Life in Athens

Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας: Το χρονικό της πρώτης «ευρωπαϊκής λεωφόρου» της πόλης

«Την παραλάβαμε Αθήνα και την καταντήσαμε μια οποιαδήποτε πόλη» - Κωστής Παλαμάς

Τάνια Σκραπαλιώρη
ΤΕΥΧΟΣ 849
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

«Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας: Το Χρονικό του Ομορφότερου Δρόμου της Αθήνας», το νέο βιβλίο του Κώστα Χατζιώτη, ένα ταξίδι στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αιώνα.

Yπάρχουν για όλους μας –όσους τουλάχιστον περπατάμε σε αυτήν ή σε κάποια πόλη του κόσμου επειδή μας αρέσει και όχι γιατί πρέπει– δρόμοι που έχουν ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, δρόμοι που μας εντυπωσιάζουν ή μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι κάπου ανήκαμε, δρόμοι που αγαπάμε. Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί ο σκοπός του δρόμου, το σημείο στο οποίο σε οδηγεί επενδυμένος με τις εικόνες εκατέρωθεν, στα πεζοδρόμια, στα σπίτια και στα κτίριά του, η δυναμική ενός προορισμού σε συνδυασμό με τον σταματημένο χρόνο της περιπλάνησης, λειτουργούν ως ένα παράξενα γοητευτικό μείγμα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Είναι σαν να περπατάς προς το αύριο, διασχίζοντας ένα μουσείο που το τελευταίο του έκθεμα προστέθηκε την τελευταία φορά που περπάτησες αυτόν τον δρόμο.

Πανοραμική άποψη της λεωφ. Βασ. Σοφίας. Στο κέντρο δεσπόζει το Χίλτον. Αριστερά το άλσος της Ριζαρίου © Βιβλίο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας»

Για τον Κώστα Χατζιώτη η Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας ήταν ένας δρόμος - αντικείμενο αγάπης και θαυμασμού από τα παιδικά του χρόνια, από τις πρώτες βόλτες με τον πατέρα του στον Εθνικό Κήπο. Θαυμάζοντας τα «καλλιμάρμαρα» μέγαρα και τα επιβλητικά κτίρια έδωσε στον μικρό του εαυτό την υπόσχεση να καταγράψει μια μέρα την ιστορία αυτού του μοναδικού δρόμου. Μια υπόσχεση που τήρησε πολλά χρόνια αργότερα, μετά από μια πολύχρονη έρευνα και μελέτη που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και απέδωσε τους καρπούς της στην πρόσφατη πολυτελή έκδοση των εκδόσεων Παρισιάνου, με τίτλο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας: Το Χρονικό του Ομορφότερου Δρόμου της Αθήνας».

Στο έργο αυτό ο Κώστας Χατζιώτης δεν καταγράφει απλώς –όπως ίσως θα περίμενε κανείς– τις ιστορίες των κτιρίων και των οροσήμων της λεωφόρου, αλλά καταγίνεται με δεκάδες μικρές και μεγάλες άγνωστες ιστορίες πίσω από αυτά, τις ιστορίες των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες σχηματίζεται εν τέλει η μαγική εικόνα της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Διότι πραγματικά, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας στον πρόλογο, η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας υπήρξε από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και για όλο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα η βιτρίνα αλλά και η καρδιά της Αθήνας, ένας δρόμος κορυφαίας σημασίας, λόγω τόσο της γειτνίασής του με τα ανάκτορα όσο και της άμεσης πρόσβασης που πρόσφερε στα εξοχικά, βόρεια προάστια της εποχής, η πρώτη «ευρωπαϊκή λεωφόρος» της πόλης. Μια λεωφόρος που στέγασε τις κυριότερες κρατικές υπηρεσίες, νοσοκομεία, πρεσβείες και μουσεία, αποτελώντας έτσι, με την πάροδο του χρόνου «ένα μοναδικό πανόραμα» – ένας «κατεξοχήν αθηναϊκός δρόμος» συνδεδεμένος άμεσα όχι μόνο με την ιστορία της Αθήνας αλλά και όλης της χώρας.

