- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Τελικά πρέπει να αυτοσαρκαζόμαστε περισσότερο; Τι υποστηρίζουν επιστήμονες
Ποια είναι η παγίδα;
Ο αυτοσαρκασμός, το χιούμορ και οι επιστημονικές έρευνες που μας δείχνουν αν μας κάνει καλό ή κακό
Έρευνες δείχνουν ότι το να μπορούμε να αυτοσαρκαζόμαστε κάνει καλό. Όχι όμως πάντα.
Τη δεκαετία του 1990, ψυχολόγοι προσπάθησαν να καταλάβουν γιατί κάποια παιδιά απορρίπτονται από τους συνομηλίκους τους. Εντόπισαν δύο βασικούς τύπους. Κάποια από τα παιδιά που απορρίπτονταν ήταν επιθετικά και εκφόβιζαν τους άλλους. Άλλα ήταν συνεσταλμένα και υποχωρητικά. Και οι δύο ομάδες, όμως, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν μπορούσαν να δεχτούν ένα αστείο εις βάρος τους.
Τα πρώτα αντιδρούσαν στα πειράγματα με θυμό ή ακόμη και βία, ενώ τα δεύτερα πληγώνονταν και αποσύρονταν. Και οι δύο εξέλαβαν το χιούμορ ως προσβολή, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να είναι καλοπροαίρετο. Τα παιδιά με μεγαλύτερη κοινωνική αυτοπεποίθηση, αντίθετα, είτε αδιαφορούσαν για τα πειράγματα είτε διασκέδαζαν με αυτά. Το αν μπορούμε να γελάσουμε με τον εαυτό μας φαίνεται, λοιπόν, ότι μπορεί να έχει συνέπειες ήδη από την παιδική ηλικία.
Τελικά είναι καλό να γελάμε με τον εαυτό μας; Το αμφιλεγόμενο ζήτημα του αυτοσαρκασμού
Μελέτες δείχνουν ότι σε όλη τη διάρκεια της ζωής, μια πιο ανάλαφρη και χιουμοριστική στάση απέναντι στη ζωή συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία, καλύτερες σχέσεις και συνολικά καλύτερη ποιότητα ζωής. Ωστόσο, το κατά πόσο είναι καλό να γελάμε ειδικά με τον εαυτό μας αποτελεί εδώ και χρόνια αντικείμενο διαφωνίας. Τώρα, οι ερευνητές αρχίζουν επιτέλους να κατανοούν τις λεπτές διαφορές που κρύβονται πίσω από τον αυτοσαρκασμό - και πότε και με ποιον τρόπο μπορεί να μας κάνει καλό.
Μπορούμε πράγματι να γελάσουμε με τον εαυτό μας; Ο Πλάτωνας δεν το πίστευε. Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος θεωρούσε ότι το χιούμορ προκαλείται από το αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους, ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους που, παρασυρμένοι από αυταπάτες, πιστεύουν ότι είναι πιο όμορφοι ή πιο έξυπνοι απ’ όσο πραγματικά είναι.
Περισσότερο από 1.000 χρόνια αργότερα, το 1651, ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς συμφωνούσε σε μεγάλο βαθμό. Η εξαίρεση, η περίπτωση δηλαδή κατά την οποία οι άνθρωποι μπορούσαν περιστασιακά να γελάσουν με τον εαυτό τους, αφορούσε την ανάμνηση μιας παλαιότερης ανοησίας τους, η οποία τους έδειχνε πόσο πιο ώριμοι και έμπειροι είχαν γίνει στο μεταξύ. Σταδιακά, οι φιλόσοφοι άρχισαν να αποδέχονται ότι το χιούμορ δεν πηγάζει πάντα από κακία. Τον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, η δημοφιλής «θεωρία της ασυμφωνίας» υποστήριξε ότι το γέλιο συχνά προκαλείται από μια απροσδόκητη παραβίαση των κοινωνικών κανόνων.
Παρόλα αυτά, το αν οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να γελάσουν με τον εαυτό τους παρέμενε αμφιλεγόμενο μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες. Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για το χιούμορ τα τελευταία 50 χρόνια βασιζόταν στο να ρωτούν οι ερευνητές τους ανθρώπους αν μπορούν να αυτοσαρκάζονται και να παίρνουν την απάντησή τους τοις μετρητοίς. Όπως συμβαίνει όμως και με την ποσότητα αλκοόλ που δηλώνουν οι άνθρωποι στα ερωτηματολόγια των γιατρών, υπήρχε πάντα η πιθανότητα οι απαντήσεις να ήταν λίγο… πιο αισιόδοξες από την πραγματικότητα. Ίσως, δηλαδή, να μην ήταν τόσο άνετοι με τον αυτοσαρκασμό όσο υποστήριζαν.
