Health & Fitness

Μπορεί να βοηθήσει η διατροφή στον καρκίνο του παγκρέατος;

Τα τρόφιμα που αυξάνουν τον κίνδυνο κι εκείνα που λειτουργούν προστατευτικά

Σοφία Νέτα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο σημαντικός ρόλος της διατροφής στην πρόληψη του καρκίνου του παγκρέατος

Ο ρόλος της διατροφής τόσο στην πρόληψη όσο και στην αντιμετώπιση του καρκίνου του παγκρέατος είναι πολύ σημαντικός. Παρά τον περιορισμένο αριθμό τους, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχουν ορισμένα τρόφιμα που αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισής του, αλλά και κάποιες άλλες που λειτουργούν προστατευτικά. Η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου διατροφής θα μπορούσε να σώσει ζωές, αφού ο συγκεκριμένος καρκίνος θεωρείται από τους πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμους. Εξίσου σημαντική είναι η διατροφή και για τους πάσχοντες, αφού η κακή επιλογή τροφών και η καχεξία έχει αναγνωριστεί ως κύρια αιτία μειωμένης ποιότητας ζωής, μειωμένης επιβίωσης και αποτυχίας της θεραπείας.

«Στατιστικά στοιχεία κατατάσσουν τον καρκίνο του παγκρέατος στην 11η θέση του καταλόγου με τους πιο συχνούς καρκίνος στον κόσμο. Το 2018 προκάλεσε 458.918 νέες περιπτώσεις και μελέτες δείχνουν ότι απαντάται συχνότερα στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, τα ποσοστά αυξάνονται και σε αναπτυσσόμενες περιοχές, όπως η Αφρική και η Ινδία. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς αιτίες του καρκίνου του παγκρέατος. Αλλαγές στο DNA που μπορεί να κληρονομηθούν ή να προκύψουν με την πάροδο του χρόνου, λόγω έκθεσης σε επιβλαβείς ουσίες είναι η πιθανότερη αιτία. Οι αλλαγές αυτές μπορούν, βέβαια, να συμβούν και τυχαία. Περίπου το 10% των καρκίνων του παγκρέατος θεωρούνται οικογενειακοί ή κληρονομικοί» μας εξηγεί ο εξειδικευμένος στη Χειρουργική του Ανωτέρου Πεπτικού δρ Εμμανουήλ  Ζαχαράκης - Συνεργάτης της Κλινικής «Άγιος Λουκάς» (Θεσ/νίκη) & πρώην Επ. Καθηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Imperial College London  (https://zacharakis-surgery.gr/).

«Οι περισσότεροι, όμως, προκαλούνται από παθήσεις όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία, ή καθημερινές συνήθειες, όπως το κάπνισμα και η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ. Οι περισσότεροι άνθρωποι που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του παγκρέατος είναι άνω των 60, με τους άνδρες να έχουν ένα μικρό προβάδισμα. Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο είναι η χρόνια παγκρεατίτιδα και η χρόνια έκθεση σε ορισμένα μέταλλα», προσθέτει.

Η κακή διατροφή αποτελεί παράγοντα κινδύνου, αφού αρκετές πρόσφατες μελέτες έχουν συνδέσει τον καρκίνο του παγκρέατος με τη διατροφή δυτικού τύπου, η οποία περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες κρέατος, επεξεργασμένου κρέατος και ζωικού λίπους. Αντίθετα, η τήρηση του μεσογειακού τρόπου διατροφής έχει διαπιστωθεί ότι μειώνει αυτόν τον κίνδυνο. Μεταξύ άλλων, οι λόγοι για την υπεροχή της μεσογειακής διατροφής είναι το βελτιωμένο μεταβολικό προφίλ των ανθρώπων που την επιλέγουν και το χαμηλότερο σωματικό βάρος.