Σε αυτό το χρονικό ο αναγνώστης που αγαπά την αθηναϊκή (και όχι μόνο) ιστορία θα βρει πλούσιο υλικό και πολλά ερεθίσματα που θα τον κάνουν να ξεσκονίσει τις ιστορικές γνώσεις του και να θελήσει να αποκτήσει νέες. Να παρακολουθήσει μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τον δρόμο όσο και την εποχή, από την επιστροφή και τη νικητήρια παρέλαση των νικητών των Βαλκανικών Πολέμων μέχρι τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, μπροστά στο νούμερο 77 της Λ. Βασιλίσης Σοφίας την 31η Ιουλίου του 1920, και την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1933. Να γνωρίσει τους επώνυμους Αθηναίους μιας άλλης εποχής – τον Ανδρέα Συγγρό, τον Παύλο Καλλιγά και τον Αλέξανδρο Ζαΐμη μεταξύ άλλων για τους οποίους η Λ. Βασιλίσσης Σοφίας ήταν «ο αγαπημένος τους περίπατος». Να περιηγηθεί στα μεγάλα ορόσημα του δρόμου, σε εκείνα που υπάρχουν όσο και ο δρόμος αλλά και στα πιο σύγχρονα, σε αυτά που σώζονται μέχρι σήμερα, όσο και σε εκείνα που τα τελευταία ίχνη τους σκεπάστηκαν από τη λαίλαπα της εξέλιξης. Στην κραταιά Μονή Πετράκη, στον Εθνικό Κήπο που δημιούργησε με πολύ μεράκι και καραβιές «ευγενή δένδρα» από τη Γένοβα η βασίλισσα Αμαλία, στο Παλατάκι της Βουλής, στο μέγαρο της Δουκίσσης Πλακεντίας –νυν Βυζαντινό Μουσείο– και στο Λύκειο του Αριστοτέλη, αλλά και σε άλλα πιο οικεία τοπόσημα που επιβεβαιώνουν τη διαχρονική αξία της Λεωφόρου, όπως το Πολεμικό Μουσείο και το Ξενοδοχείο Χίλτον. Λειτουργεί δηλαδή αυτό το βιβλίο με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο ως ιστορικό ντοκιμαντέρ, με κάθε σελίδα και ένα καρέ από τα επίκαιρα μιας άλλης εποχής.

Η «νέα» λεωφόρος έμελλε να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην αλματώδη εξέλιξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, ωστόσο ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ένας δρόμος που διέσχιζε χωράφια

H γένεση μιας λεωφόρου
Μπορεί για τους Αθηναίους του σήμερα η Βασιλίσσης Σοφίας να είναι μία από τις βασικότερες οδικές αρτηρίες της πόλης που συνδέει την καρδιά του κέντρου με τις παρυφές του, μια πολύβουη λεωφόρος με συνεχή κίνηση, όμως –όπως και πολλά άλλα πράγματα στη σημερινή Αθήνα των 4 εκ. κατοίκων– δεν ήταν πάντοτε έτσι. Για την ακρίβεια η μόνη οδός που υπήρχε πέριξ των Παλαιών Ανακτόρων, των ανακτόρων του Όθωνα και νυν Βουλής των Ελλήνων που ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο 1836 - 1947, ήταν ένα αγροτικό μονοπάτι που ξεκινούσε από τη Μεσογείτικη Πόρτα, που έστεκε στη σημερινή συμβολή της Λεωφόρου Αμαλίας με την Όθωνος, και κατέληγε στα χωριά του Μαραθώνα.

Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, το όραμα του επιβλέποντος την ανέγερση των ανακτόρων υπολοχαγού Hoch για μια μεγάλη «ευρωπαϊκή λεωφόρο» πλάι στα ανάκτορα υπήρχε μόνο στα χαρτιά, στο σχέδιο που κατήρτισε ο τελευταίος για την πόλη των Αθηνών, ενώ παρέμεινε εκεί μέχρι και την έλευση του βασιλιά Γεωργίου Α’, οπότε και άρχισε να διαμορφώνεται η λεωφόρος Κηφισίας και να εμφανίζονται οι πρώτες οικοδομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και την κατάρτιση του νέου σχεδίου πόλεως την περίοδο 1864 - 1865 από τη Διεύθυνση Μηχανικών του Στρατού και τη χάραξη της πρώτης εκδοχής της λεωφόρου η περιοχή πέριξ των ανακτόρων περιγράφεται ως «γυμνός πάσης οικοδομής» με λίγες μόνο δεντροστοιχίες και γεωτεμάχια που πωλούνταν σε ευτελείς τιμές, ενώ τα μοναδικά καταγεγραμμένα οικήματα ήταν το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας και η  Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη (όπου σήμερα στεγάζεται μέρος των υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών).

Η «νέα» αυτή λεωφόρος έμελλε να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην αλματώδη εξέλιξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, ωστόσο ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ένας δρόμος που διέσχιζε χωράφια. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του μαθητή Δημήτριου Σκουζέ (1890 – 1973), ο οποίος αφηγείται ότι ένα από τα «αθλήματα» στα οποία επιδίδονταν τότε οι μαθητές του Λυκείου ήταν «ο πετροπόλεμος που διεξήγετο στα γειτονικά χωράφια της οδού Ρηγίλλης και Βασιλίσσης Σοφίας, καθώς πέραν του Ευαγγελισμού ήταν όλο χωράφια».

Οι οδωνυμικές περιπέτειες της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας

Η Βασ. Σοφίας στη συμβολή της με τις λεωφόρους Αλεξάνδρας και Κηφισίας, τη δεκαετία του 50 (Αρχείο Ηρακλή Χατζηαριστείδη) © Βιβλίο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας»

Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας αποτέλεσε ίσως την «πρωταθλήτρια» των μετονομασιών και των οδωνυμικών περιπετειών που έχουν γνωρίσει πολλοί αθηναϊκοί δρόμοι. Στην αρχική εκδοχή του δρόμου, ως αδιαμόρφωτης αγροτικής οδού που οδηγούσε στα Μεσόγεια και στον Μαραθώνα, η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας ήταν γνωστή ως ο «δρόμος του Μαραθώνα». Αργότερα με την ουσιαστική χάραξη της νέας «ευρωπαϊκής» αρτηρίας και την επέκτασή του προς τα βόρεια η ονομασία άλλαξε σε λεωφόρο Κηφισίας, μέχρι το 1912 και την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να τη μετονομάσει σε λεωφόρο Διαδόχου Κωνσταντίνου, προς τιμήν του διαδόχου και αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου, που οδηγούσε τον ελληνικό στρατό νικηφόρα στα πεδία της Μακεδονίας. Το οδωνυμικό αυτό επιβίωσε ακόμη και του Εθνικού Διχασμού και της αποχώρησης του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μέχρι το 1921 οπότε και επανήλθε το παλαιότερο οδωνυμικό της λεωφόρου Κηφισίας.