Το 2011, ωστόσο, Ευρωπαίοι ερευνητές αποφάσισαν να δοκιμάσουν αυτή την ικανότητα πειραματικά. Κάλεσαν εθελοντές σε ένα εργαστήριο και κατέγραψαν κρυφά τα πρόσωπά τους σε βίντεο. Όταν επέστρεψαν, τους έδειξαν παραμορφωμένες εικόνες των προσώπων τους, σαν αυτές που βλέπουμε στους παραμορφωτικούς καθρέφτες ενός λούνα παρκ, και κατέγραψαν τις αντιδράσεις τους. Δεν διασκέδασαν όλοι, όμως το 80% χαμογέλασε τουλάχιστον όταν αντίκρισε απροσδόκητα την εικόνα του. Το 40% μάλιστα το βρήκε τόσο αστείο ώστε ξέσπασε σε γέλια.
«Πλέον η επιστήμη έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ναι, είναι δυνατό να γελάσουμε με τον εαυτό μας και ότι υπάρχουν αρκετά οφέλη που συνδέονται με αυτή την ικανότητα», λέει η Sonja Heintz, λέκτορας Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ στη Βρετανία, η οποία μελετά το χιούμορ.
Οι γελοτοφοβικοί
Το να μπορεί κανείς να γελά με τον εαυτό του είναι ένα από τα δυσκολότερα είδη χιούμορ που μπορεί να κατακτήσει, υποστήριξε το 2010 ο επιδραστικός Αμερικανός ερευνητής του χιούμορ Paul McGhee.
Στο πρόγραμμα χιούμορ που ανέπτυξε - και απευθυνόταν σε ανθρώπους που υπέφεραν από αυτό που αποκαλούσε «τελική σοβαροφάνεια» - το να μάθει κανείς να γελά με τον εαυτό του ήταν το προτελευταίο βήμα. Μόνο το «να βρίσκεις χιούμορ σε στρεσογόνες καταστάσεις» θεωρούνταν δυσκολότερο. Ο McGhee θεωρούσε τον αυτοσαρκασμό πύλη προς άλλες μορφές χιούμορ, ένα «βασικό συστατικό» μιας πιο χαρούμενης ζωής. «Όταν κάποιος παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά, δυσκολεύεται να συμμετάσχει γενικότερα στο χιούμορ», εξηγεί η Heintz.
Κάποιοι άνθρωποι βρίσκουν τον αυτοσαρκασμό ευκολότερο από άλλους. Αν πραγματικά δεν αντέχετε να γελούν μαζί σας, μπορεί να είστε γελοτοφοβικοί - να έχετε δηλαδή έντονη ευαισθησία απέναντι στο γέλιο. «Μπορεί να κάθεστε σε μια καφετέρια και να αστειεύεστε με τους φίλους σας και κάποιος να έρθει και να σας ρωτήσει: “Γιατί γέλασες μαζί μου;”», λέει ο René Proyer, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Martin Luther του Χάλε-Βίτενμπεργκ στη Γερμανία. Για έναν γελοτοφοβικό, ακόμη και ένα χαμόγελο μπορεί να σημαίνει ότι ο συνομιλητής του τον θεωρεί γελοίο.
Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός παράγοντας που εξηγεί γιατί κάποιος μπορεί να αναπτύξει γελοτοφοβία. Ο Proyer, ωστόσο, λέει ότι ένας πολύ αυστηρός και τιμωρητικός τρόπος ανατροφής αποτελεί έναν παράγοντα κινδύνου. Ένας άλλος είναι μια τραυματική εμπειρία στην παιδική ηλικία, κατά την οποία κάποιος έγινε αντικείμενο χλευασμού. «Για παράδειγμα, μια πραγματικά εξευτελιστική κατάσταση στο σχολείο, όπου γίνεσαι το επίκεντρο των αστείων για εβδομάδες, μήνες ή ίσως και χρόνια», εξηγεί.
Ο αυτισμός φαίνεται επίσης να αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου.
Υπάρχει, φαίνεται, και μια πολιτισμική διάσταση. Οι χώρες της Ανατολικής Ασίας παρουσιάζουν γενικά υψηλότερα επίπεδα γελοτοφοβίας σε σχέση με τις δυτικές χώρες. Οι ερευνητές αποδίδουν εν μέρει το φαινόμενο στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που ανήκουν σε συλλογικιστικές κουλτούρες είναι λιγότερο πιθανό να τραβήξουν πάνω τους την προσοχή ή να χρησιμοποιήσουν το χιούμορ ως μηχανισμό διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων. Σε αυτές τις κοινωνίες υπάρχει επίσης η τάση να θεωρείται ότι το χιούμορ είναι υπόθεση των επαγγελματιών. Στην Κίνα, για παράδειγμα, οι άνθρωποι είναι πιθανότερο να συνδέσουν το χιούμορ με τους «ειδικούς», δηλαδή τους κωμικούς, παρά με τους καθημερινούς ανθρώπους.