Φέτος δημοσιεύθηκαν ακόμα δύο μελέτες, οι οποίες έρχονται να προσθέσουν στοιχεία σχετικά με τη διατροφή που μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης αυτού του όχι τόσο σπάνιου και αρκετά επικίνδυνου καρκίνου. Η πρώτη εξ αυτών, μια μετα-ανάλυση μελετών, πραγματοποιήθηκε με στόχο να αξιολογήσει επιδημιολογικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, οι οποίες είχαν διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης πουλερικών και ψαριών (και τα δύο συχνά στη μεσογειακή διατροφή) και του κινδύνου καρκίνου του παγκρέατος. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεγάλη ποσότητα πρόσληψης πουλερικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του παγκρέατος, ενώ η πρόσληψη ψαριών είναι απίθανο να συνδέεται με τον κίνδυνο ανάπτυξής του. Φυσικά, οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματά τους απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Η δεύτερη ενέκυψε στην επίδραση των όξινων τροφών, δεδομένου ότι οι δυτικού τύπου διατροφές είναι πλούσιες σε αυτά. «Τα διάφορα μέρη του σώματος έχουν διαφορετικό ph. Ενώ το αίμα είναι ελαφρώς αλκαλικό, το στομάχι έχει πολύ όξινο pH προκειμένου να διευκολυνθεί η πέψη. Κάθε τροφή έχει επίσης διαφορετικό φορτίο οξέος (potential renal acid load – PRAL), όπως για παράδειγμα το κρέας και το τυρί που αποτελούν τρόφιμα με υψηλό φορτίο οξέος», διευκρινίζει ο δρ Ζαχαράκης, ο οποίος διετέλεσε Διευθυντής Χειρουργικού Τμήματος στην χειρουργική του Ήπατος & Παγκρέατος (Consultant in Hepato-Pancreato-BiliarySurgery) στο Νοσοκομείο Hammersmith Hospital του Λονδίνου. «Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το υψηλότερο διαιτητικό φορτίο νεφρικού οξέος σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του παγκρέατος» σημειώνει.

Όσον αφορά στους ασθενείς, δυστυχώς, υπάρχουν λίγες μόνο μελέτες σχετικά με τις διατροφικές πτυχές του καρκίνου του παγκρέατος. Ωστόσο, ο υποσιτισμός είναι συχνός σε αυτούς, γι’ αυτό και χάνουν αρκετό βάρος προτού αναζητήσουν ιατρική συμβουλή. Πολύ γρήγορα αναπτύσσουν σύνδρομο ανορεξίας-καχεξίας και γι’ αυτό η πρώιμη διατροφική παρέμβαση είναι ζωτικής σημασίας. Επίσης, υπάρχουν κάποιες έρευνες που εξέτασαν συγκεκριμένα συμπληρώματα διατροφής, όπως το ιχθυέλαιο και την L-καρνιτίνη. Τα αποτελέσματα όλων αυτών, αν και περιορισμένα, δείχνουν ότι έχουν ευεργετική επίδραση στη μείωση ή αναστροφή της απώλειας βάρους και της απώλειας ιστού.

«Ο καρκίνος του παγκρέατος συνήθως διαγιγνώσκεται αργά - στο 80% των ασθενών όταν η νόσος έχει προχωρήσει είτε τοπικά είτε με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Η επιβίωση, ενώ έχει βελτιωθεί για τους περισσότερους καρκίνους τα τελευταία 40 χρόνια, στον καρκίνο του παγκρέατος δεν έχει σημειωθεί ανάλογη πρόοδος. Η θεραπεία του εξαρτάται από τη γενική υγεία του ασθενούς και το στάδιο της νόσου. Οι τυπικές θεραπείες είναι η χειρουργική επέμβαση, η χημειοθεραπεία, η ακτινοβολία ή κάποιος συνδυασμός αυτών. Η χειρουργική επέμβαση είναι η καλύτερη επιλογή για μακροχρόνια επιβίωση του καρκίνου του παγκρέατος, σε όσους ασθενείς είναι υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση. Μεγάλο δε μέρος των επεμβάσεων αυτών στις μέρες μας μπορούν να πραγματοποιηθούν λαπαροσκοπικά ή και ρομποτικά, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει πιστοποιημένη εξειδίκευση του χειρουργού στις συγκεκριμένες επεμβάσεις.

Δεδομένης, λοιπόν, της δυσκολίας αντιμετώπισης του καρκίνου του παγκρέατος, της αυξανόμενης τάσης εμφάνισης και του υψηλού ποσοστού θνησιμότητάς του, η εφαρμογή οποιασδήποτε στρατηγικής που θα μπορούσε να βοηθήσει τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείρισή του είναι εξαιρετικά σημαντική», καταλήγει ο δρ Εμμανουήλ Ζαχαράκης.