Health & Fitness

Τι αλλάζει μετά τα 45 για άντρες και γυναίκες;

Μια συζήτηση με τον γαστρεντερολόγο Γιώργο Κοντιζά για τη μυϊκή μάζα, την ενέργεια και τον τρόπο με τον οποίο χρειάζεται να ξανασκεφτούμε το σώμα μας

Άννα Μαρία Δρουμπούκη
ΤΕΥΧΟΣ 994
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί αλλάζει το σώμα καθώς μεγαλώνουμε: ο ρόλος της μυϊκής μάζας και η σαρκοπενία, η σημασία της άσκησης και της πρωτεΐνης στη μεταβολική υγεία

Εδώ και πολύ καιρό πιάνω τον εαυτό μου να επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα: το σώμα. Δεν το σκέφτομαι πια με τον παλιό, απλοϊκό τρόπο τού «να χάσω μερικά κιλά», «να προσέξω λίγο», «να κινηθώ περισσότερο», αλλά με μια πιο ουσιαστική απορία. Τι αλλάζει πραγματικά μετά τα 45 για άντρες και γυναίκες; Γιατί το σώμα δεν ανταποκρίνεται όπως πριν, ακόμη κι όταν κάνεις πράγματα που παλιότερα αρκούσαν. Οι αλλαγές είναι πιο αργές, πιο δύσκολα αναστρέψιμες. Αναρωτιέμαι γιατί, ενώ οι περισσότερες γυναίκες αποδίδουμε αυτή τη φάση αόριστα «στις ορμόνες» ή «στην ηλικία», στην πραγματικότητα μοιάζει να συμβαίνει κάτι πιο σύνθετο.

Σε αυτή την αναζήτηση, η συζήτησή μου με τον γιατρό Γιώργο Κοντιζά, γιατρό με ειδίκευση στη μεταβολική υγεία, ήταν καθοριστική και έβαλε πολλά πράγματα στη θέση τους. Αυτό που μου έμεινε, πάνω απ’ όλα, ήταν η μετατόπιση του ίδιου του ερωτήματος. «Αυτό που καθορίζει το αν το σώμα θα παραμείνει δυνατό, λειτουργικό και ανεξάρτητο δεν είναι το βάρος του, αλλά η μυϊκή του μάζα». Και αυτή η φράση αλλάζει όλο το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε το σώμα μας.

Γιατί για χρόνια –ιδίως οι γυναίκες– έχουμε μάθει να κοιτάμε τη ζυγαριά. Κι ενώ για ένα διάστημα φάνηκε μια ουσιαστική μετατόπιση προς τη δύναμη και τη λειτουργικότητα, το τελευταίο διάστημα βλέπουμε να επιστρέφει το παλιό skinny look. Τα social media έχουν ξαναγεμίσει με εικόνες που υπόσχονται να γίνεις «πιο μικρή». Όπως το θέτει η Αμερικανίδα ορθοπεδικός Dr. Vonda Wright, “We became small again”. Ξαναγινόμαστε μικρές – και αυτό είναι προβληματικό, όχι μόνο αισθητικά ή ψυχικά, αλλά και βιολογικά. Γιατί μας απομακρύνει από το ουσιαστικό ερώτημα: πώς θα παραμείνουμε δυνατοί και λειτουργικοί.

Το σώμα μετά τα 45 - Τι είναι η σαρκοπενία

H μυϊκή μάζα, όπως εξηγεί ο Κοντιζάς, «είναι ο βασικός μεταβολικός ιστός του οργανισμού». Ρυθμίζει το σάκχαρο, καθορίζει τον βασικό μεταβολικό ρυθμό και προστατεύει από τη συσσώρευση λίπους, ιδίως του σπλαχνικού, που συνδέεται με καρδιομεταβολικά νοσήματα. Με απλά λόγια, ο μυς δεν είναι θέμα αισθητικής, αλλά βιολογικής σταθερότητας – δηλαδή υγείας.

