Life in Athens

Η Μυρτώ Κοντοβά και το σύνδρομο της αθηναϊκής εξάρτησης

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, η Μυρτώ Κοντοβά γράφει γιατί πάσχει από Athens Syndrome

Μυρτώ Κοντοβά
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νεραντζιές, λακκούβες, ταξιτζήδες, θερινά σινεμά, κόρνες, έρωτες και αθηναϊκές εμμονές συνθέτουν μια σχέση αγάπης που δεν τελειώνει ποτέ: Η Αθήνα της Μυρτώς Κοντοβά

Γιατί με παρηγορεί. Οι λακκούβες στους δρόμους είναι πιο βαθιές από τα παιδικά μου τραύματα.
 Γιατί την έχω περπατήσει ξυπόλυτη, με τις γόβες στο χέρι. Και θα το ξανάκανα. Και δεν είμαι η μόνη.

 Γιατί μου μαθαίνει παρκούρ. Ζιγκ-ζαγκ μέσα από τραπεζοκαθίσματα, άλματα ξυστά από πατίνια, ισορροπία σε πλάκες που κουνιούνται, ελιγμοί σε μπάζα και πορτοκαλί δίχτυα περίφραξης, τριπλούν πάνω απ’ τα χαντάκια της οπτικής ίνας, γλιστρήματα αίλουρου γύρω από καφάσια που φυλάνε θέσεις πάρκινγκ, σλάλομ ανάμεσα σε ξεχειλισμένους κάδους που βρομοκοπάνε ελληνικό καλοκαίρι.

 Για τη Στέγη και τα street πάρτι της. All we have is wor(l)ds.
 Γιατί ηρεμώ όταν ακούω το σκουπιδιάρικο να αδειάζει τους κάδους μέσα στη νύχτα. Ο διαλογισμός του Αθηναίου.
 Για το Γκάζι, όπου γυρίσαμε τα «Υπέροχα πλάσματα» και για λίγο ένιωσα ότι όλα αυτά που φαντάζομαι χωράνε στ’ αλήθεια κάπου. Άσχετο. Πότε το Γκάζι έγινε Μπουρνάζι;

 Για το Ηρώδειο. Εκεί όπου το πνεύμα, η ιστορία και η τέχνη βρήκαν το απόλυτο ύψος. Και ο Σάκης Ρουβάς το απόλυτο πάρκινγκ.
 Γιατί είναι σκληρή καργιόλα. Άντεξε όλα τα οράματα όλων των δημάρχων της.

 Γιατί οι ταξιτζήδες της πόλης είναι μύστες. Διδάσκουν ζωή, Παΐσιο, κρυπτονομίσματα, ποιος κινεί τα νήματα στους αεροψεκασμούς, τι μας κρύβουν για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και γιατί γίνονται κόκκινα όλα τα φανάρια ταυτόχρονα. Κι αν κολλήσεις στην Κηφισίας, παίζει να σου διαβάσουν και το χέρι.

 Για τη Ράτκα – έχω κλέψει ένα μικρό σταχτοδοχείο. Συγγνώμη.
 Για το Zoo, το Soul, το Pop, το Χοροστάσιο, το Σκουφάκι, το Guru, το Folie. Όποιος ξέρει ξέρει.

 Για τις κυλιόμενες του Attica. Κάποτε ανεβοκατέβηκα ασταμάτητα μια ολόκληρη μέρα πλαντάζοντας για μάπα γκομενικό. Κατέληξα με το πρώτο μου Zadig & Voltaire παλτό. Γλίτωσα τη συνεδρία.
 Γιατί έζησαν εδώ ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Διονύσης Σαββόπουλος.

