Life in Athens

ΕΙΜΑΣΤΕ από τη ΛΕΩΦΟΡΟ

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο γνωστός σκηνοθέτης θυμάται μια Κυριακή στη Θύρα 13

Σωτήρης Γκορίτσας
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εφηβικές ενοχές, πολιτικές σκιές και οι πρώτες μεγάλες συγκινήσεις στο γήπεδο του Παναθηναϊκού 

Στον Γιώργο Γονιό*

Ξεκινώ οπλισμένος. Η σιδερένια κουδούνα που κρατώ είναι η μεγαλύτερη που βρήκα στο Μοναστηράκι. Κυριακή δώδεκα το μεσημέρι, το κασκόλ στον λαιμό κι αρχίζω να μετρώ τα βήματα. Χίλια διακόσια πενήντα τρία απέχει ο «ναός» από το πατρικό μου. Στα πεντακόσια εβδομήντα επτά, στη Δεινοκράτους, βρίσκω δεξιά μου την πύλη του ΝΝΑ (Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών για τους αμύητους, ΝΝΑ για όσους υπηρετήσαμε στο Ναυτικό).

Ο φρουρός ή καπνίζει στη ζούλα ή κόβει βόλτες ή φλερτάρει. Ή και τα τρία μαζί. Στα εξακόσια δέκα βήματα, πάλι δεξιά μου, θα βρω το καταραμένο στενό. Κατηφορίζει δίπλα στην Αμερικανική Πρεσβεία προς τη Βασιλίσσης Σοφίας. Απέναντί της στέκουν σιωπηλά τα πέτρινα κτίρια, δείγματα «στρατιωτικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Με άλλα λόγια, το ΕΑΤ-ΕΣΑ. Εκεί όπου χτες βράδυ ακούσαμε στο σαλόνι με τον πατέρα μου από το Telefunken ράδιο τη γνωστή μπάσα φωνή της Ντόιτσε Βέλε να λέει ποιοι κρατούνται και ποιους βασανίζει η στρατιωτική χούντα. Τώρα δεν μου αρκούν η Κυριακή, η λιακάδα, ούτε η κουδούνα και το κασκόλ για να βρω ξανά τη χαρά που είχα όταν ξεκίνησα τη μέρα μου. Η εικόνα του βασανιστηρίου λίγα μόλις μέτρα μακριά μού καταστρέφει τα πάντα. Επιταχύνω, προσπερνώ γρήγορα το απεχθές ακόμα και σήμερα στενό.

Μετράω ξανά βήματα, υπερπηδώ μερικά, είναι η ντρίμπλα μου, μήπως κι έτσι ξεπεράσω την ενοχή τού να βαδίζω χαρούμενος την ίδια στιγμή που δίπλα μου κάποιος υποφέρει. Κάτι τέτοια, αυτό το αίσθημα ενοχής όποτε πας να ευχαριστηθείς, με σημαδεύουν από την εφηβεία κιόλας. «Θα τους ξεσκίσουμε, σπόρε. Βάρα την κουδούνα!» H κάθαρση έρχεται από το απέναντι πεζοδρόμιο. Χαμογελώ ντροπαλά στον άγνωστο με τις φαβορίτες και το μακρύ μαλλί και χτυπάω δυνατά την κουδούνα. Θορυβημένες οι νοικοκυρές στο μπαλκόνι κουνούν το κεφάλι και κλείνονται μέσα. Στο παρκάκι «της Έλενας», εδώ όπου γεννήθηκα δεκατρία χρόνια νωρίτερα, βλέπω τώρα στα μακρόστενα παράθυρα τις μητέρες με τις ροζ ρόμπες. Μας δείχνουν στα μωρά που κρατούν στην αγκαλιά τους να κάνουμε ουρά στο ξύλινο υπαίθριο γκισέ για να προμηθευτούμε το μαγικό χαρτάκι.

