός μιας άλλης εποχής
4669-35224.jpg
Τάκης Σκριβάνος
ΤΕΥΧΟΣ 1012
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι παλιές σκάλες υπηρεσίας της Αθήνας και ένας κόσμος που χάθηκε

Μοιάζουν σαν να αιωρούνται, να κρέμονται από τον ουρανό. Στριφογυριστές και σκουριασμένες, πάνε πέρα δώθε και σε πιάνει λιγάκι η ψυχή σου. Πόσες και πόσες φορές δεν τις ανέβηκαν και δεν τις κατέβηκαν βιαστικές και φορτωμένες νέες και μεγαλύτερες γυναίκες που εργάζονταν ως «υπηρέτριες» στα αστικά και όχι μόνο σπίτια της πόλης. Είναι οι σκάλες υπηρεσίας, η πίσω αυλή της Αθήνας, κι αυτές είναι κάποιες από τις «κρυμμένες» ιστορίες τους.

Είδα τυχαία τις φωτογραφίες στο Facebook, στη σελίδα «Η Αθήνα μου, ματιές στην πόλη», της Κατερίνας Σταμπολίδου, η οποία είναι ερασιτέχνις φωτογράφος. «Ξεκίνησα το 2012, όταν μου πήρε ο σύζυγός μου μια φωτογραφική μηχανή Nikon για να περνάω την ώρα μου, επειδή είχα μόλις συνταξιοδοτηθεί. Στην αρχή την άφησα στην άκρη, μετά την έβαλα στην τσάντα μου. Μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησα ότι είχα περάσει τρεις ώρες περπατώντας στην πόλη και φωτογραφίζοντας – είχα κολλήσει το μικρόβιο», λέει.

Σήμερα η Κατερίνα έχει μια πιο εξελιγμένη Nikon και συνεχίζει τις βόλτες της. Κυρίως στη γειτονιά της, την Κυψέλη, αλλά και στην Πλάκα, στου Ψυρρή, στον Κεραμεικό, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο Γαλάτσι, στο Ψυχικό, στο Παγκράτι, στα Εξάρχεια, στο Κολωνάκι. «Μου αρέσουν τα παλιά σπίτια, οι μικρές λεπτομέρειες, μια πόρτα, ένα πατζούρι, οι αυλές. Μου αρέσουν ακόμα και τα ερείπια. Γιατί φωτογραφίζω τις σκάλες υπηρεσίας; Ίσως γιατί μου αρέσουν οι εικόνες μιας παλιάς Αθήνας, μιας πόλης που χάνεται».

Η αόρατη εργασία πίσω από τις σκάλες υπηρεσίας

Η Ποθητή Χαντζαρούλα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και συγγραφέας του βιβλίου «Σμιλεύοντας την υποταγή: Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα» (εκδ. Παπαζήσης, 2012), γράφει ότι «από τον δέκατο ένατο αιώνα και έπειτα οι μεταφορές του χώρου λειτουργούσαν ως σημάνσεις για τις κοινωνικές διακρίσεις: ο “κάτω κόσμος” του σπιτιού (downstairs), συνώνυμο των υπηρετών και του σκοτεινού και βρόμικου και ο “πάνω κόσμος” των αφεντικών (upstairs), συνώνυμο του καθαρού, της ηθικής και της ευταξίας.

»Η δύναμη του αριστοκρατικού μοντέλου υπηρεσίας (upstairs/downstairs) για το κοινωνικό φαντασιακό είναι τεράστια, ενώ η κοσμοθεωρία της αστικής τάξης χαρακτηριζόταν από διχοτομικές αντιθέσεις που σηματοδοτούσαν ιεραρχίες: καθαρό/βρόμικο, κυρία/υπηρέτρια, αρσενικό/θηλυκό. Οι κοινωνικές ιεραρχίες αντανακλώνταν στους διαχωρισμούς του χώρου του αστικού σπιτιού, ταυτόχρονα όμως η σύνδεση του “βρόμικου” με την απαξιωμένη εργασία διαμόρφωνε διακριτούς χώρους εξοβελίζοντας την εργασία στο χώρο του αόρατου. Οι “σκάλες υπηρεσίας” αντικατοπτρίζουν αυτή τη μεγάλη μετατόπιση της εργασίας στην περιοχή του αόρατου».

Στην ελληνική ταινία «Ο Ηλίας του 16ου», με πρωταγωνιστή τον Χατζηχρήστο, ο Βέγγος, που θέλει να πηδήξει μια μάντρα για να μπει στο σπίτι του Παπαγιαννόπουλου και να κλέψει ένα δαχτυλίδι, μένει καθηλωμένος επί ώρες, καθώς στη σκάλα υπηρεσίας δύο υπηρέτριες κουτσομπολεύουν ασταμάτητα. Ο κοινωνικός διαχωρισμός αποτυπωνόταν και στις ταινίες. Όταν η «κυρία» έλειπε, οι υπηρέτριες δοκίμαζαν τα φορέματα, τα παπούτσια και τα καπέλα της. Κατάφερναν κάπως να της μοιάσουν, αλλά όχι αρκετά. Πάντα κάτι –το περπάτημα ή ο τρόπος που μιλούσαν– θα πρόδιδε την ταπεινή τους θέση.