Από ένα σημείο και μετά, και ιδίως μετά τα 45-50, συμβαίνει αυτό που στην ιατρική περιγράφεται ως σαρκοπενία: η σταδιακή, αλλά απολύτως πραγματική, μείωση της μυϊκής μάζας. Στις γυναίκες η διαδικασία αυτή επιταχύνεται ιδιαίτερα στην εμμηνόπαυση, καθώς η πτώση των οιστρογόνων επηρεάζει άμεσα την αναβολική ικανότητα των μυών και την κατανομή του λίπους. Συμβαίνει όμως και στους άντρες. Και η σαρκοπενία δεν αφορά το πώς δείχνει το χέρι ή το πόδι. Αφορά τη μείωση της δύναμης, την επιδείνωση της ισορροπίας, τον αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, την αντίσταση στην ινσουλίνη, την αύξηση του σωματικού λίπους, τη συνολική λειτουργικότητα. Αφορά, τελικά, τον τρόπο που γερνά κανείς.

Η μυϊκή μάζα: το όργανο που αγνοούμε

Εκεί αρχίζει να καταρρέει και ο γνώριμος μύθος τού «τρώω λιγότερο και περπατάω, άρα κάνω αυτό που πρέπει». Όπως το θέτει ο γιατρός, αν μια γυναίκα –ιδίως σε αυτή τη φάση της ζωής– συνεχίσει να αντιμετωπίζει το σώμα της αποκλειστικά με αυτή τη λογική, είναι πολύ πιθανό να μπει σε έναν φαύλο κύκλο: να χάνει μυϊκή μάζα, να πέφτει ο μεταβολισμός της, να αυξάνεται το λίπος και να νιώθει όλο και πιο αδύναμη και κουρασμένη. Η στρατηγική, λοιπόν, μετά τα 45 δεν είναι απλώς να περιορίσεις τις θερμίδες ή να ιδρώσεις περισσότερο. Είναι να διατηρήσεις –και κυρίως να ενισχύσεις– τη μυϊκή μάζα.

Και εδώ η συζήτηση αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο που ορίζουμε την υγεία. Η μυϊκή μάζα, όπως λέει ο Κοντιζάς, λειτουργεί σχεδόν σαν όργανο: καταναλώνει ενέργεια ακόμη και σε ηρεμία, αυξάνει την ημερήσια ενεργειακή δαπάνη, βελτιώνει τη διαχείριση της γλυκόζης. Επιπλέον, οι μύες εκκρίνουν μυοκίνες –ουσίες με αντιφλεγμονώδη δράση–, που επηρεάζουν θετικά το ανοσοποιητικό σύστημα και τον εγκέφαλο. «Ο μυς δεν είναι απλώς δύναμη, είναι υγεία», τονίζει. Και πράγματι, από τη στιγμή που το ακούς έτσι, δεν μπορείς πια να σκέφτεσαι το σώμα με τον παλιό τρόπο.

Τι γυμναστική χρειαζόμαστε μετά τα 45;

Το ερώτημα προς τον γιατρό είναι αναπόφευκτο. Κι εγώ η ίδια, που κάνω βάρη εδώ και ενάμιση χρόνο, βλέπω τη διαφορά: στη στάση του σώματος, στον τρόπο που κινούμαι, στο πώς νιώθω. Ταυτόχρονα όμως βλέπω και κάτι άλλο: οι αλλαγές δεν έρχονται γρήγορα, ούτε το σώμα ανταποκρίνεται πια το ίδιο άμεσα. Μου πήρε ένα εξάμηνο να μάθω να σηκώνω σωστά τα βάρη.

