Αυτοκινηση

Monza: Επιτέλους ένας πραγματικός αγώνας

To φαινόμενο Φερστάπεν και το φαινόμενο Red Bull στα ιταλικά pits

Αντώνης Παγκράτης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Monza: Ο Μαξ Φερστάπεν θριάμβευσε στο Grand Prix της Βόρειας Ιταλίας και έγινε ο πρώτος οδηγός της Red Bull με 10 συναπτές νίκες. 

Ο δέκατος τέταρτος αγώνας της χρονιάς, ο χιλιοστός ενενηκοστός δεύτερος (1.092) σε απόλυτη αρίθμηση της Formula 1, διεξήχθη την Κυριακή 03 Σεπτεμβρίου 2023 στην πίστα Autodromo Nazionale Monza στη Βόρεια Ιταλία. Πρώτος τερμάτισε ο Μαξ Φερστάπεν και δεύτερος ο ομόσταυλός του Σέρτζο Πέρεζ. Η Red Bull έφτασε τις 15 σερί νίκες και ο πρώτος της οδηγός τις 10 συναπτές, επιτυχίες που ξεπερνούν τα αντίστοιχα ρεκόρ όλων των εποχών. Ποια πρόκληση έχει απομείνει, εκτός από τις περαιτέρω αυξήσεις αυτών των στατιστικών στοιχείων;

Μια Red Bull που θα κατακτήσει όλες τις πρώτες νίκες της σεζόν ισοφαρίζοντας τις επιτυχίες της Alfa Romeo το 1950 και της Ferrari το 1952. Η Mclaren των Άυρτον Σένα και Αλέν Προστ, το 1988, έχασε την ευκαιρία μιας ανάλογης επιτυχίας εξαιτίας μιας ατυχούς συγκυρίας τριών παραγόντων και τελικό υπεύθυνο έναν Γάλλο πιλότο, τον Ζαν Λουί Σλεσέρ (Jean-Louis Schlesser), ήσσονος σημασίας για τη Formula 1, αλλά σημαντικό οδηγό αγωνιστικών αυτοκινήτων μεγάλων αποστάσεων. Στη συγκυρία περιλαμβανόταν η ανεμοβλογιά του Νάιτζελ Μάνσελ, η αντιπαλότητα εντός της ομάδας μεταξύ Σένα και Προστ καθώς και η απροθυμία του Τομ Γουόκινσω (Tom Walkinshaw), ιδιοκτήτη της TWR Jaguar, να διαφημίσει περαιτέρω τις ικανότητες του Μάρτιν Μπραντλ (Martin Brundle) στη F1. Αυτοί οι τρεις φαινομενικά άσχετοι παράγοντες συνδυάστηκαν σε ένα σημείο επαφής στο chicane(την πρώτη φιδοειδή στροφή της πίστας, η οποία εκείνη την εποχή είχε αντίστροφες κατευθύνσεις αυτών της σημερινής) της Monza, δύο γύρους πριν από το τέλος, με την εγκατάλειψη του Σένα να ανοίγει τον δρόμο στη Ferrari του Γκέρχαρντ Μπέργκερ (Gerhard Berger) και να αποτρέπει την καθαρή νίκη της McLaren.

Η ιστορία είναι άξια περιγραφής και σχολιασμού σε ό,τι αφορά τη μοναδική πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ οδηγών, ιδιοκτητών και κατασκευαστών στο πλαίσιο των φιλοδοξιών τους, της μικροπρέπειας και της δολιότητάς τους, εκπεφρασμένες σε μορφές αναντίστοιχες των τελικών μύθων που καλύπτουν έκαστον εξ αυτών των ανθρώπων. Δεν είναι της στιγμής μια τέτοια παρουσίαση ή ίσως γίνει πιο ενδιαφέρουσα όταν εντός της φετινής περιόδου γίνουμε μάρτυρες κάποιας αντίστοιχης περιπτώσεως που δεν είναι καθόλου αδύνατη, αφού οι συνθήκες του έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον στο πιο εντυπωσιακό σπορ στον πλανήτη. Μέχρι στιγμής η Red Bull υπό την ήρεμη καθοδήγηση του Κρίστιαν Χόρνερ, τον ανυπέρβλητο σχεδιασμό του Άντριαν Νιούι και την ψυχραιμία του Μαξ Φερστάπεν καλπάζει προς την κατάκτηση νέων, απλησίαστων, ρεκόρ. Ευτυχώς, ο αγώνας της Monza, εκτός από την καταχώρησή του ως ορόσημο των επιτυχιών της αυστριακής ομάδας, ξαναθύμισε τον λόγο που οι αγώνες της Formula 1 προκαλούν στον θεατή έντονη και άμεση αναστάτωση. Η ανταγωνιστικότητα εκφράζεται στην πιο καθαρή της μορφή, αγνοώντας την υλική υπόσταση της υπάρξεως, έστω και ως ψευδαίσθηση. Από την αρχή του αγώνα και για δεκαπέντε γύρους ο Σάινθ κράτησε τον Φερστάπεν πίσω του διατηρώντας σταθερή την αγωνία των θεατών και ζωντανή την ελπίδα. Αμιγώς τα συναισθήματα αγνοούσαν, επιτέλους, τη βαρύτητα των αυτοκινήτων, την ταχύτητα και την αεροδυναμική τους ισορροπία. Κάθε υπολογισμός αποκλειόταν, κατακλυζόμενος από μία απρόβλεπτη προσδοκία που ως τέτοια αδυνατούσε να αποκτήσει μορφή και να επιτρέψει στον θεατή τον έλεγχο της σκέψης του.