Η λεωφόρος απέκτησε το όνομα της Βασιλίσσης Σοφίας επίσημα το 1932, με την αναγγελία του θανάτου της, κατόπιν σχετικής πρότασης του τότε δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη. Η συνήθεια ωστόσο και τα πολιτικά πάθη της εποχής περιέπλεξαν τα πράγματα καθώς πολλοί Αθηναίοι αρνούνταν να αποδεχθούν τη νέα ονομασία που τιμούσε μια βασίλισσα που τόσο πολύ είχε κατηγορηθεί για εύνοια προς τον εχθρό. Έτσι για πολλά χρόνια χρησιμοποιούνταν στην πράξη παράλληλα και τα δύο οδωνυμικά, προκαλώντας σύγχυση και τραγελαφικές καταστάσεις, περνώντας ακόμη και στους επίσημους οδηγούς πόλης και τηλεφωνικούς καταλόγους. Με την πάροδο των ετών, ωστόσο, η νέα ονομασία καθιερώθηκε στις συνειδήσεις, παραμένοντας σταθερή εν μέσω κινημάτων, πολέμων και δικτατοριών, μέχρι που ξαφνικά το 1986, λίγο μετά τις δημοτικές εκλογές, κατά τις οποίες ο μέχρι τότε δήμαρχος Αθηναίων Δημήτρης Μπέης ηττήθηκε από τον Μιλτιάδη Έβερτ, αποφασίστηκε λίγο πριν την παράδοση στη νέα δημοτική αρχή και χωρίς να μεσολαβήσει η απαραίτητη έγκριση της τότε νομαρχίας, η μετονομασία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας σε λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από τον νέο δήμαρχο, μέσω της νόμιμης οδού κατόπιν γενικής κατακραυγής ενώ η τελευταία οδωνυμική περιπέτεια για τη λεωφόρο σημειώθηκε το 2006, με την εισήγηση του τότε δημοτικού συμβούλου Χρήστου Παπουτσή για τη μετονομασία της σε λεωφόρο Ανδρέα Παπανδρέου. Η εισήγηση αυτή που έγινε κατ’ αρχήν δεκτή από το δημοτικό συμβούλιο ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και διαβημάτων στις ανώτερες αρχές και αξιώματα, με αποτέλεσμα η νομαρχία να μην επικυρώσει τελικώς την απόφαση. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα της εισήγησης της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως του Δήμου Αθηναίων, όπου αναφέρεται ότι «η άποψη της Υπηρεσίας είναι να μην γίνονται μετονομασίες οδών και μάλιστα κεντρικών αρτηριών, διότι δημιουργούνται προβλήματα στους πολίτες και σπάνια υιοθετούνται από αυτούς». Κάπως έτσι η Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας διατήρησε το όνομα που αν και δεν υιοθετήθηκε και αυτό ιδιαίτερα εύκολα από τους Αθηναίους του Μεσοπολέμου, εν τούτοις κατάφερε να επιβιώσει και να επικρατήσει, ταυτιζόμενο άρρηκτα με τη λαμπρή αστική ιστορία των κτιρίων της και των ανθρώπων τους.

Από τα σανοπωλεία στα ζυθοπωλεία
Ποιος θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι ένας δρόμος όπως η Βασιλίσσης Σοφίας θα μπορούσε να φιλοξενήσει ένα σανοπωλείο; Κι όμως από τους πρώτους οδηγούς της πόλης των Αθηνών προκύπτει ότι στην πρώιμη Βασιλίσσης Σοφίας, εκτός από τα καφενεία και τις ταβέρνες που συνυπήρχαν με τα μέγαρα των τραπεζιτών και των αριστοκρατών, υπήρχαν και σανοπωλεία, και μάλιστα δύο γειτονικά, στο νούμερο 6 και στο νούμερο 8 της λεωφόρου γύρω στο 1900. Μπορεί η αναφορά στα σανοπωλεία επί της Βασιλίσσης Σοφίας να ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη και να φαντάζει ως ανορθογραφία, αν αναλογιστεί όμως ότι εκείνη την εποχή οι ιππήλατες άμαξες αντικαθιστούσαν τα μετέπειτα αυτοκίνητα θα μπορεί να φανταστεί την ύπαρξη αυτών των προδρόμων των πρατηρίων καυσίμων, ένα εξαιρετικό δείγμα της εξέλιξης των δρόμων μαζί με την εποχή τους.

Στη Βασιλίσσης Σοφίας έκαναν όμως και την πρώτη τους εμφάνιση τα περίφημα «ζυθοπωλεία», εξοχικά κέντρα που πρόσφεραν το ξενόφερτο, άγνωστο τότε στους Αθηναίους, βαυαρικό ποτό της μπίρας. Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας –τότε Κηφισίας– ήταν άλλωστε στο μεταίχμιο των δύο αιώνων ο αγαπημένος περίπατος των Αθηναίων, και καθώς ο ζύθος άρχισε να γίνεται δημοφιλής στην «εκλεκτή αθηναϊκή κοινωνία» η νέα λεωφόρος για να λειτουργήσουν τα πρώτα ζυθοπωλεία – με τα πρώτα να χρονολογούνται ήδη από τη δεκαετία του 1860. Έτσι την επόμενη φορά που ο Αθηναίος αναγνώστης θα πιει την μπίρα του σε κάποιο από τα κλασσικά στέκια του κέντρου, θα ξέρει ότι το πρώτο ζυθοπωλείο λειτούργησε πριν 150 χρόνια, στην πρώτη αθηναϊκή λεωφόρο του πρώτου επίσημου ελληνικού κράτους.

