- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Τα πληκτικά καλοκαίρια, ή: Όταν δεν συμβαίνει τίποτα
Το Ημερολόγιο της Πλήξης: 31 Αυγούστου
Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους
Από όλη τη χρονιά, δύο είναι οι περίοδοι από τις οποίες έχουμε τις μεγαλύτερες προσδοκίες: η μία είναι τα Χριστούγεννα· η άλλη, το καλοκαίρι. Κι αν για την πρώτη πάνω-κάτω ξέρουμε τους λόγους —είναι μια μαγική στιγμή πλασμένη από τη διαφήμιση και τη νοσταλγία, και είναι μεσοτοιχία με την Πρωτοχρονιά: χωρίς την Πρωτοχρονιά δεν θα υπήρχαν Χριστούγεννα, όσο χιόνι και να ’ριχνε στο καμπαναριό—, για τη δεύτερη δεν είμαστε και τόσο βέβαιοι. Οι υψηλές προσδοκίες πηγάζουν —μας λένε αυτοί που τα ξέρουν κάτι τέτοια— από ένα μωσαϊκό βιολογικών και κοινωνικών παραγόντων, που επιτείνουν την επιθυμία για χαλάρωση και διασκέδαση το καλοκαίρι. Όχι ότι έχει μεγάλη σημασία πάντως: είτε έτσι είτε αλλιώς, φορτώνουμε το καλοκαίρι με ελπίδες που δεν τις σηκώνει η πλάτη του. Και γιατί να τις σηκώσει;
Τα περισσότερα καλοκαίρια όλων των ανθρώπων δεν δικαιώνουν τίποτε από τα προσδοκόμενα. Ακόμη και στους πιο τυχερούς ανάμεσά μας. Μπορεί πράγματι να πήγαμε στα νησιά, και μάλιστα σε περισσότερα από κάθε άλλη φορά, μπορεί επιτέλους να ταξιδέψαμε σε εκείνη την πόλη του εξωτερικού που όλοι την ξέρουν σαν την τσέπη τους εκτός από εμάς, μπορεί να μαυρίσαμε εξαιρετικά και να μας πάει, μπορεί να ήπιαμε και να μεθύσαμε περισσότερο από ποτέ, μπορεί να ερωτευτήκαμε και να φιληθήκαμε, μπορεί να είδαμε τα καλύτερα ηλιοβασιλέματα του κόσμου και να ξαγρυπνήσαμε περιμένοντας μιαν αυγή καμωμένη από σεντέφι και μια πρέζα πικραμύγδαλο, και μπράβο μας, αλλά… αλλά ίσως όλα αυτά να μας άφησαν, εντέλει, φεύγοντας μια επίγευση κάπως στυφή στο στόμα. Μια επίγευση ανικανοποίητου και νοσταλγίας, μια γευστική ανάμνηση μασημένης τσίχλας που έχει χάσει τη δροσιά της.
Το ταξίδι ήταν υπέροχο, ουδεμία αντίρρηση, αλλά δεν άλλαξε τη ζωή μας· εκείνη η ξένη πόλη ήταν πανέμορφη, ναι, αν και έμοιαζε τρομερά με τη δική μας σε όλα της τα στραβά· ο έρωτάς μας είχε την κατάλληλη δόση αλμύρας, και μας ταίριαξε πολύ, αλλά εδώ που τα λέμε δεν συνταράχτηκε από κανένα εκκωφαντικό μπαμ το στομάχι μας· η φύση μάς έδωσε τα ακριβά δώρα της, όπως το κάνει πάντα όταν είσαι εκεί για να τα δεχτείς, αλλά κανένα τους δεν αποτυπώθηκε στη μνήμη μας καλύτερα από ό,τι στο κινητό μας, στην οθόνη του οποίου η θηριώδης πανσέληνος του Αυγούστου μοιάζει με μικροσκοπικό λεκέ από μουστάρδα. Το καλοκαίρι πέταξε από μέσα μας λες και στην πραγματικότητα πετούσε από πάνω μας, από πέρα μας, από μακριά μας. Όλες οι υποσχέσεις από τα φαντασιακά καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων, από τα καλοκαίρια της λογοτεχνίας, από τα καλοκαίρια του σινεμά, όλα μα όλα τους ξεθώριασαν μπροστά στην πραγματικότητα. Τη βλαμμένη πραγματικότητα, την πεζή, τη σινέ βεριτέ.
