Life in Athens

Ο Αλέκος Λιδωρίκης και η Αθήνα που άλλαξε μαζί μας

Χίλια τεύχη ATHENS VOICE μετά, ένας 20άρης του 2003 συναντά τον εαυτό του στο σήμερα

Αλέκος Λιδωρίκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Αθήνα, η τεχνολογία και η ζωή στην πόλη που αλλάζει συνεχώς

Αν υπάρχει κάτι που αγαπάμε στην Αθήνα, ίσως είναι ότι καταφέρνει να χωρά πολλές πόλεις μαζί. Την Αθήνα που θυμάσαι, την Αθήνα που έχασες, εκείνη που αλλάζει μπροστά σου κι εκείνη που ανακαλύπτεις ξανά χωρίς να το περιμένεις. Ένα απόγευμα, κάπου ανάμεσα στο Σύνταγμα και στο Μοναστηράκι, αν μπορούσε να γίνει μια παράξενη συνάντηση και ένας 20άρης από τον Οκτώβριο του 2003 βρισκόταν ξαφνικά απέναντι στον εαυτό του είκοσι τρία χρόνια μετά, στο σήμερα, θα στέκονταν για λίγο αμήχανα, θα κοιτάζονταν σαν να αναγνωρίζονται και ταυτόχρονα σαν να προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον κόσμο του άλλου.

Ο πρώτος έχει στις τσέπες του κλειδιά, πορτοφόλι, κι ίσως είναι ένας από τους λίγους της ηλικίας του που έχει μαζί του ένα κινητό που να κάνει κυρίως αυτό που μέχρι πριν από μερικά χρόνια ξέραμε: τηλεφωνικές κλήσεις και να στέλνει SMS. Ίσως έχει κατεβάσει μια πολυφωνική μελωδία που τότε θεωρούνταν μικρό τεχνολογικό επίτευγμα. Έχει κανονίσει συνάντηση στις επτά έξω από το μετρό στο Σύνταγμα. Αν αργήσει ο φίλος του, απλώς θα περιμένει. Δεν υπάρχει live τοποθεσία, δεν υπάρχει εφαρμογή που να δείχνει πού βρίσκεται ο άλλος, ούτε αυτόματο μήνυμα «έρχομαι σε πέντε», την ώρα που κάποιος μόλις έχει βγει από το σπίτι.

Ο δεύτερος κοιτάζει μια οθόνη. Το κινητό του γνωρίζει ήδη πού βρίσκεται, πού πηγαίνει, πόσο χρόνο χρειάζεται για να φτάσει, τι μουσική ακούει, ποια διαδρομή θα ακολουθήσει και τι έχει προγραμματίσει για το βράδυ. Δεν θυμάται τηλέφωνα, δεν κρατά σημειώσεις, δεν ψάχνει διευθύνσεις σε χαρτάκια. Μέσα σε μια συσκευή χωρά η παρέα του, οι τραπεζικές συναλλαγές του, οι φωτογραφίες του, οι μετακινήσεις του, η ενημέρωσή του και ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς του.

Οι δυο τους πιθανότατα θα δυσκολεύονταν να εξηγήσουν ο ένας στον άλλον τη ζωή τους. Γιατί ο 20άρης του 2003 μεγάλωσε σε μια Αθήνα λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, σε μια πόλη γεμάτη εργοτάξια, προσδοκία και αλλαγές. Παντού υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι μεγάλο ετοιμάζεται. Το μετρό ήταν κάτι καινούργιο για τους κατοίκους της πόλης, το τραμ επέστρεφε, νέοι δρόμοι κατασκευάζονταν, οι προσόψεις όλων σχεδόν των πολυκατοικιών φρεσκάρονταν και η Αθήνα έμοιαζε να προετοιμάζεται για μια στιγμή που πίστευε ότι θα την άλλαζε οριστικά. Τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Κάπου εκεί, τον Οκτώβριο του 2003, εμφανίστηκε και η ATHENS VOICE. Από την πρώτη στιγμή ως free press και με μια διαφορετική αντίληψη για το πώς ένα έντυπο μπορούσε να συνομιλεί με την πόλη του. Δεν την αγόραζες, τη συναντούσες – σε ένα σταντ έξω από έναν σταθμό, σε ένα καφέ, σε μια γωνιά που ήξερες ότι κάθε εβδομάδα θα βρίσκεται εκεί. Την έπαιρνες βιαστικά πριν εξαντληθεί, τη δίπλωνες κάτω από το χέρι και κάπως έτσι ξεκινούσε η εβδομάδα της πόλης. Κάποιοι άνοιγαν πρώτα τα εξώφυλλα, άλλοι έψαχναν τις εξόδους, τις μικρές ειδήσεις, τις φωνές και τις ιστορίες της Αθήνας. Δεν ήταν απλώς μια εφημερίδα, αλλά ένας τρόπος να παρακολουθείς τον παλμό της πόλης.