«Θύρα 13». Μεγάλα πράσινα γράμματα. Το κρατάω σφιχτά, μην πάθω ό,τι ο συμμαθητής μου. Καθ’ οδόν προς το γήπεδο, του το άρπαξαν απ’ το χέρι και γύρισε σπίτι άπραγος. Αυτό το βασανιστήριο, να αντηχούν οι Αμπελόκηποι τη ζητωκραυγή της κερκίδας τη στιγμή που βγαίνει η ομάδα στο γήπεδο κι εγώ να πρέπει να επιστρέψω σπίτι να ακούσω τον αγώνα από το Telefunken, δεν θα το αντέξω.

Ιστορική φωτογραφία με κόσμο στην οδό Τσόχα, έξω από το Γήπεδο Λεωφόρου Αλεξάνδρας, την ιστορική έδρα του Παναθηναϊκού

Απέναντι από το οινομαγειρείο με τους άφταστους ακόμη και σήμερα κεφτέδες, παρά το τσαλακωμένο εισιτήριο, ο φύλακας της θύρας μού επιτρέπει να προχωρήσω στο σκουριασμένο τουρνικέ. Το περνώ στριμωχτά και ορμάω στα τσιμεντένια σκαλιά. Τα σκαλιά που θα με φέρουν όλο και πιο κοντά στη μαγική στιγμή. Στην αποκάλυψη του ηλιόλουστου πράσινου χαλιού. Οι ασβεστωμένες γραμμές το ορίζουν με ακρίβεια, το τέρμα απέναντι έχει άψογα τεντωμένο το δίχτυ του, το βοριαδάκι κάνει τις σημαίες να κυματίζουν, το παλιό ρολόι στέκει πάντα ατάραχο με φόντο τον Υμηττό.

Ποια λόγια, ποια εικόνα μπορεί να περιγράψει αυτή τη στιγμή; Μόνο νότες κλασικής μουσικής ίσως να… «Στο κέντρο, στην επίθεση, έχουμε μια τριάδα…» με επαναφέρει ο Λάκης στην πραγματικότητα «…που δεν υπάρχει όμοια σε όλη την Ελλάδα!» ατακάρουμε αμέσως τραγουδώντας οι υπόλοιποι. «Ρουλαλά, ρουλαλά…» επιβραβευόμαστε μεταξύ μας. Και να που οι ενοχές που είχα όπως ερχόμουν είναι τώρα παρελθόν. Είναι δώδεκα κι ο αγώνας αρχίζει στις τρεις. Το γήπεδο φυσικά είναι ακόμα άδειο. Στη Θύρα μας όμως δεν πέφτει καρφίτσα. Πιστοί, αφοσιωμένοι, στρατιώτες, με τον ήλιο να χτυπάει κατακούτελα, δίνουμε όρθιοι τις εξετάσεις μας στον Λάκη. Γυμνός από τη μέση και πάνω, σκαρφαλωμένος στο κάγκελο να τον βλέπουμε όλοι, μας απευθύνει με την ντουντούκα του καίρια ερωτήματα.

«Ο πρώτος είναι ο ψηλός, που γήπεδα οργώνει…»; «Κι αντί για πόδι δεξιό, έχει ένα κανόνι!» σωστή και άμεση η απάντησή μας. «Ρουλαλά, ρουλαλά…» επιβράβευση. Προσπαθώ συγχρόνως να πλασαριστώ αθόρυβα σε λίγο καλύτερη θέση. Από το σημείο όπου βρέθηκα σπρωγμένος από τους υπόλοιπους βλέπω το μισό μόνο γήπεδο. «Έλα, παιδιά, να στριμωχτούμε όλοι λιγάκι να χωρέσει και το παλικάρι», λέει και μου χαμογελάει ο μεσόκοπος κύριος με το σκούρο γυαλί-καθρέφτη και το κομοδινί μαλλί. «Πρόσεχέ τον, πιτσιρίκο, τον βαψομαλλιά, την τρίζει την όπισθεν», μου ψιθυρίζει ο φαντάρος καθώς τον προσπερνώ για να καθίσω. Δεν την έχω ακούσει την έκφραση, καταλαβαίνω όμως αμέσως. Θα έχω τον νου μου.