Ένας ακόμη μεγάλος μύθος εδώ είναι το περπάτημα. Το περπάτημα είναι εξαιρετικό για την καρδιαγγειακή υγεία, για τη γενική ευεξία και τη διάθεση, αλλά δεν προσφέρει το ερέθισμα που χρειάζεται ο μυς για να διατηρηθεί ή να αυξηθεί. «Ο μυς χρειάζεται να δουλεύει ενάντια σε αντίσταση. Γι’ αυτό και η άσκηση που έχει πραγματικό νόημα μετά τα 45 είναι η άσκηση αντίστασης, δηλαδή η ενδυνάμωση». Με βάρη, με λάστιχα, με μηχανήματα, με το βάρος του σώματος. Το εργαλείο είναι δευτερεύον – το ερέθισμα είναι το ουσιώδες.

Η ενδυνάμωση δεν σημαίνει ακρότητες. Δεν σημαίνει πολλά κιλά ή εξαντλητικές προπονήσεις που τρομάζουν τον μέσο άνθρωπο. Σημαίνει στοχευμένη ενεργοποίηση των μεγάλων μυϊκών ομάδων, με προοδευτική επιβάρυνση: το σώμα να πιέζεται λίγο περισσότερο από αυτό που έχει συνηθίσει, ώστε να προσαρμόζεται. Καθίσματα, προβολές, άρσεις, πιέσεις, έλξεις – ασκήσεις βασικές, λειτουργικές, που προσαρμόζονται στο επίπεδο του καθενός. Πολλοί φοβούνται ότι η άσκηση αντίστασης είναι «για άλλους» – για πιο αθλητικούς, πιο νέους ή για δυνατούς άντρες. Δεν είναι. Αντιθέτως, είναι μια από τις πιο κρίσιμες επενδύσεις για το δεύτερο μισό της ζωής, για άνδρες και γυναίκες.

Η ενδυνάμωση δεν σημαίνει ακρότητες. Δεν σημαίνει πολλά κιλά ή εξαντλητικές προπονήσεις που τρομάζουν τον μέσο άνθρωπο.

Το ίδιο σημαντική είναι και η κινητικότητα. «Με την ηλικία μειώνεται η ευκαμψία, η ποιότητα της κίνησης και η νευρομυϊκή συναρμογή. Δεν αρκεί να είναι κάποιος δυνατός – πρέπει να είναι και λειτουργικός. Ασκήσεις που βελτιώνουν την κινητικότητα των αρθρώσεων και την ισορροπία μειώνουν τον κίνδυνο τραυματισμών και πτώσεων. Και εδώ ο γιατρός είναι πολύ σαφής: «Όταν μια άρθρωση δεν κινείται σωστά, μια άλλη αναγκάζεται να αντισταθμίσει. Έτσι αρχίζουν οι λάθος φορτίσεις. Έτσι γεννιούνται τραυματισμοί που νομίζουμε ότι ήρθαν “από το πουθενά’’. Γι’ αυτό η κινητικότητα και ο έλεγχος της κίνησης δεν είναι συμπλήρωμα, αλλά μέρος του ίδιου του προγράμματος».

Αυτό συνδέεται και με έναν ακόμη φόβο, πολύ διαδεδομένο μετά τα 45: τον φόβο του τραυματισμού. Πολλές γυναίκες μένουν σε κάτι πολύ ήπιο επειδή φοβούνται ότι το σώμα τους δεν θα αντέξει. Όμως μπορούμε να αντέξουμε το βάρος – σταδιακά και με υπομονή. Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: η έλλειψη σωστής άσκησης συχνά αυξάνει τον κίνδυνο τραυματισμών, όχι η άσκηση η ίδια. Το σώμα τραυματίζεται πιο εύκολα όταν είναι αδύναμο, όταν δεν έχει καλή νευρομυϊκή συναρμογή, όταν οι ιστοί δεν δέχονται συστηματικά ερεθίσματα προσαρμογής. Με την ηλικία οι τένοντες γίνονται λιγότερο ελαστικοί, η αποκατάσταση καθυστερεί, η μυϊκή ισχύς μειώνεται και η σταθερότητα των αρθρώσεων εξαρτάται περισσότερο από τον μυ. Άρα η πρόληψη περνά μέσα από την ενδυνάμωση – όχι από την αποχή.

Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κοντιζάς: η αποκατάσταση δεν ξεκινά μετά τον τραυματισμό, αλλά πριν. Είναι ο τρόπος που προπονείσαι – η τεχνική, η προοδευτικότητα, η ικανότητα του σώματος να ανακάμπτει. Δεν αυξάνεις απότομα την ένταση, δεν περνάς το σώμα από το μηδέν στο εκατό. Του δίνεις μικρά, ελεγχόμενα ερεθίσματα, ώστε να προσαρμόζεται χωρίς να υπερφορτώνεται.

Πρωτεΐνη και λευκίνη τα καύσιμα των μυών

Από εκεί και πέρα, δεν γίνεται να μιλήσεις σοβαρά για το σώμα μετά τα 45 χωρίς να μιλήσεις για την πρωτεΐνη. Η σχέση άσκησης και διατροφής είναι απολύτως καθοριστική. Για να διατηρηθεί ο μυς, χρειάζεται επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης. «Μετά τα 45 οι ανάγκες αυξάνονται, επειδή μειώνεται η ικανότητα του οργανισμού να συνθέτει μυϊκή πρωτεΐνη. Η λεγόμενη αναβολική αντίσταση σημαίνει ακριβώς αυτό: ότι ο μυς δεν ανταποκρίνεται πλέον τόσο εύκολα στα ερεθίσματα της άσκησης και της διατροφής. Άρα χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα και καλύτερη ποιότητα πρωτεΐνης».

Εδώ ο ρόλος της λευκίνης είναι κομβικός. Η λευκίνη είναι ένα αμινοξύ που λειτουργεί ως βασικός διακόπτης για την ενεργοποίηση του μηχανισμού mTOR, του κεντρικού μηχανισμού σύνθεσης μυϊκής πρωτεΐνης. Αν δεν φτάσει επαρκής ποσότητα λευκίνης στον μυ, το ερέθισμα για μυϊκή αναδόμηση παραμένει ανεπαρκές, ακόμη και αν υπάρχει συνολικά πρωτεΐνη στη διατροφή. Γι’ αυτό η ποιότητα της πρωτεΐνης έχει τόσο μεγάλη σημασία: πηγές με υψηλή περιεκτικότητα σε λευκίνη και υψηλή βιολογική αξία.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να τρως λίγη πρωτεΐνη διάσπαρτα μέσα στη μέρα. Χρειάζεται σωστή κατανομή: κάθε γεύμα πρέπει να περιέχει επαρκή ποσότητα ώστε να φτάνει το κατώφλι ενεργοποίησης της σύνθεσης μυϊκής πρωτεΐνης. Ειδικά μετά την άσκηση, η πρόσληψη λευκίνης και πρωτεΐνης βοηθά ουσιαστικά στην αποκατάσταση και στην προσαρμογή των μυών.

Οστά, ύπνος, κούραση, στρες - Η «αόρατη» αποκατάσταση

Η ενδυνάμωση έχει, βεβαίως, και μια άλλη πολύ σημαντική επίδραση, που συχνά ξεχνάμε: την αύξηση της οστικής πυκνότητας. Μετά την εμμηνόπαυση, ο κίνδυνος οστεοπόρωσης αυξάνεται και η μηχανική φόρτιση των οστών μέσω της άσκησης είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους πρόληψης. Με απλά λόγια, ο μυς τραβά το οστό και το κάνει πιο ισχυρό. Άρα, όταν μιλάμε για μυϊκή μάζα, μιλάμε ταυτόχρονα και για σκελετική προστασία.