 Γιατί με ανέθρεψε με Σταμάτη Γαρδέλη και «Trainspotting», με τάισε Goody’s και σούσι, Κιτσερέλα και Λευτέρη Βογιατζή, μου έπαιξε μουσικές, με χόρεψε, με κούρεψε, μου έκανε ανταύγειες και ψυχοθεραπεία. Χωρίς, φυσικά, να ρωτήσει αν ήμουν έτοιμη. Δεν ήμουν. Ήμουν. Δεν ήμουν. Ήμουν. Ήμουν. Δεν ήμουν.

 Γιατί είναι διπολική. Στο ένα πεζοδρόμιο σουβλίζει αρνιά, στο άλλο χτίζει ουρανοξύστες.
 Για τη σταδιακή μετατόπιση της κουλτούρας της. Παραγγέλνεις νο-μελέτα, μανιταρίτσα, plant based burger. Σ’ τα φέρνουν. Δεν είναι τάση. Είναι στάση.
 Γιατί μου πουλάει ξεδιάντροπα τέσσερα ευρώ τον take away καφέ στην Παγκρατάρα και παίρνω πρωί-απόγευμα.

 Για τα viral κομμωτήρια όπου ακούς Gen Z διαλόγους:
–Πού θα πας Πάσχα;
–Ρέθυμνο, εσύ;
–Πολωνία.
–Εκεί δεν είναι το χωριό του Αϊ-Βασίλη;
–Όχι, ρε, εκεί είναι το Άουσβιτς.
– Α, οκέι.

 Για τις supercalifragilisticexpialidocious γυναίκες της. Που μεγάλωσαν αλλιώς και έγιναν κάτι άλλο. Που δεν περίμεναν να τους δοθεί χώρος και τον πήραν. Που ζουν κι επιβιώνουν μέσα σε πλαίσια που δεν είναι δίκαια και τα αλλάζουν λίγο λίγο. Που δεν εξηγούν τα αυτονόητα. Που έχουν νεύρο, επιμονή και μνήμη. Είναι φίλες μου. Είναι η πόλη.

 Για το Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος. (Όταν ήταν ιππόδρομος, ένα πρωί είδα ένα λευκό άλογο να καλπάζει ξέφρενα προς τη Θησέως. Τους το είχε σκάσει. Το πιάσανε.)
 Για την Ταράτσα του Φοίβου στην Ιερά Οδό. Για τον ίδιο τον Φοίβο.
 Για το τρεντ των βιβλιοπωλείων-καφέ. Κάνε μια βόλτα στο παλιό αρχοντικό σπίτι, στο μυστικό δρομάκι της Ρ. Φεραίου στην Καλλιθέα. Booking Hill. Με ευχαριστείς μετά.

 Για την ATHENS VOICE. Ήμουν εκεί από τότε που στριφογύριζε ακόμα στο μυαλό του μπαμπά της. Και, κάπως, ακόμα είμαι.
 Γιατί κάθε άνοιξη μυρίζουν οι νεραντζιές πιο πολύ από τα σκουπίδια.
 Γιατί με κάνει να νιώθω Παριζιάνα κάθε μήνα που πληρώνω το νοίκι.

 Γιατί «είναι το νέο Βερολίνο». Γελάσαμε κι απόψε.
 Γιατί έχω Athens Syndrome. Κάτι σαν Stockholm Syndrome, αλλά εδώ είναι πιο πλούσιο: σε βασανίζει ολόκληρη η πόλη.

 Γιατί μιλάω γι’ αυτήν σαν πρώην που δεν ξεπέρασα ποτέ και δεν υπάρχει χειρουργείο που μπορεί να τη βγάλει απ’ την καρδιά μου. Κι αν υπήρχε, θα έκλεινα το ραντεβού και δεν θα πήγαινα ποτέ.

 Γιατί, άμα κατέβεις τη Συγγρού, βγαίνεις στη θάλασσα.
 Γιατί τα ήσυχα βράδια ανάβει σαν μεγάλο καράβι.

→ Η Μυρτώ Κοντοβά είναι δημοσιογράφος / σεναριογράφος / συγγραφέας / στιχουργός.