Όπως και τα παιδιά που δεν μπορούν να δεχτούν τα πειράγματα, οι γελοτοφοβικοί τείνουν να παρουσιάζουν χειρότερη ψυχολογική και διαπροσωπική κατάσταση. Το χαρακτηριστικό αυτό έχει συνδεθεί με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, μεγαλύτερη αποφυγή της φιλίας, αυξημένη μοναξιά και κατάθλιψη.
Το αντίθετο χαρακτηριστικό είναι η γελωτοφιλία (gelotophilia), δηλαδή η χαρά που νιώθει κάποιος όταν οι άλλοι γελούν μαζί του. Έχει συνδεθεί με ισχυρότερη κοινωνική συνδεσιμότητα. Ένας τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται είναι η παιχνιδιάρικη διάθεση - η τάση να αντιμετωπίζει κανείς τον εαυτό του και τον κόσμο με μεγαλύτερη ελαφρότητα.
«Οι παιχνιδιάρικοι άνθρωποι μπορούν να επαναπλαισιώνουν τις καθημερινές καταστάσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να τις βιώνουν ως διασκεδαστικές, πνευματικά διεγερτικές ή προσωπικά ενδιαφέρουσες», λέει ο Proyer. «Ένας ιδιαίτερα παιχνιδιάρης άνθρωπος μπορεί ακόμη και μια βαρετή δουλειά ή αγγαρεία να την επαναπλαισιώσει με τρόπο που να γίνεται κάπως διασκεδαστική».
Έρευνες έχουν δείξει ότι η παιχνιδιάρικη διάθεση αποτελεί δείκτη υψηλότερης αυτοεκτίμησης και μεγαλύτερης ικανοποίησης από τις σχέσεις. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι το χιούμορ κάνει καλό στις σχέσεις μας. Έχει όμως σημασία και το είδος του χιούμορ. Το 2003, Καναδοί ερευνητές ανέπτυξαν το Ερωτηματολόγιο Τύπων Χιούμορ, το οποίο χωρίζει τους ανθρώπους σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, ανάλογα με το κυρίαρχο είδος χιούμορ τους: το χιούμορ που ενισχύει τις κοινωνικές σχέσεις, το αυτοενισχυτικό χιούμορ, το επιθετικό χιούμορ και το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ.
«Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος εξέτασε την πιθανότητα το χιούμορ να μπορεί να είναι τόσο προσαρμοστικό όσο και δυσλειτουργικό», λέει η Claire Fox, καθηγήτρια Ψυχολογίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ στη Βρετανία.
Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν αυτοενισχυτικό χιούμορ έχουν επίγνωση των εύθραυστων παραλογισμών της ανθρώπινης ύπαρξης. Συμφωνούν, για παράδειγμα, με δηλώσεις όπως: «Όταν αισθάνομαι αναστατωμένος ή δυστυχισμένος, συνήθως προσπαθώ να βρω κάτι αστείο στην κατάσταση για να νιώσω καλύτερα». Οι άνθρωποι αυτοί ελαφραίνουν τα προβλήματά τους μέσω του χιούμορ ως μηχανισμού αντιμετώπισης. Αυτό θεωρήθηκε μια προσαρμοστική μορφή χιούμορ.
Αντίθετα, το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ θεωρήθηκε δυσλειτουργικό. Οι άνθρωποι που το χρησιμοποιούν συμφωνούν με δηλώσεις όπως: «Συχνά προσπαθώ να κάνω τους άλλους να με συμπαθήσουν ή να με αποδεχτούν περισσότερο λέγοντας κάτι αστείο για τις αδυναμίες, τις γκάφες ή τα ελαττώματά μου». Εκείνη την εποχή, αυτό το είδος χιούμορ θεωρούνταν ένδειξη ανάγκης για αποδοχή και χαμηλής αυτοεκτίμησης.
Αυτοϋποτιμητικό ή αυτοσαρκαστικό;
Όταν η Heintz άρχισε να μελετά το χιούμορ τη δεκαετία του 2010, εξεπλάγη όταν διαπίστωσε ότι ο αυτοσαρκασμός αντιμετωπιζόταν τόσο αρνητικά από την επιστημονική κοινότητα. «Επειδή το προσωπικό μου στυλ χιούμορ είναι ότι αυτοσαρκάζομαι συνέχεια», λέει. «Δεν παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά».