Αλλά η αποκατάσταση δεν είναι μόνο θέμα μυών. Είναι μια συνολική βιολογική διαδικασία, που περιλαμβάνει το νευρικό σύστημα, το ορμονικό περιβάλλον και τον ύπνο. Ο ύπνος είναι ίσως ο πιο υποτιμημένος παράγοντας στη συζήτηση για το σώμα μετά τα 45. Κατά τη διάρκειά του εκκρίνεται αυξητική ορμόνη, ρυθμίζονται οι φλεγμονώδεις διεργασίες και επιτρέπεται στο σώμα να επαναφέρει την ισορροπία του. Μια γυναίκα ή ένας άντρας που δεν κοιμάται καλά, ακόμη κι αν γυμνάζεται σωστά και τρέφεται σωστά, δεν θα έχει τα ίδια αποτελέσματα. Το σώμα απλώς δεν αποκαθίσταται στον ίδιο βαθμό.

Το ίδιο ισχύει και για το στρες. Η χρόνια αύξηση της κορτιζόλης επηρεάζει αρνητικά τη μυϊκή μάζα, αυξάνει τη λιποαποθήκευση και διαταράσσει τον ύπνο. Γι’ αυτό η διαχείριση του στρες δεν είναι μόνο ψυχολογικό θέμα – είναι καθαρά βιολογικό. Ένα σώμα σε συνεχή κατάσταση επιβάρυνσης δεν μπορεί να αποκατασταθεί σωστά.

Μετά τα 45, η ενέργεια δεν είναι απλώς το πόσο «κουρασμένος» νιώθει κανείς. Είναι αποτέλεσμα της μεταβολικής υγείας.

Μετά τα 45, η ενέργεια δεν είναι απλώς το πόσο «κουρασμένος» νιώθει κανείς. Είναι αποτέλεσμα της μεταβολικής υγείας. Πολλοί άνθρωποι δεν αξιολογούν σωστά την έννοια της «κούρασης». Η μόνιμη εξάντληση δείχνει ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κοντιζάς, σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την απώλεια μυϊκής μάζας, την κακή ποιότητα ύπνου και την ακατάλληλη διατροφή. Αντιστρόφως, η άσκηση αντίστασης δεν μειώνει την ενέργεια – την αυξάνει. Βελτιώνει τη μιτοχονδριακή λειτουργία, αυξάνει την ικανότητα του σώματος να παράγει και να χρησιμοποιεί ενέργεια και επηρεάζει θετικά τη διάθεση μέσω νευροχημικών μηχανισμών.

Αν προσπαθήσω να συμπυκνώσω όλα αυτά, θα έλεγα ότι μετά τα 45 η υγεία του σώματος βασίζεται σε τρεις πυλώνες που λειτουργούν συνδυαστικά: σωστή άσκηση για να διατηρείται και να ενισχύεται η μυϊκή μάζα, επαρκή και ποιοτική πρωτεΐνη με έμφαση στη λευκίνη για να ενεργοποιείται η μυϊκή αναδόμηση, κι έναν τρόπο ζωής που υποστηρίζει την αποκατάσταση – ύπνος, διαχείριση στρες και σταθερό ρυθμό. Το θέμα δεν είναι να κάνεις περισσότερα· είναι να κάνεις τα σωστά.

Τρεις απλές συνήθειες

Αν θέλω να σταθώ σε κάτι πρακτικό, θα κρατήσω τρεις απλές συνήθειες που κάνουν πραγματική διαφορά. Η πρώτη είναι η σταθερότητα στον ρυθμό της ημέρας. Το σώμα λειτουργεί με βιολογικά ρολόγια: ώρα ύπνου, ώρα φαγητού, ώρα δραστηριότητας. Όσο πιο σταθερός είναι αυτός ο ρυθμός, τόσο καλύτερα ρυθμίζονται οι ορμόνες, η ενέργεια και η διάθεση.