Εκείνος ο 20άρης του 2003 είναι σήμερα 43 ετών. Κι αν ξανασυναντούσε τον εαυτό του τότε, ίσως δυσκολευόταν να του εξηγήσει πόσο γρήγορα μετακινήθηκε ο κόσμος από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή. Το 2003 η κινητή τηλεφωνία, εάν και είχε ήδη συμπληρώσει περίπου μία δεκαετία παρουσίας στην Ελλάδα και είχε αποκτήσει σημαντική δυναμική, βρισκόταν ακόμη σε μια ενδιάμεση φάση. Το κινητό ήταν κυρίως εργαλείο επικοινωνίας και όχι τρόπος ζωής. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγα χρόνια αργότερα μια μικρή συσκευή θα μετατρεπόταν σε χάρτη, τραπεζικό κατάστημα, φωτογραφική μηχανή, τηλεόραση, μέσο πληρωμών, εισιτήριο και προσωπικό ημερολόγιο. Η πραγματική τομή ήρθε από το 2007 και μετά, με την έλευση των smartphones. Και κάπου εκεί ξεκίνησε μια σιωπηλή επανάσταση που άλλαξε όχι μόνο τις συσκευές αλλά και τις συνήθειες μιας ολόκληρης γενιάς.

Το 2008 αποδείχθηκε χρονιά-ορόσημο. Το Facebook μεταφράστηκε στα ελληνικά και από μια σχετικά περιορισμένη ψηφιακή συνήθεια πέρασε στη μαζική χρήση. Οι παρέες απέκτησαν νέο τόπο συνάντησης. Λίγο αργότερα, περίπου το 2009 και το 2010, εμφανίστηκε πιο δυναμικά και το Twitter, δημιουργώντας έναν διαφορετικό πυρήνα χρηστών γύρω από την επικαιρότητα, τα media και την πολιτική συζήτηση.

Ο 20άρης του 2003 πιθανότατα θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί εκατομμύρια άνθρωποι φωτογραφίζουν σήμερα έναν καφέ, μια διαδρομή ή ένα ηλιοβασίλεμα. Γιατί τότε οι φωτογραφίες είχαν άλλη διαδρομή και άλλη αξία. Τις τραβούσες, με ψηφιακή κάμερα, περίμενες, κάποιες τις εμφάνιζες, τις κρατούσες. Κατέληγαν σε άλμπουμ, σε συρτάρια και σε κορνίζες. Σήμερα μια φωτογραφία μπορεί να ζήσει δεκαπέντε δευτερόλεπτα σε ένα story, πριν χαθεί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες εικόνες. Από την αναμονή περάσαμε στην ακαριαία δημοσίευση, από τη μνήμη περάσαμε στο διαρκές μοίρασμα.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τα χρήματα. Το 2003 το πλαστικό χρήμα για έναν νέο άνθρωπο δεν ήταν αυτονόητη συνήθεια. Τα μετρητά κυριαρχούσαν, οι τράπεζες έκαναν τα πρώτα τους βήματα στο internet banking και φυσικά η έννοια mobile banking δεν υπήρχε ακόμη στη συζήτηση. Σήμερα η εικόνα μοιάζει σχεδόν αντίστροφη. Το πλαστικό χρήμα έγινε ψηφιακό χρήμα και περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια ενεργοί χρήστες πραγματοποιούν συναλλαγές μέσα από κινητές συσκευές και ψηφιακά πορτοφόλια.

Από τότε μεσολάβησαν πολλά. Ολυμπιακοί Αγώνες, οικονομική κρίση, μνημόνια, κοινωνικές ανατροπές, πανδημία, ψηφιακός μετασχηματισμός, έκρηξη του τουρισμού, γεωπολιτικές εξελίξεις και συγκρούσεις που δεν ήταν μακριά από τη γεωγραφική γειτονιά μας. Η Αθήνα άλλαξε πολλές φορές πρόσωπο, είδε γειτονιές να μεταμορφώνονται, το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος να γίνεται νέο σημείο αναφοράς, την παραλιακή να αποκτά άλλη δυναμική και το Ελληνικό να υπόσχεται μια νέα εκδοχή της πόλης, μια νέα πόλη μέσα στην πόλη, μια πόλη των 15 λεπτών, όπου όλα θα γίνονται χωρίς αυτοκίνητο.

Πάρκο Σταύρος Νιάρχος | ΚΠΙΣΝ © Αλέκος Λιδωρίκης

Και όμως μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή των χιλίων τευχών και των είκοσι τριών χρόνων, ίσως υπάρχουν πράγματα που δεν άλλαξαν ποτέ πραγματικά. Γιατί είτε είσαι ο 20άρης του 2003 είτε ο σημερινός 20άρης, εξακολουθείς να ψάχνεις περίπου τα ίδια πράγματα, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Μια παρέα, μια βόλτα, ένα στέκι, μια φιλία, μια σχέση κι εκείνη την αμυδρή αίσθηση ότι κάπου στην πόλη κάτι συμβαίνει και δεν θέλεις να το χάσεις.

Χίλια τεύχη μετά, ίσως αυτό να είναι τελικά και κάτι απ’ όσα αγαπάμε στην Αθήνα. Όχι επειδή είναι εύκολη πόλη, δεν ήταν ποτέ. Ούτε επειδή μένει ίδια, δεν έμεινε ποτέ. Αλλά γιατί συνεχίζει να σου δίνει την αίσθηση πως κάτι υπάρχει λίγο παρακάτω. Στην επόμενη γωνία, στην επόμενη διαδρομή, στην επόμενη συνάντηση. Μια πόλη που αλλάζει διαρκώς, αλλά εξακολουθεί να κρατά την ίδια υπόσχεση. Ότι κάπου κάτι συμβαίνει και δεν θέλεις να το χάσεις. Ίσως αυτή να είναι τελικά και η ιστορία της ATHENS VOICE. Όχι μόνο η ιστορία μιας εφημερίδας, αλλά η ιστορία μιας πόλης που εδώ και χίλια τεύχη συνεχίζει να ψάχνει το επόμενο σημείο συνάντησης.

© Αλέκος Λιδωρίκης