Διαβάζοντας τη σχετική βιβλιογραφία, η Heintz διαπίστωσε με έκπληξη ότι άνθρωποι σαν εκείνη θεωρούνταν δήθεν περισσότερο ευάλωτοι στο άγχος, την κατάθλιψη και τις αυτοκτονικές σκέψεις. Για να διαπιστώσει αν όσοι χρησιμοποιούν αυτοϋποτιμητικό χιούμορ ήταν πράγματι τόσο επικριτικοί απέναντι στον εαυτό τους, συγκέντρωσε μια ομάδα και τη συνέκρινε με ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν άλλα είδη χιούμορ.
Αν η κυρίαρχη θεωρία ήταν σωστή, «αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε πραγματικά να αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας», λέει η Heintz. Όμως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο σε κανέναν από τους συμμετέχοντες. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ συνδεόταν με υψηλότερη αυτοεκτίμηση και καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις. «Όλοι έλεγαν: “Ναι, δυσκολεύομαι λίγο με την αυτοεκτίμησή μου. Είμαι κάπως ανασφαλής. Αλλά το να αυτοσαρκάζομαι είναι στην πραγματικότητα ένας πολύ καλός τρόπος να διαχειρίζομαι αυτές τις δυσκολίες και μου δίνει έναν τρόπο να συνδέομαι με τους άλλους”», λέει.
Οι περισσότερες έρευνες που έχουν εντοπίσει σύνδεση ανάμεσα στο αυτοϋποτιμητικό χιούμορ και σε χειρότερη ψυχική υγεία ή προβλήματα στις σχέσεις είναι συσχετιστικές και όχι αποδεικτικές αιτιώδους σχέσης, σημειώνει η Heintz. Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι οι επιπτώσεις του αυτοϋποτιμητικού χιούμορ διαφέρουν ανάλογα με το πλαίσιο. Μια μελέτη του 2014 της Fox διαπίστωσε ότι τα παιδιά που είχαν πέσει θύματα bullying χρησιμοποιούσαν περισσότερο αυτοϋποτιμητικό χιούμορ από τα υπόλοιπα και ότι αυτή η προτίμηση γινόταν εντονότερη με την πάροδο του χρόνου. Μια νέα μελέτη, ωστόσο, που πραγματοποιήθηκε το 2016, έδωσε μια πιο σύνθετη εικόνα.
Οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τα παιδιά ανάλογα με το είδος χιούμορ που προτιμούσαν. Μια ομάδα, που ονομάστηκε «αυτοϋποτιμητικοί», χρησιμοποιούσε μόνο αυτοϋποτιμητικό χιούμορ. Αυτή η ομάδα φαινόταν να αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα: είχε τη χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και γινόταν όλο και πιο μοναχική με την πάροδο του χρόνου.
Υπήρχαν όμως και παιδιά που χρησιμοποιούσαν το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ ακόμη περισσότερο από τους «αυτοϋποτιμητικούς», χωρίς να παρουσιάζουν τις ίδιες αρνητικές συνέπειες. Η διαφορά ήταν ότι αυτά τα παιδιά - οι «υποστηρικτές του χιούμορ» - χρησιμοποιούσαν και τα τέσσερα διαφορετικά είδη χιούμορ. Ενώ εκείνα που βασίζονταν αποκλειστικά στο αυτοϋποτιμητικό χιούμορ υφίσταντο κοινωνικό κόστος, τα παιδιά που χρησιμοποιούσαν διαφορετικές μορφές χιούμορ δεν αντιμετώπιζαν την ίδια συνέπεια.
«Αυτό έδειξε ότι στην πραγματικότητα είναι εντάξει να χρησιμοποιεί κανείς αυτοϋποτιμητικό χιούμορ, αρκεί να το συνδυάζει και με άλλα είδη χιούμορ», λέει η Fox.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει πρόβλημα. «Αν αυτοσαρκάζεσαι και αυτό προέρχεται από πικρία και μίσος για τον εαυτό σου, τότε ναι, πιθανότατα δεν σου κάνει καλό», λέει η Heintz. Η ίδια, ωστόσο, πιστεύει πλέον ότι μεγάλο μέρος της αρνητικής εικόνας γύρω από το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ μπορεί να οφείλεται σε μεθοδολογικό πρόβλημα του Ερωτηματολογίου Τύπων Χιούμορ.