Η στρατιωτική προϊστορία του Πάρκου Ελευθερίας
Ο χώρος που εκτείνεται στην αριστερή πλευρά της Λ. Βασιλίσσης Σοφίας, από τα Ιλίσια μέχρι την Αμερικανική Πρεσβεία, είναι σήμερα η πράσινη όαση στην καρδιά της πόλης, γνωστή ως Πάρκο Ελευθερίας – ένα μέρος που απέκτησε ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία στους καιρούς της καραντίνας καθώς έγινε το αγαπημένο σημείο της νεολαίας της πόλης, που έδινε εκεί ραντεβού για τις απαραίτητες κοινωνικές συναναστροφές, έστρωνε τραπεζομάντιλα για πικνίκ τα Σαββατοκύριακα και γιόρτασε δεκάδες γενέθλια που συνέπεσαν με τις περιόδους των lockdowns. Λίγοι όμως ξέρουν ότι παλαιότερα, αυτό το καταπράσινο πάρκο ήταν προορισμένο να στεγάσει ένα υπερσύγχρονο –για την εποχή– πολεμικό συγκρότημα. Η περιοχή του σημερινού Πάρκου Ελευθερίας ήταν γνωστή με το τοπωνύμιο «Παραπήγματα», το οποίο είχε καθιερωθεί από τα χρόνια του Όθωνα λόγω της χρήσης του για τον στρατωνισμό μονάδων και στρατιωτικών υπηρεσιών. Τα Παραπήγματα μάλιστα, όπως παρατηρεί ο Σπύρος Μαρκεζίνης, υπήρξαν φυτώριο στρατιωτικών κινημάτων και ανωμαλιών που έβαλαν πολλάκις τη χώρα σε πολιτικές περιπέτειες.  Υπό την απειλή του Β΄ ΠΠ κρίθηκε αναγκαίο να συγκεντρωθούν τα τρία πολεμικά υπουργεία –του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας– σε ενιαίο χώρο, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό και οργάνωση των στρατευμάτων και τα Παραπήγματα θεωρήθηκαν ο ιδανικός και καταλληλότερος χώρος.  Τα σχέδια καταρτίστηκαν με κάθε λεπτομέρεια ωστόσο η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο ματαίωσε την υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου σχεδίου, το οποίο ξεχάστηκε και παρέμεινε άγνωστο στο ευρύ κοινό. Μετά τον Πόλεμο, η εποχή των Παραπηγμάτων κατάφερε να επιβιώσει από κάποιες αμφιλεγόμενες προσπάθειες «οικιστικής αξιοποίησης τους» και εν τέλει το 1966 δενδροφυτεύτηκαν και διαμορφώθηκαν στον χώρο πρασίνου που σήμερα απολαμβάνουν μικροί και μεγάλοι κάτοικοι του κέντρου, σημείο αναφοράς για όμορφες στιγμές και ραντεβού στο ορειχάλκινο άγαλμα του Ελευθέριου Βενιζέλου του Γιάννη Παππά.