Χαμογελάω ένοχα στους διπλανούς που τους στρίμωξα για να χωρέσω. Προσπαθώ να αποφύγω το ενοχλημένο βλέμμα τους και κοιτώ δήθεν αμέριμνος το απέναντι πέταλο. Η Θύρα 7 (καμία σχέση με την ακατονόμαστη) είναι εντελώς άδεια ακόμη. Παραμένει ένα μυστήριο για ποιο λόγο, ενώ έχει την ίδια ακριβώς θέα στο γήπεδο με τη δική μας, το εισιτήριό της είναι ακριβότερο; Δεν άντεξα. Αρκούσαν λίγα παραπάνω κλεμμένα δίφραγκα από την τσέπη του πατέρα για να το διαπιστώσω την επόμενη Κυριακή. Η θέα της στο γήπεδο είναι πράγματι η ίδια. Έχει όμως μία επιπλέον. Από την τελευταία πάνω πάνω κερκίδα της βλέπεις τα καγκελόφρακτα παράθυρα του Αναμορφωτηρίου Θηλέων στην «Πλατεία της Έλενας». Αναμορφωτήριο που μεταμφιέστηκε αργότερα σε σχολείο για να αποφοιτήσει από κει και το ντουβάρι που αργότερα έγινε –«κάναμε» είναι το σωστό– πρωθυπουργό. Στα παράθυρά του τώρα κάθε Κυριακή μεσημέρι στριμώχνονται πίσω από τα κάγκελα οι νεαρές τρόφιμες. Γυμνόστηθες! Διαγκωνίζονται ποια θα βγει πιο μπροστά για να δείξει ανάμεσα από τα κάγκελα το στήθος της σ’ εμάς, τους επίσης γυμνόστηθους στην κερκίδα που ζεματάει ο ήλιος. Οι πιο τολμηροί σχηματίζουν στον αέρα με το πακέτο Santé το νούμερο του τηλεφώνου τους, «Εφτά… δύο… πέντε…» – ο παλιός κώδικας των κομμουνιστών φυλακισμένων, που θα μαθαίναμε χρόνια αργότερα από την ταινία «Πέτρινα Χρόνια». Κάποιες γυμνόστηθες ανταποκρίνονται. Τις βλέπουμε να αναζητούν χαρτί και μολύβι να σημειώσουν το νούμερο.

Κορίτσια πίσω από τα καγκελόφρακτα παράθυρα του Αναμορφωτηρίου Θηλέων στην πλατεία «Έλενα»

Μούσκεμα στον ιδρώτα, ο δασύτριχος διπλανός μου κάποια στιγμή απογοητεύεται που η γυμνόστηθη δεν καταλαβαίνει τα σήματά του. Κάνει τις παλάμες του χωνί και της ουρλιάζει ένα ένα τα νούμερα. Η κερκίδα υποδέχεται τον αριθμό τηλεφώνου με «άξιος», «πανάξιος» και ζεστό χειροκρότημα. Ένας δυο μάλιστα το σημειώνουν κρυφά στο πακέτο για βραδινή τηλεφωνική φάρσα. Πίσω από τα κάγκελα δυο γυμνόστηθες ξεμαλλιάζονται. Θεωρούν η καθεμιά ότι σ’ εκείνη το φωνάζει ο δασύτριχος. Διακόσια μέτρα η απόσταση. Δύσκολο να δεις καθαρά. Όπως δύσκολα βλέπεις και χαρακτηριστικά προσώπου. Στήθος μόνο. Αλλά αρκεί. Δεν έχει σημασία το πρόσωπο, άλλο μετράει, είναι ένα ακόμη χρήσιμο μάθημα της εφηβείας. Το οποίο επιβεβαιώνω μάλιστα το βράδυ σβήνοντας το φως στο κομοδίνο και σε λίγο την υπερδιέγερση από την ακατανίκητη φαντασίωση: είμαι ο μοναδικός αρσενικός που μπήκε ποτέ στο αναμορφωτήριο… λιμάρισαν για μένα οι γυμνόστηθες τα κάγκελα… τρύπωσα… και ολόγυμνες τώρα, γονατισμένες μπρος στον θρόνο μου… ξανθιές ή μελαχρινές, με εκλιπαρούν να τις διαλέξω.