Οι ερωτήσεις που αφορούν το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ συχνά περιέχουν μια αξιολογική κρίση, σημειώνει, με διατυπώσεις όπως: «Το κάνω υπερβολικά πολύ. Το κάνω περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε».
Μαθαίνοντας να γελάς με τον εαυτό σου
Όπως γνωρίζουν καλά οι κωμικοί, πρέπει να αυτοσαρκάζεσαι μόνο όταν έχεις συμφιλιωθεί με το ελάττωμα ή το λάθος που σατιρίζεις. Αν το αστείο προέρχεται από ένα σημείο δυσφορίας, οι άλλοι το αντιλαμβάνονται και νιώθουν άβολα, λέει η Heintz. «Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν κάποιος κάνει ένα αστείο, δεν πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά. Πρέπει να υπάρχει αυτή η αίσθηση ασφάλειας, ώστε ο άλλος να μπορεί να ανταποκριθεί στο χιούμορ».
Η μετριοπάθεια είναι επίσης σημαντική. Ανάμεσα στον αυτοσαρκασμό και το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ, «η διαφορά φαίνεται να βρίσκεται στην υπερβολή και στο να ξεπερνά κανείς τα όρια», λέει η Fox. Είναι, πάντως, ξεκάθαρο ότι το να μάθουμε να γελάμε με τον εαυτό μας μπορεί να έχει ψυχολογικά και κοινωνικά οφέλη. Το να μην παίρνουμε τον εαυτό μας υπερβολικά στα σοβαρά έχει βρεθεί ότι μας βοηθά να διαχειριζόμαστε καλύτερα τις αναποδιές της ζωής. Όταν κάνουμε ένα λάθος - όπως όλοι κάνουμε κατά καιρούς - επιλέγουμε μια θετική συναισθηματική αντίδραση, το γέλιο, αντί για μια αρνητική, όπως ο θυμός ή η κατήφεια.
Σε διαπροσωπικό επίπεδο, το να γελάμε με τον εαυτό μας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο στην κοινωνική μας «εργαλειοθήκη». «Είναι ένας πολύ ασφαλής τρόπος να χρησιμοποιήσεις το χιούμορ σε καινούργιες καταστάσεις, όταν βρίσκεσαι με αγνώστους και δεν γνωρίζεις ακόμη το χιούμορ τους», λέει η Heintz.
Μια ακόμη μελέτη της Fox διαπίστωσε ότι οι καθηγητές που χρησιμοποιούσαν αυτοϋποτιμητικό χιούμορ αξιολογούνταν πιο θετικά από τους φοιτητές. Επίσης, άνθρωποι που αντιμετωπίζουν με χιούμορ μικρά λάθη τους - εφόσον αυτά δεν επηρεάζουν τους άλλους - θεωρούνται πιο ζεστοί ως προσωπικότητες και πιο ικανοί.
Πώς καλλιεργείται το χιούμορ
Αν, λοιπόν, ανήκετε στους ανθρώπους που παίρνουν τα πάντα υπερβολικά στα σοβαρά, πώς μπορείτε να καλλιεργήσετε μια πιο ανάλαφρη στάση απέναντι στον εαυτό σας; Ο McGhee πρότεινε να εστιάσετε στα σημεία που σας ενοχλούν περισσότερο - είτε πρόκειται για το ύψος, το βάρος, την τριχόπτωση είτε για την αδεξιότητά σας - και να αντιμετωπίσετε κατά μέτωπο αυτές τις «ζώνες χωρίς γέλιο». Όσο επώδυνο κι αν μοιάζει στην αρχή, υποσχόταν ότι ακολουθεί «ένα αίσθημα ενθουσιασμού και απελευθέρωσης», καθώς αρχίζετε να αισθάνεστε άνετα αστειευόμενοι για πράγματα που μέχρι πρότινος σας ενοχλούσαν ή σας έφερναν σε δύσκολη θέση.
Το πρώτο βήμα είναι να παραδεχτείτε στους άλλους τα πράγματα που δεν σας αρέσουν στον εαυτό σας, ξεκινώντας από τα πιο ασήμαντα. Στη συνέχεια, αρχίστε να κάνετε πλάκα με αυτά. «Ας πούμε ότι δεν ενδιαφέρεστε ιδιαίτερα για τη μόδα. Θα μπορούσατε να αυτοσαρκαστείτε λέγοντας: “Ωχ, πάλι το ίδιο παλιό τζιν φοράω”», λέει η Heintz. «Ή: “Κοίτα, ψώνισα από το Temu”».
Και κάποια στιγμή, είστε έτοιμοι να κάνετε αστεία ακόμη και για τις μεγαλύτερες ανασφάλειές σας.
Πηγή: BBC