Η διάσωση των καλλιμάρμαρων μεγάρων από τις πρεσβείες
Η πρώτη νομική αναγνώριση της οριζόντιας ιδιοκτησίας το 1929 με τον νόμο 3741 «Περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» που σηματοδότησε την απαρχή της ιστορίας των αθηναϊκών πολυκατοικιών είχε σοβαρότατες συνέπειες, εμφανέστατες στην αθηναϊκή ρυμοτομία, αλλά αχαρτογράφητες τότε από τη μέση φαντασία. Μία από αυτές ήταν η ταχύτατη μεταβολή του προσώπου πολλών σημείων της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, με την εξαφάνιση πολλών σπουδαίων νεοκλασικών και καλλιμάρμαρων μεγάρων της αθηναϊκής αριστοκρατίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα προκειμένου να διευκολυνθούν τα νέα οικιστικά ήθη. Οι όποιες αμφιλεγόμενες μεταβολές και μεταμορφώσεις ωστόσο που γνώρισε στα κτίριά της η λεωφόρος στην πάροδο των χρόνων δεν στάθηκε ικανή να εξαφανίσει εντελώς την αρχιτεκτονική της γοητεία. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι πρεσβείες ξένων κρατών που βρήκαν στέγη στα πανέμορφα μέγαρα των αστών Αθηναίων, διασώζοντας τα ουσιαστικά από τη λαίλαπα των κατεδαφίσεων των παλιών αρχοντικών που γνώρισε η Αθήνα από τη δεκαετία του ’50 και τη ραγδαία αύξηση της αστυφιλίας. Έτσι το μέγαρο Γεωργίου Ψύχα –μια από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικοδομές της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας– «διασώθηκε» διά της εξαγοράς του από το αιγυπτιακό κράτος το 1930, στεγάζοντας μέχρι και σήμερα την αιγυπτιακή πρεσβεία, ενώ στο ιστορικό  μέγαρο του Στέφανου Ψύχα, αφού πέρασε πολλές περιπέτειες από οικογενειακή κατοικία του πρίγκιπα Νικόλαου και της πριγκίπισσας Ελένης μέχρι την αξιοποίησή του από τον τολμηρό επιχειρηματία Θ. Πετρακόπουλο “Petit Palais” – κοσμικό ξενοδοχείο που λειτούργησε ως εφεδρεία της «Μεγάλης Βρετανίας» κατά τη διάρκεια των εργασιών επέκτασής της και μεσουράνησε στη ζωή της αφρόκρεμας της πόλης μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1930 – βρίσκεται εγκατεστημένη μέχρι και σήμερα η ιταλική πρεσβεία. Ενώ η πανάκριβη οικία που έχτισε η Έλενα Σκυλίτση - Βενιζέλου για τον σύζυγό της Ελευθέριο Βενιζέλο «διασώθηκε» από την αγορά της από τη βρετανική πρεσβεία – μέρος των υπηρεσιών της οποίας στεγάζονται εκεί μέχρι σήμερα.

Κάπως έτσι, μέσα από την καταγραφή όλων αυτών των ιστοριών, το παιδικό όνειρο του Κώστα Χατζιώτη έγινε πραγματικότητα Μέσα από τις φωτογραφίες και τις μνήμες κτιρίων και ανθρώπων αναδεικνύεται η πολυδιάστατη σημασία της Λ. Βασιλίσσης Σοφίας τόσο για την πόλη όσο και για την ίδια τη χώρα, καταγράφεται η ιστορία της και φωτίζονται γωνιές χαμένες στον χρόνο, στις παλιές εφημερίδες και στα βιβλία της ιστορίας. Το σίγουρο είναι ότι την επόμενη φορά που ο αναγνώστης θα διασχίσει αυτή τη μοναδική αρτηρία για να πάει στη δουλειά του, να κατέβει στο Σύνταγμα ή να πάρει το μετρό από τον Ευαγγελισμό θα έχει επίγνωση της αθηναϊκής καρδιάς που πάλλεται δεξιά και αριστερά της, εδώ και  σχεδόν δύο αιώνες. Όσο περίπου δηλαδή χτυπάει και η καρδιά του νέου ελληνικού κράτους.