Οι σκάλες υπηρεσίας, οι έξοδοι κινδύνου και η ταξική γεωγραφία της Αθήνας

«Οι σκάλες υπηρεσίας», λέει ο αρχιτέκτονας και ερευνητής Νίκος Καββαδάς, «οδηγούσαν στις ταράτσες μονοκατοικιών και πολυκατοικιών, όπου πλένονταν τα ρούχα στο πλυσταριό και απλώνονταν σε σύρματα, στον ήλιο και στον αέρα. Από τις σκάλες αυτές, που αποτελούσαν και έξοδο κινδύνου, μπαινόβγαιναν στα διαμερίσματα οι υπηρέτριες, καθώς υπήρχε σαφής διαχωρισμός των κινήσεων ανάμεσα στους κατοίκους των διαμερισμάτων και το υπηρετικό προσωπικό. Για τον ίδιο λόγο οι μεγαλοαστικές πολυκατοικίες δίπλα στην κεντρική είσοδο έχουν ένα μικρό πορτάκι υπηρεσίας, για το προσωπικό, την τροφοδοσία και την αποκομιδή των απορριμμάτων. Από το πορτάκι ξεκινούσε διάδρομος που οδηγούσε στον ακάλυπτο, όπου η σκάλα υπηρεσίας ανά όροφο κατέληγε σε μπαλκονάκι και στην πόρτα της κουζίνας».

Ο Ν. Καββαδάς αναφέρει ότι οι σκάλες υπηρεσίας «δεν καταργήθηκαν με έναν μοναδικό νόμο, μια συγκεκριμένη χρονιά. Η εξαφάνισή τους ήταν αποτέλεσμα σταδιακών αλλαγών στην αρχιτεκτονική, στους κανονισμούς και στον τρόπο ζωής από το 1960-1970 και μετά. Ενώ στα χρόνια 1930 - 1950 ήταν συνηθισμένες, με τη μαζική ανοικοδόμηση στην Αθήνα της αντιπαροχής (1960-1980) η τυπολογία των κτιρίων απλοποιείται και αυτές οι σκάλες αρχίζουν να εγκαταλείπονται – και σταδιακά από τα τέλη του 20ού αιώνα σχεδόν εξαφανίζονται από τα νέα κτίρια.

»Στην κατάργησή τους έπαιξαν ρόλο οι κοινωνικές αλλαγές, όπως το ότι η οικιακή εργασία μειώθηκε δραστικά μετά το 1960, αλλά και για λόγους οικονομίας, μιας και θεωρήθηκε ότι σπαταλούν ωφέλιμο χώρο και προσθέτουν στο κόστος της οικοδομής. Τέλος, οι νεότεροι οικοδομικοί κανονισμοί δίνουν έμφαση σε κεντρικούς πυρήνες κυκλοφορίας (μία σκάλα και ένας ανελκυστήρας), σε καλύτερο έλεγχο πρόσβασης και πυρασφάλειας. Αρχιτεκτονικά προτιμάται μια πιο “καθαρή” κάτοψη, χωρίς πολλαπλά κυκλοφοριακά δίκτυα».

Πολυκατοικίες άρχισαν να χτίζονται το 1921, σημειώνει η Π. Χαντζαρούλα, αλλά η δόμησή τους εντάθηκε την περίοδο 1932-1941. Στην ανατολική πλευρά του Λυκαβηττού, στην οδό Πατησίων και στη δυτική πλευρά του Λυκαβηττού η συντριπτική πλειονότητα των πολυκατοικιών ήταν κατοικίες.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Μανώλη Μαρμαρά «Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας» (Αθήνα, ΕΤΒΑ, 1991), η κοινωνική σύνθεση των πολυώροφων κτιρίων μεταξύ του 1925 και 1931 ήταν κυρίως μεγαλοαστική, ενώ μεταξύ 1932 και 1941 η πλειονότητα των ενοίκων ήταν αστοί. «O διαχωρισμός των κοινωνικών τάξεων ήταν ενσωματωμένος στον αστικό ιστό της πρωτεύουσας. Παρόλο που το κέντρο της πόλης χαρακτηριζόταν από τη συγκέντρωση διαφορετικών τάξεων, η σύνθεση της κάθε γειτονιάς ήταν ταξική», λέει η Π. Χαντζαρούλα.

Οι σκάλες υπηρεσίας μέσα από την «Κουζίνα» του Ζολά

Στο τι ήταν τελικά οι σκάλες υπηρεσίας, η Π. Χαντζαρούλα μάς θυμίζει το μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά «Η κουζίνα» (μτφ. Γιάννης Αγγέλου , εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1978). «Η δράση», λέει, «λαμβάνει χώρα στη σκάλα υπηρεσίας. Είναι το κατώφλι όπου ψιθυρίζονται οι αλήθειες για τα μυστικά της αστικής οικογένειας αλλά και το σκοτεινό πέρασμα όπου η αστική οικογένεια έκρυβε τα πάθη της. Οι σκάλες υπηρεσίας εικονογραφούν μια ποιητική των ορίων ανάμεσα στο “έξω” και στο “μέσα”, στο “καθαρό” και στο “βρόμικο”, στην “κανονική” και τη “βρόμικη” σεξουαλικότητα».

→ Οι ψυχοκόρες και οι υπηρέτριες των Αθηνών

Δειτε περισσοτερα