Παρακολουθείς με απορία το θαυμαστό που διαδραματίζεται μπροστά σου, ανήμπορος να το περιορίσεις στην υλική του αίσθηση. Βιώσαμε για λίγα λεπτά, μη έχοντας την επίγνωση του χρόνου τους, καθαρά αισθήματα αγωνίας και ελπίδας. Τελικώς, το μικρό λάθος του Σάινθ στο chicane στον 15ο γύρο, ως συνέπεια της συνεχόμενης αλλοιώσεως των πίσω ελαστικών του και της πιέσεως του Φερστάπεν, έφερε τον Ολλανδό σε τακτική θέση προσπεράσεως που φυσικά πραγματοποίησε με χειρουργική ακρίβεια. Ο αγώνας είχε ήδη τελειώσει, τουλάχιστον θεωρητικά. Κανείς δεν αμφέβαλε περί αυτού. Ακόμα και πριν από την εκκίνηση κάθε σώφρων άνθρωπος προέβλεπε το αποτέλεσμα. Όμως, στα 20 λεπτά του κυνηγητού, η ακλόνητη πίστη στην υπεροχή του Φερστάπεν και η σθεναρή πίστη στην αντίσταση του Σάινθ έδωσαν στους θεατές την αέναη πίστη στη ζωή του μέλλοντος, την οποία πλούσια παρέχει το σπορ αυτό. Επιπροσθέτως, στον τελευταίο γύρο του αγώνα, σε μία απονενοημένη προσπέραση για τη διεκδίκηση της τρίτης θέσεως, ο Λεκλέρ αγνόησε τις εκκλήσεις του μηχανικού του να μην αναλάβει κανένα ρίσκο και εξάντλησε τις πιθανότητες για μια καλύτερη θέση από τον Σάινθ, στο ίδιο μαχητικό πνεύμα. Εξάλλου, δήλωσε περιχαρής ότι ήταν ένας από τους ωραιότερους αγώνες του. Είχε μείνει αυτός, ο ομόσταυλός του Σάινθ και ο Πέρεζ, ανταγωνιστικοί μέχρι τέλους.

Ο Αγώνας

Ο αγώνας ξεκίνησε με μία μικρή καθυστέρηση λόγω βλάβης και ακινητοποίησης του Γιούκι Τσουνόντα στον γύρο προσαρμογής. Στην εκκίνηση όλοι οι οδηγοί ήταν προσεκτικοί, έτσι δεν υπήρξε κανένα ατύχημα, κάτι όχι ασυνήθιστο στην ιταλική πίστα. Επίσης καθόλη τη διάρκεια του αγώνα δεν είχαμε αναγκαστική διακοπή και αυτοκίνητο ασφαλείας. Οι πιλότοι, γενικώς, φαίνεται ότι είναι συγκεντρωμένοι και ψύχραιμοι. Ο Σάινθ κράτησε τον Φερστάπεν πίσω του για δεκαπέντε γύρους. Η ταχύτητα της Ferrari, με το κοντό πίσω φτερό για χαμηλή downforce, απέδιδε σε σημείο που δεν επέτρεπε στον Φερστάπεν να προσπεράσει ούτε με ενεργοποιημένο DRS (Drag Reduction System), επισημαίνοντάς το έκπληκτος στον Τζανπιέρο Λαμπιάζε, τον μηχανικό του. Αν ο Σάινθ μπορούσε να συνεχίσει να προηγείται, παρά το γεγονός ότι η Red Bull ήταν προφανώς δυνητικά ταχύτερη στο γύρο, τότε ίσως μπορούσε να φτάσει στο παράθυρο του pitstop (μετά τον 23ο γύρο), να μπει μπροστά από τον Φερστάπεν και να τα κάνει όλα από την αρχή στο δεύτερο stint. Γιατί όχι; Πήρε την απάντηση στον 12ο γύρο, καθώς ένιωσε την πίσω πρόσφυση να χάνεται ξαφνικά. Είχε εξαντλήσει το μεγαλύτερο μέρος του πέλματος και τα ελαστικά είχαν αρχίσει να κρυώνουν. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε καταναλώσει περισσότερα από όσα είχαν να δώσουν τα ελαστικά, ότι αυτό ήταν το μειονέκτημα όλης αυτής της ταχύτητας στην ευθεία που τον είχε βοηθήσει να φτάσει στη δόξα. Το όνειρο του Σάινθ και των φιλάθλωνδεν ήταν ακριβώς αληθινό και ο Φερστάπεν εκμεταλλεύτηκε επιδέξια το «κλείδωμα» του Σάινθ στη στροφή 1 στον 15ο γύρο για να περάσει δίπλα του μέσα από τη στροφή Grande και να τοποθετηθεί από την εσωτερική για το chicane της Roggia. Εξαφανίστηκε στο δρόμο τόσο γρήγορα που ο Σάινθ δεν πρόλαβε καν να χρησιμοποιήσει το DRS στο πέρασμά του.