Από τα highlights του βιβλίου

Σοφέρ και σοφερίνες

Μια σπάνια (πιθανώς μοναδική) φωτο της συμβολής της λεωφ. Κηφισίας με την οδό Ηροδότου. Έχει ληφθεί προ του 1895, αφού το μέγαρο Σταθάτου (το οικόπεδο στο κέντρο) δεν έχει ακόμα οικοδομηθεί © Βιβλίο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας»

Το 1915 κυκλοφορούσαν στην Αθήνα 55 αυτοκίνητα ΙΧ. Ιδιοκτήτες τους γνωστοί Αθηναίοι αλλά και κάποιες ελάχιστες Αθηναίες. Μεταξύ των ιδιοκτητών, 5 κατοικούσαν στην λεωφόρο Βασ. Σοφίας. Αυτοί οι προνομιούχοι κάτοικοι ήταν: Η Ειρήνη Μιχαληνού (γνωστή αθηναία που παντρεύτηκε (1916) σε τρίτο γάμο τον Δημήτριο Μάξιμο. Λίγο πριν το θάνατό της (1956) πώλησε στο Ελληνικό Δημόσιο τη πολυτελή κατοικία της στην Ηρώδου του Αττικού (το γνωστό Μέγαρο Μαξίμου) την οικοδόμηση της οποίας είχε επιβλέψει προσωπικά και για την οποία είχε δαπανήσει σημαντικά ποσά (1920-1923). Αυτοκίνητο διέθεταν ακόμα ο Εμμανουήλ Μπενάκης, ο Γεώργιος Πεσματζόγλου, η Ειρήνη Πεσματζόγλου και ο Όθων Τετενές. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της λεωφόρου Βασ. Σοφίας εξακολουθούσαν να προτιμούν τις ιππήλατες άμαξες (για τον ανεφοδιασμό των οποίων υπήρχαν πολλά σανοπωλεία στην περιοχή).

Τακτικός περιπατητής της Βασ. Σοφίας και ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Άποψη του νοσοκομείου Ευαγγελισμός που ανεγέρθηκε γύρω στα 1880 με σχέδια του αρχιτέκτονα Γεράσιμου Μεταξά. Καρτ ποστάλ των αρχών του αιώνα (Αρχείο Α.Σ. Μαϊλη) © Βιβλίο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας»

Όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε την Αθήνα, τον Ιούνιο του 1901, δεν παρέλειψε να κάνει τον περίπατό του στη λεωφόρο Κηφισίας (αυτό το όνομα είχε τότε η Βασ. Σοφίας), εκφράζοντας μάλιστα τον θαυμασμό του για τα επιβλητικά μέγαρα που την περιβάλλουν: «Περπατήσαμε», γράφει, «στην οδόν Κηφισίας, όπου είδα μερικές ωραιότατες επαύλεις, όπως του Ψύχα, του Παπούδωφ, του Συγγρού». Και συμπλήρωνε: «Στην οδόν Κηφισίας βρίσκεται το πτωχοκομείον και η Ριζάρειος Σχολή και το επιτελείον του 1ου Συντάγματος Πυροβολικού». Για την ακρίβεια, ο Καβάφης επισκέφθηκε τη λεωφόρο Κηφισίας δυο φορές: 8/21 Ιουνίου και 22 Ιουνίου/4 Ιουλίου. Τη δεύτερη φορά μάλιστα, ανήλθε από το Φάληρο, όπου είχε εγκατασταθεί. Οι θετικές κρίσεις του Καβάφη για τις οικοδομές της λεωφόρου Κηφισίας αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο σχολιασμός που κάνει ο ποιητής για όσα βλέπει στην Αθήνα συγκρίνοντάς τα με την Αλεξάνδρεια είναι συνήθως δυσμενής για την πρωτεύουσα. Χαρακτηριστικές είναι εν προκειμένω οι κρίσεις του για τα αθηναϊκά θέατρα, τα οποία βρίσκει πολύ χειρότερα από τα θέατρα της Αλεξάνδρειας. (Βλ. Κ.Π. Καβάφης, Πεζά, Φέξης, Αθήνα 1963, σ.275).