Η δεύτερη είναι η κίνηση μέσα στη μέρα. Όχι μόνο προπόνηση, αλλά συνολική, διάσπαρτη κίνηση: μικρά διαλείμματα, περπάτημα, αλλαγή στάσης, να σηκώνεσαι κάθε μισή ώρα από την καρέκλα, αλλά και καθημερινή έκθεση στο φυσικό φως. Αυτά ρυθμίζουν το νευρικό σύστημα, βελτιώνουν τον ύπνο και ενισχύουν την ενέργεια περισσότερο απ’ όσο συνήθως υπολογίζουμε.

Η τρίτη είναι η διαχείριση της υπερφόρτωσης. Μετά τα 45, το σώμα δεν αντέχει καλά το «όλα μαζί»: πολλή δουλειά, λίγο ύπνο, κακή διατροφή, έντονη άσκηση, συνεχή πίεση. Η διαφορά δεν βρίσκεται στο να προσθέσεις περισσότερα, αλλά στο να αφαιρέσεις τα περιττά και να αφήσεις χώρο για αποκατάσταση.

Δυνατοί για τα επόμενα 20 ή 30 χρόνια

Αν το δούμε συνολικά, αυτό που αλλάζει με την ηλικία δεν είναι ότι χάνουμε δυνατότητες, είναι ότι αλλάζουν οι κανόνες. Το σώμα δεν λειτουργεί πια με τον ίδιο τρόπο, δεν προσαρμόζεται το ίδιο γρήγορα, δεν συγχωρεί τόσο εύκολα τα λάθη. Ταυτόχρονα, όμως, ανταμείβει εντυπωσιακά τις σωστές επιλογές. Και αυτό είναι ίσως το πιο αισιόδοξο σημείο όλης αυτής της συζήτησης: ότι, ακόμη και μετά τα 45, το σώμα μπορεί να ανταποκριθεί θαυμαστά, αρκεί να του δώσεις το σωστό ερέθισμα και τον σωστό ρυθμό. Ποτέ δεν είναι αργά. Στην πραγματικότητα, το σώμα σε αυτή την ηλικία εξακολουθεί να έχει εντυπωσιακή ικανότητα βελτίωσης. Απλώς δεν ανταποκρίνεται σε ακραίες, βραχυπρόθεσμες προσπάθειες, αλλά σε σταθερές, επαναλαμβανόμενες συνήθειες. Θέλει συνέπεια, όχι σπασμωδικότητα.

Η ερώτηση δεν είναι αν πρέπει να γυμνάζεται μια γυναίκα ή ένας άντρας μετά τα 45. Αλλά αν θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο του σώματός του τα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια. 

Γι’ αυτό, τελικά, η ερώτηση δεν είναι αν πρέπει να γυμνάζεται μια γυναίκα ή ένας άντρας μετά τα 45. Αλλά αν θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο του σώματός του τα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια. Αν θέλει να σηκώνεται εύκολα από μια καρέκλα, να ανεβαίνει σκάλες, να κουβαλά βάρος, να έχει ενέργεια, σταθερότητα, ισορροπία. Δεν μιλάμε για αθλητισμό ή πρωταθλητισμό. Μιλάμε για καθημερινή ζωή με ποιότητα. Το κρίσιμο είναι να φύγει από το μυαλό μας η ιδέα ότι «έτσι είναι τώρα τα πράγματα». Δεν είναι. Το σώμα δίνει συνεχώς σήματα – το θέμα είναι αν θα τα ακούσουμε ή αν θα συνεχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε με τους παλιούς όρους.

Μέσα από τη συζήτηση με τον Γιώργο Κοντιζά προκύπτει ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπεις το σώμα: πιο ολιστικός, πιο ουσιαστικός, μακριά από τη λογική της «γρήγορης λύσης». Όχι να το καλύπτεις, αλλά να το κατανοείς ουσιαστικά. Και αυτή η κατανόηση είναι, τελικά, η αρχή για να αλλάξει πραγματικά η σχέση που έχουμε με το σώμα μας.