Εν τω μεταξύ, ο Σέρτζο Πέρεζ με τη δεύτερη Red Bull είχε βρει τρόπο να περάσει τη Mercedes του Τζορτζ Ράσελ και κυνηγούσε τις Ferrari. Όμως ο Λεκλέρ «τραβήχτηκε» με τη βοήθεια του DRS από τον Σάινθ (ήταν πάντα σε απόσταση αναπνοής, κάτω από ένα δευτερόλεπτο) και χρειάστηκε αρκετή ώρα για να τον πιάσει. Προσπέρασε τον Λεκλέρ αμέσως μετά τις στάσεις που έκανε ο καθένας τους για να αλλάξει από τις «μεσαίες» στις «σκληρές» γόμες, αλλά ο Σάινθ θα αποδεικνυόταν «πολύ σκληρός για να πεθάνει». Τόσο πολύ, ώστε να πιέζει κατά καιρούς τα όρια των αθλητικών κανονισμών, με τις καθυστερημένες άμυνες του και το στρίμωγμα της Red Bull πάνω στο κράσπεδο. Ο Πέρεζ βρήκε, τελικώς, τρόπο να περάσει και να δώσει στη Red Bull το 1-2, αφήνοντας τον Σάινθ να αποκρούσει τον Λεκλέρ.

Οι δύο Ferrari ανταγωνίστηκαν δυνατά, με γυμνές γροθιές,  στους τελευταίους γύρους. Ο Σάινθ δεν είχε καμία διάθεση να παραδοθεί. Έκοψε τον Λεκλέρ στη στροφή 1 στον τελευταίο γύρο, έτσι ώστε ο Λεκλέρ αναγκάστηκε να φρενάρει μανιωδώς. Όμως, στο τέλος, ο Μονεγάσκος δήλωσε ότι τέτοιους αγώνες επιθυμεί. Με τον ανταγωνισμό και την μαχητικότητα.

Ο Ράσελ στην πέμπτη θέση δεν ήταν αρκετά κοντά για να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα. Οι Mercedes κόλλησαν πίσω από την αμυντικά οδηγούμενη Williams του Άλεξ Άλμπον. Ο Λιούις Χάμιλτον, ο οποίος είχε εκκινήσει με «σκληρές» γόμες από την όγδοη θέση της εκκίνησης, μπόρεσε να τους περάσει όλους μόλις άλλαξε στις «μεσαίες» του. Με αυτόν τον τρόπο όμως, έπιασε τον Όσκαρ Πιάστρι στο chicane της Roggia, καταστρέφοντας τον αγώνα του οδηγού της McLaren -στην προσπέραση του έσπασε το εμπρός αριστερά κάθετο φτερό. Ο Χάμιλτον πήρε ποινή 5 δευτερολέπτων για το περιστατικό, αλλά κατάφερε να βρεθεί 6 δευτερόλεπτα μπροστά από τον Albon στον τελευταίο γύρο και να πάρει την έκτη θέση.

Ακόμα και αν έκανε διακοπές για το υπόλοιπο της σεζόν, ο Φερστάπεν πιθανότατα θα εξακολουθούσε να είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 2023. Ποια πρόκληση έχει απομείνει; Μια Red Bull που θα σαρώσει τη σεζόν ώστε να φτάσει την Alfa το 1950 και τη Ferrari το '52;

© Remko de Waal / EPA

Ο επόμενος αγώνας θα γίνει στην Σιγκαπούρη σε δύο εβδομάδες. Το Marina Bay Circuit εμφανίστηκε στο αγωνιστικό ημερολόγιο το 2008 και ήταν ο πρώτος νυχτερινός αγώνας. Μια πίστα δρόμου με θεαματικό φόντο τον διάσημο ορίζοντα της πόλης. Το αρχικό σχέδιο της πίστας από τον Herman Tilke, τον ισόβιο σχεδιαστή της Formula 1, βελτιώθηκε από την KBR Inc. Ο πρώτος νικητής ήταν ο Αλόνσο με τη Renault αλλά η νίκη επισκιάστηκε από τις καταγγελίες και τα επακόλουθα δικαστήρια εναντίον του Φλάβιο Μπριατόρε και του Νέλσον Πικέ του νεότερου, με τις κατηγορίες του εσκεμμένου ατυχήματος του τελευταίου για να δοθεί πλεονέκτημα στον Αλόνσο. Τελικώς αθωώθηκαν, αλλά ουδείς εκ των δύο τελευταίων δεν ξαναεμφανίστηκε σε αγώνες της Formula 1. Η πίστα Marina Bay Circuit είναι μια από τις πιο απαιτητικές από σωματική άποψη, καθώς η ανώμαλη επιφάνεια του δρόμου σε συνδυασμό με τις υγρές συνθήκες καταπονούν τους οδηγούς.