Τα διατηρητέα της Βασιλίσσης Σοφίας που διεσώθησαν
Αριστερή πλευρά (Μονή αρίθμηση):
αρ.3: Η Αιγυπτιακή Πρεσβεία // αρ.5: Το Υπουργείο Εξωτερικών // αρ. 7: Η Γαλλική Πρεσβεία // αρ.9: Το Μέγαρο Ρέντη (Ίδρυμα Θεοχαράκη) // αρ.13: Η Ιταλική Πρεσβεία // αρ.17: Το Μουσείο Μπενάκη // αρ.31: Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (Μέγαρο Σταθάτου) // Η Βρετανική Πρεσβεία // Το Μουσείο Ελευθερίου Βενιζέλου (Πάρκο Ελευθερίας) // Το Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα (Πάρκο Ελευθερίας) // Το Μουσείο Γενικού Ενδιαφέροντος (Πάρκο Ελευθερίας) // Κτήριο Εκθεσιακού Χώρου (Πάρκο Ελευθερίας) // αρ.127: Το Ινστιτούτο Παστέρ

Δεξιά πλευρά (Ζυγή αρίθμηση):
αρ.4: Μέγαρο Πεσμαζόγλου // Οικοδομή με τον αριθμό 16  // Οικοδομή με τον αριθμό 18 // Η Στρατιωτική Λέσχη // Το Κτήριο της ΕΡΤ (πλατεία Ρηγίλλης) // αρ.24: Το Βυζαντινό Μουσείο // Πολυκατοικία Παπαδημητρίου

(Β. Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου) // αρ.106: Η Γιουγκοσλαβική Πρεσβεία // αρ.114: Η οικία Σίμου-Ευγενίδη

Οι καταστροφές του Εθνικού Κήπου

Παλιότερα, μέχρι και την περίοδο του Γεωργίου Α’, ο Βασιλικός Κήπος δεν ήταν επισκέψιμος για το κοινό. Όμως κάποιες γνωστές αθηναϊκές οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να τον επισκέπτονται ορισμένες ημέρες και ώρες. Στη φωτογραφία, μέλη της οικογένειας Δραγούμη στην είσοδο του κήπου από την πλευρά της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας( Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο). © Βιβλίο «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας»


Από την εποχή της δημιουργίας του ο Κήπος γνώρισε κατά καιρούς πολλές καταστροφές από τις οποίες ευτυχώς επέζησε.

Φυσικές καταστροφές
1850: Σεισμός 7,5 ρίχτερ  // 1852 (15 Οκτωβρίου): Μεγάλη καταιγίδα που ξερίζωσε πολλά δέντρα // 1931 (3 Απριλίου): Βαρύτατη χιονόπτωση  // 1978 (6 Ιανουαρίου): Ανεμοθύελλα με ανέμους που έπνεαν με 130 χλμ. Τότε καταστράφηκαν 65 δέντρα, πολλά από τα οποία αριθμούσαν βίο 130 ετών. Ο Κήπος έκλεισε επί μια εβδομάδα, διότι είχε κριθεί επικίνδυνη η κατάστασή του.

Καταστροφές που προήλθαν από ανθρώπινες πράξεις
1843: Κατά τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1862: Κατά τα αιματηρά γεγονότα που προκάλεσαν την πτώση του Όθωνα 

1917: Κατά τον βομβαρδισμό της Αθήνας από τα συμμαχικά πολεμικά σκάφη που ναυλωχούσαν στον Πειραιά.  

1927: Ο Κήπος αντιμετωπίζει πρόβλημα ύδρευσης καθώς ιδιώτες και στρατός χρησιμοποιούν αυθαίρετα τα προοριζόμενα για τον Κήπο ύδατα με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος εκτεταμένης ξηρασίας.  

1942-1944: Κατά την περίοδο της Κατοχής. Ιδίως η καταστροφή του παλαιού υδραγωγείου του Ιλισσού από το οποίο εξασφαλίζεται η ύδρευση του Κήπου.

Ιnfo: Κώστας Χρ. Χατζιώτης «Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας» - Το χρονικό του ομορφότερου δρόμου της Αθήνας. Ιστορία-Κάτοικοι-Διαδρομές. 450 σελίδες, σκληρό εξώφυλλο. Εκδ.Παρισιάνου