Και, ακόμα χειρότερα, έχει ακόμα ζέστη εδώ πίσω στην πόλη που γυρίσαμε, και το κλιματιστικό στάζει παραπάνω από το κανονικό και κάνει κι έναν περίεργο θόρυβο, και το μεσημέρι δεν προχωρά όσο γρήγορα θα ’πρεπε, και τα απογεύματα είναι βαριά και ιδρωμένα και σχεδόν μοχθηρά, λες και τους φταίξαμε σε κάτι προσωπικά και μας το κρατάνε, και οι νύχτες είναι μόνες και παράξενες, σαν ξένες. Κι από βδομάδα —σαν επιστέγασμα στη δυστυχία μας— γυρνάμε και στη δουλειά.
Τι διάολο συμβαίνει εδώ; Πάμε καλά; Κυρίως: γιατί αισθανόμαστε πως όλα αυτά τα έχουμε ξαναζήσει; Και γιατί, ακόμα χειρότερα, κουνάει μέσα μας το κεφάλι του ο φόβος —σε ένα διπλά αντεστραμμένο déjà vu— πως θα τα ζήσουμε, ίδια κι απαράλλαχτα, και του χρόνου; Και δυο χρόνια μετά; Και πάντα;
Το καλοκαίρι, σ’ αυτό τον κόσμο των αιώνιων επιστροφών, είναι φτιαγμένο από επανάληψη. Από ρουτίνα. Από διαδοχικές αναπνοές ανίας. Κάνουμε τις ίδιες διαδρομές φορώντας τα ίδια πέδιλα, περνάμε μέσα από τα ίδια φωτεινά δωμάτια με την ίδια μαγκωμένη περηφάνια, ακούμε τον ίδιο μονότονο ήχο από τα ίδια τζιτζίκια και από το φιλότιμο κλιματιστικό μας. που ακόμα να ’ρθει ο μάστορας να το φτιάξει —θα ’ναι στην Αντίπαρο κι αυτός ο χριστιανός, και το βράδυ θα μας βλέπει στον ύπνο του και θα ξυπνά μούσκεμα στον ιδρώτα—, μετακινούμαστε με την ίδια αργή κίνηση από την καρέκλα στο κρεβάτι και από το κρεβάτι στο τραπέζι. Ο χρόνος απλώνεται χωρίς να ζητά πολλά, ή και τίποτα, και χωρίς να βγάζει κανένα μεγάλο συμπέρασμα. Πράγμα ασφαλώς εξόχως πληκτικό, αλλά —αν το δούμε σκύβοντας λίγο πιο προσεκτικά και στενεύοντας τα μάτια— με κάτι που μοιάζει, πες, με ζωογόνο ανάσα.
Σαν μία άσκηση χαμηλών προσδοκιών, ο Αύγουστος κρύβει μέσα στην καρδιά του μπόλικο υλικό για αφήγηση. Μια αφήγηση όμως που, όταν ειπωθεί, χάνεται στο ζεστό, σεντεφένιο βράδυ, και σιγά-σιγά λιώνει μέσα του αφήνοντας τα δάχτυλά μας κολλημένα σαν να φάγαμε μαλλί της γριάς. Και είναι τότε που, λίγο-λίγο, ανακαλύπτουμε —ίσως σαν να το ξέραμε από πάντα— πως τελικά καμία μέρα δεν πήγε χαμένη. Καμιά στιγμή δεν χάθηκε στην πραγματικότητα. Όλα είναι εδώ, με τον τρόπο τους. Οι τόνοι απλώς έπεσαν, όπως όταν κοιμόμαστε το μεσημέρι χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί η ατμόσφαιρα καμιά φορά μάς βαραίνει λιγάκι παραπάνω.
Όμως τα σεντόνια μας είναι ακόμα δροσερά. Στο ψυγείο έχει καρπούζι. Και φέτα. Και ένα μπουκάλι νερό: μπούζι. Κι αυτό είναι σωστό. Και όλα θα πάνε καλά τελικώς, αγκαλιασμένα με την ωραία πλήξη τους.
Νά: από μακριά ακούγεται ένα μηχανάκι. Τα μάτια μας θολώνουνε μια στάλα. Το πιγούνι μας, κι αυτό τόσο όσο, τρέμει λιγάκι. Να δεις που μάλλον τα καταφέραμε. Και τα καταφέραμε στ’ αλήθεια, γιατί ποτέ, ποτέ μα ποτέ δεν είναι εύκολο. Ποτέ δεν είναι δεδομένο. Και ποτέ δεν θα είναι. Νενικήκαμεν.
Όλα καλά. Αύριο ξημερώνει επιτέλους Σεπτέμβριος. Δόξα τω Θεώ.
* * *
Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφόρησε ανελλιπώς όλο τον μήνα, με ένα διαφορετικό κείμενο κάθε μέρα, αφιερωμένο στα πολλαπλά προσωπεία της ανίας. Ελπίζουμε να μη σας φάνηκε πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε, και καλό μήνα από αύριο. Live long and prosper.