Τρίτο πολύτιμο μάθημα της εφηβείας, οι φαντασιώσεις δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα. Οι τρόφιμες δεν λιμάρισαν ποτέ κάγκελο. Έσκαψαν όμως τούνελ. Τούνελ που βγάζει στο απέναντι πεζοδρόμιο, στο τέρμα των λεωφορείων του ΚΤΕΛ. Το είδα με τα μάτια μου. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βαρέθηκα να με ρωτούν οι θειάδες για τους βαθμούς μου πριν επιστρέψουν στην ατέρμονη συζήτηση για το πότε θα πέσει η χούντα. Βγήκα στο μπαλκόνι της γωνιακής πολυκατοικίας, όπου έμενε ο θείος Μιχάλης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ, στέλεχος μετά της ΔΕΗ. Την πλάκα του πεζοδρομίου την είδα με τα μάτια μου να ανασηκώνεται. Δεν ήταν σινεμά. Πραγματικότητα. Ξεπρόβαλε κυριολεκτικά μέσα από τη γη μία από τις γυμνόστηθες. Κάτασπρα τα μακριά μαλλιά της από τη σκόνη, καταξεσκισμένο το μαύρο της νυχτικό. Σηκώθηκαν από τον φραπέ οι οδηγοί των λεωφορείων, κάτι με μουστάκια και κομπολόγια, να τη συλλάβουν. Δεν έκανε το παραμικρό, τους περίμενε ακίνητη. Μόλις την πλησίασαν όλο μαγκιά και αγριάδα, απλά σήκωσε τα κατάμαυρα μακριά νύχια της μπρος στα πρόσωπά τους. Κάτι πρέπει να τους ψιθύρισε κι αμέσως οπισθοχώρησαν. Κι ας ήταν δέκα αυτοί και μία εκείνη. Μόνο όταν εξαφανίστηκε τρέχοντας στο παρκάκι «της Έλενας» ξεθάρρεψαν κι έκαναν δήθεν πως την κυνηγούσαν. Για να επιστρέψουν γρήγορα στο τσιγάρο και τον φραπέ. Ένα, λοιπόν, ακόμα μάθημα για το τι είναι ο «μάγκας». Τη συνέχεια, όταν έφτασε το περιπολικό, δεν την είδα. Με μάζεψε μέσα ο «Καπετάν Ορέστης» να κόψουμε τη βασιλόπιτα. «Sanyo, ένα τρανζίστορ σπάνιο! Και η ομάδα θα κατέλθει με τους: Οικονομόπουλο, Σούρπη, Καμάρα, Καψή…»

Πότε πήγε κιόλας τρεις; Αν και βαλαντωμένος πια τρεις ώρες στον ήλιο, ξαναγεννιέμαι. Πρώτη, όπως πάντα, θα ξεπροβάλει από την καταπακτή η γνωστή φιγούρα, ο «Κοντός». Με το δέκα στην πλάτη. Πίσω του, μαυροφορεμένος και πάντα ιππότης, το «Πουλί». Τρίτος ο ψηλός από την Ξάνθη με τη χωρίστρα, αυτός που «…αντί για πόδι δεξιό, έχει ένα κανόνι». Ανατριχιάζω, δεν με πτοεί ο γελοίος ύμνος στα μεγάφωνα. Όπως ανατριχιάζω και σήμερα. Μάθημα; Δεν έχει καμία σημασία η «καλλιτεχνία» του προϊόντος, το πώς το ζεις έχει τη σημασία. Προσπαθώ να ζητωκραυγάσω, η φωνή μου έχει ξοδευτεί, δεν βγαίνει. «Φωνάχτε, ρε ψοφίμια!» ο φαντάρος που με προειδοποίησε νωρίτερα. «Φώναξε, ρε πάτερ!» στον παπά δίπλα, που έφερε και την κορούλα του. «Φωνή, ρε φίλε, φωνή, όχι…!» στον Κολωνακιώτη με το πράσινο Λακόστ που έκανε το λάθος να φέρει μαζί και την ξανθιά συνοδό του. Θα το καταλάβει καλά μετά από ενενήντα λεπτά στο στριμωξίδι της εξόδου. «Σιγά, ρε παιδιά, μη σπρώχνετε, είναι και γυναίκες εδώ…» μου κλείνει το μάτι ο κολλημένος πίσω της φαντάρος.

