Resto

«Ταξιδεύοντας» στην ιωδιούχα νοστιμιά της γνωστής ψαροταβέρνας στο Κερατσίνι

Ψαράκια πεντάφρεσκα σε κλασικές κυρίως συνταγές, μαζί και κάποιοι νεωτερισμοί

Ελένη Ψυχούλη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το Ταξιδεύοντας στο Κερατσίνι επιμένει στη νοστιμιά και στη φρεσκάδα της πρώτης ύλης 

Το Κερατσίνι ακούγεται εξωτικό και απόμακρο, με την Ιχθυόσκαλα και το Φουγάρο του, τις προσφυγικές γειτονιές και τη θάλασσά του. Στην πραγματικότητα, μια ήρεμη Κυριακή, το φτάνεις σε δεκαπέντε λεπτά από το κέντρο. Στην ψαροταβέρνα Ταξιδεύοντας, είχα να πάω χρόνια. Τόσα χρόνια που στο μυαλό μου το θυμόμουν για παραθαλάσσιο και με θέα στο νερό, ενώ στην πραγματικότητα δεν κοιτάζει καμμιά θάλασσα. Είναι όμως η ιωδιούχα αίσθηση της νοστιμιάς του τόσο έντονη, που στο μυαλό σου δημιουργεί ψευδαισθήσεις πελαγίσιες. Στ´αλήθεια είναι στριμωγμένο στη γωνία, πάνω σε ένα τυχαίο πεζοδρόμιο της γειτονιάς, εύκολα προσβάσιμο για όσους σαν κι εμένα, δεν σκαμπάζουν γρι από τις γειτονιές του Πειραιά.

«Ταξιδεύοντας»: μια ξακουστή ψαροταβέρνα στο Κερατσίνι

Λευκή ψαροταβέρνα και με τα τραπεζάκια της στο πεζοδρόμιο, στο εσωτερικό με τις τζαμαρίες καράβια ζωγραφιστά και πολύχρωμα αρμενίζουν με ούριους ανέμους σε γελαστά νερά. Μικρή και οικεία σαν αγκαλιά.

Αυτή την τελευταία μου επίσκεψη στο Ταξιδεύοντας, την είδα με άλλο μάτι και εντελώς διαφορετικά μυαλά. Γιατί στο μεσοδιάστημα, πολλά έτρεξαν στο κομμάτι της ψαροφαγίας, η οποία πλέον αναδεικνύεται σε πρωταθλήτρια τάση των καιρών. Όλον αυτό το καιρό έχω χορτάσει «ωμά», φρικασέ και κριθαρότα, μακαρονάδες και μαγειρευτά, εξερευνώντας αυτόν τον φρέσκο τρόπο του να αντιμετωπίζεις τη θαλασσοφαγία που έχει αφήσει πίσω της την τηγανητή μαρίδα, το φαγγρί στα κάρβουνα και το ψητό χταποδάκι, μαζί με την ταπεινοσύνη της παλιάς ψαροταβέρνας.

Ο Κωστής Ζαφειρόπουλος, δούλεψε μια ζωή στο ΕΚΑΒ, τώρα πια στην Πολιτική Προστασία. Πάντα, όμως, τη ζωή του τη μοιραζόταν και με ένα ψαροεστιατόριο. Βέρος Κερατσινιώτης και δεινός ψαράς ο ίδιος, με την αλμύρα έχει προσωπικούς δεσμούς και επιπλέον, τον διακατέχει και μια τελειομανία μαζί με μια γνώση του αντικειμένου.

Με υπέρτατη, λοιπόν αγαλλίαση, επέστρεψα στην πιο κλασική όχθη του ψαριού και του θαλασσινού. Λίγος ελληνικός, ολόφρεσκος αχινός μέσα στο νεράκι του, να κλείνεις τα μάτια και να νομίζεις πως κολυμπάς στο Αιγαίο. Στρειδόχτενα λιμπιστά και ψωμωμένα, μια αδιόρατη σταλιά περασμένα από τη φωτιά, που μαλακώνει τη σάρκα τους και ξυπνάει τα αρώματα της φρεσκάδας τους. Σπαρταριστά κυδώνια σπάνιας νοστιμιάς, κάτι που δεν είναι διόλου αυτονόητο, αφού πολλές φορές μου έχουν προκύψει κυδώνια φρεσκότατα πλην άγευστα σαν το νερό της βρύσης. Και ένας φιλεταρισμένος γαύρος τηγανητός, ποίημα, τραγανός με σιμιγδαλένια κρούστα και βουτυράτος την ίδια στιγμή.