Για τα κατορθώματα της ομάδας τι να πω; Όποιος ήταν παρών ξέρει. Οι υπόλοιποι ας μείνουν στη μιζέρια τους ψελλίζοντας για χούντες, Δέσποινες και Ασλανίδηδες. Τους ακούω και γελάω. Ήμουν μέσα, σας λέω. Το είδα με τα μάτια μου. Μου κόπηκε η ανάσα στο 73΄. Η βολίδα του Γιουγκοσλάβου Κάρασι σύριζα ξυστά στο δοκάρι πήγαινε κατευθείαν γκολ. Ίσα που πρόλαβε και το έσωσε ο αίλουρος τερματοφύλακάς μας, με απίστευτη υπερένταση. Δεκαπέντε μόλις λεπτά πριν από τη λήξη, αν έμπαινε, ποιο Γουέμπλεϊ και ποιος Άγιαξ; Αν ήταν λοιπόν πληρωμένο, γιατί σούταρε ο Κάρασι; Συνεχίστε. Συνεχίστε να λέτε, κι όταν φτάσετε κι εσείς σε τελικό Πρωταθλητριών, ελάτε να τα ξαναπούμ…

Τον συλλογισμό μου διακόπτουν τα κορναρίσματα πίσω μου. Έχω μποτιλιαριστεί ώρα στη Φειδιππίδου των Αμπελοκήπων. Ασπρομάλληδες σήμερα και οι δυο μας, τον χαζεύω που στέκεται στην πόρτα του άδειου μαγαζιού του κάτω από τη λιτή ταμπέλα. Λιτή, όπως το παιχνίδι του. «Αθλητικά Γονιός», ξερό, τίποτα άλλο. Άκουσε τις κόρνες και βγήκε. Με κοιτάζει σταματημένο στη μέση του δρόμου να του χαμογελάω. Ανοίγω το παράθυρο. Τον εξετάζω πρόχειρα. «Δεν είναι ο Εουσέμπιο, δεν είναι ο Αλταφίνι…»; Χαμογελάει. «Είναι ο Χάρης ο Γραμμός από τη Μυτιλήνη». Περνάει φυσικά με άριστα το τεστ. «Προχώρα όμως τώρα, γιατί μας ξεκούφαναν». Κλείνω το παράθυρο, με χαιρετά χαμογελώντας, τον αποχαιρετώ και χάνομαι. Είμαστε όμως και θα είμαστε για πάντα από τη Λεωφόρο.

→ Ο Σωτήρης Γκορίτσας είναι σκηνοθέτης.

* Γιώργος Γονιός, 1946-2026. Σέντερφορ και σέντερμπακ, πρωταγωνιστής του νταμπλ του 1969, μέλος της χρυσής ομάδας του 1971, που έφτασε στον τελικό του Γουέμπλεϊ.

Κεντρική Φωτογραφία - Σύνθεση: Το Γήπεδο Απόστολος Νικολαΐδης, η ιστορική έδρα του Παναθηναϊκού, από την οδό Τσόχα και κορίτσια πίσω από τα καγκελόφρακτα παράθυρα του Αναμορφωτηρίου Θηλέων στην πλατεία «Έλενα»: Βασίλης Καββαθάς, «Αναμορφωτήρια. Η αλήθεια ολόγυμνη!...», Ο Ταχυδρόμος 4/1134, 22.1.1976, και Μαρία Φαφαλιού, «Κορίτσια στο περιθώριο», εκδ. Αλεξάνδρεια.