Τι θα φας στην ψαροταβέρνα «Ταξιδεύοντας»;

Όση ώρα γευόμαστε την απόλυτη ηδονή, ο Κωστής επανέρχεται με θλίψη στο λυπητερό κεφάλαιο: ψάρια δεν υπάρχουν πια. Ταλαιπωρία καθημερινή και εικοσιτετράωρη, να βρει ο ενδιαφερόμενος επαγγελματίας κάτι της προκοπής, που να μην είναι ιχθυοτροφείου. Να γιατί στα περισσότερα μαγαζιά συναντάς τις ίδιες, πανομοιότυπες ποικιλίες που εξασφαλίζει η καλλιέργεια. Πολλές φορές αναρωτήθηκα πού να έχουν χαθεί όλα αυτά τα ταπεινά ψαράκια του ελληνικού καλοκαιριού, κολιουδάκια, τορίκια, σπάροι, γοφάρια, μελανουράκια, γόπες, σαβρίδια και σαμπανιοί. Και γιατί τους γυρνάνε τη πλάτη οι επαγγελματίες; Ο Κωστής, αφού είδε και αποείδε, αποφάσισε να τα βάλει στο τραπέζι. Φιλεταρισμένα, μόνο σάρκα τροφαντή και νόστιμη, απλά περασμένα από τη σχάρα. Λιχουδιά σπάνια, αστεράτη και μοναδική. Κάτι που πλέον καταναλώνεις με θρησκευτική ευλάβεια αφού δεν ξέρεις για πόσο καιρό ακόμη θα μπορείς να το χαίρεσαι.

Από την πιο νεωτεριστική πλευρά, θα δοκιμάσεις ένα σεβίτσε ελληνότροπο, με διακριτικό λεμονάκι, φύκι και ντοματίνι. Το φρέσκο ψάρι, που δεν έχει ξεροσταλιάσει στην κατάψυξη, κάνει και εδώ όλη τη διαφορά. Όπως και το σωστό βράσιμο στα βλίτα, το ζωντανό πράσινο, το ζεστό το λαχταριστό. Η σουπιά που ελαφρο-τηγανίζεται ολόκληρη είναι το πιάτο που αποκλείεται να προσπεράσεις. Βελούδινη σάρκα και από πάνω μια πρωτότυπη σαλτσούλα λαδολεμονάτη με μπόλικο φρέσκο κρεμμυδάκι και άνηθο. Μια συνταγή που προέκυψε από λάθος, όταν πάνω στη σουπιά χύθηκε κατά λάθος ένα λαδολέμονο.

Στα ωραία του μενού και το καπνιστό χέλι του Γείτονα, που μεταμορφώνεται σε ιωδιούχο βούτυρο πάνω στη σχάρα και ταιριάζει πολύ με το μπόλικο κρεμμύδι. Και η αθηναϊκή μαγιονέζα σε μια πρωτότυπη εκδοχή: βραστά λαχανικά σε καρεδάκια και από πάνω τους ψάρι λευκόσαρκο και φρέσκο μέσα στη σπιτική μαγιονέζα του. Τελειώσαμε με ένα ροφό στη σχάρα, βγαλμένο τρεις ώρες πριν από το νερό.

Στο τέλος η συγκίνηση ολοκληρώθηκε με μια πιατέλα φρέσκα φρούτα και ένα σορμπέ λεμόνι. Έτσι όπως τελειώναμε κάποτε, δροσερά και λιτά, το παραδοσιακό μας θαλασσινό τραπέζι. Για τους μη νοσταλγούς του κάποτε, ήρθε και μια πιατέλα με σοκολατόπιτα, πορτοκαλόπιτα, κορμό και τσιζ-κέικ, γλυκά σπιτικά από τα χέρια της κουζίνας που προτιμά το ταλέντο μιας απλής νοικοκυράς από την τεχνική ενός επαγγελματία σεφ. Αυτή που ξέρει να βάζει ψυχή αλλά και το σωστό αλάτι σε κάθε πιάτο.

Πλάτωνος 72, Κερατσίνι, 2104324368