Αυτοκινηση

Drive-Inn: Vintage vs Reality

Το vintage είναι όμορφο, αλλά πολύ συχνά δύσχρηστο, ή ακόμα και άχρηστο, θρέφοντας συναισθήματα μιας εποχής που ρομαντικοποιείται αυτόματα μετά το πέρας της ισχύς του

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 680
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Της Ελένης Χελιώτη (www.darkcaffeinematter.com)


Ακαδημία Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης δημοσίευσε ένα άρθρο στην ιστοσελίδα της πέρυσι δίνοντας μια συνοπτική αλλά άκρως ρεαλιστική «βιογραφία» των drive-in σινεμά (στις Ηνωμένες Πολιτείες). Το άρθρο, αν και σύντομο, κατάφερε να μου δημιουργήσει αντικρουόμενα συναισθήματα και εικόνες, σε σημείο που ενώ όταν ξεκίνησα την έρευνά μου η μόνη μου ερώτηση ήταν «πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν drive-in σινεμά στην Ελλάδα», φτάνοντας στην τελική του πρόταση συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν θα καρποφορούσαν σε βάθος χρόνου, όπως και έγινε.

Ας τα πάρουμε, όμως, ένα-ένα. Το πρώτο πατενταρισμένο drive-in άνοιξε στις 6 Ιουνίου του 1933 από τον Richard Hollingshead στο New Jersey, αν και ανεπισήμως προϋπήρχαν από το 1910. Μέσα στη 20ετία που ακολούθησε άνοιξαν περίπου 4.000 σε όλες τις ΗΠΑ. Οι λόγοι για τους οποίους ήταν τόσο δημοφιλείς και αγαπητοί ήταν γιατί απεδείχθη μια οικονομική λύση για μια έξοδο (τα αυτοκίνητα ήταν τότε μεγάλα και ευρύχωρα, στο κλασικό αμερικάνικο στιλ) και ένας πόλος έλξης για φίλους, ζευγάρια κάθε ηλικίας και τις οικογένειες, καθότι πολλά από αυτά προσέφεραν χώρο απασχόλησης για τα παιδιά, εστιατόρια κ.τ.λ.

Πότε όμως ξεκίνησε η αποδόμηση αυτού του θρυλικού σχεδόν καθεστώτος και γιατί; Η βιομηχανία αυτοκίνησης σίγουρα συνέβαλε σε αυτό. Τίποτα όμως δεν μπορεί να νικήσει το νούμερο ένα παράγοντα αλλαγής: τον χρόνο. Ο χρόνος εν προκειμένω έφερε και ένα άλλο τσουνάμι, αυτό της τεχνολογικής εξέλιξης. Μα, θα μου πείτε, όσα Village ή Odeon κι αν ανοίξουν, στην Ελλάδα τουλάχιστον, θα υπάρχουν πάντα θερινά σινεμά, τα οποία συνήθως δεν φέρνουν τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό, οπότε γιατί να μην έπιανε αυτό εδώ; Είναι η πλαστική καρέκλα πιο βολική από οποιοδήποτε κάθισμα αυτοκινήτου; Προφανώς και όχι, αλλά όταν ο Έλληνας βγαίνει έξω, θέλει να είναι έξω. Θέλει άστρα, και όχι έναν «ουρανό» αυτοκινήτου. Θέλει τραπεζάκι, και όχι έναν λεβιέ. Θέλει να ξεχάσει ενδεχομένως ότι είχε χρήματα μόνο για ένα μικρό αυτοκίνητο, και όχι να διασκεδάσει μέσα σε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι, εκτός και αν μιλάμε για ένα κάμπριο Chevrolet ή μια Plymouth Circa 1950, δεν είναι ίσως και τόσο δελεαστικό.

Με τη δύναμη όμως των social media στα χέρια μου, είπα, έστω και για πλάκα, να το τεστάρω. Ανέβασα λοιπόν στο Instagram ένα story με το εξής poll: Θα πηγαίνατε σε drive-in σινεμά στην Αθήνα; Ομολογώ ότι εξεπλάγην όταν τα αποτελέσματα αυτού ήταν 98% Ναι και 2% Όχι. Ένας φίλος μου μάλιστα μου έστειλε μήνυμα λέγοντάς μου: ψήφισα όχι, ήμουν ο μόνος ε; Τόσο σίγουρος ήταν ότι η συντριπτική πλειοψηφία θα επέλεγε αυτή τη μορφή διασκέδασης. Κι όμως δεν υπάρχει κανένα, και το τελευταίο σε ύπαρξη ήταν πριν αρκετές δεκαετίες.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το τι τελικά ψηφίζουμε ή θέλουμε, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι προσπάθειες αναβίωσης εμπειριών drive-in γίνονται κατά καιρούς τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση παραμένει μια νοσταλγική έξαρση και όχι πρόκριμα επαναφοράς του. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ήδη έχουν διοργανωθεί στον Λυκαβηττό, τόσο πέρσι όσο και φέτος της άνοιξη, βραδιές drive-in.

Η ειδυλλιακή αυτή εικόνα όμως απέχει παρασάγγας από εκείνη που αντικρίζουμε στη Μαλακάσα. Όπως τα περισσότερα εγκαταλελειμμένα κτίρια, έτσι και αυτό προκαλεί μια νοσταλγία και μια στεναχώρια, για έναν όμως αδιευκρίνιστο λόγο. Τι μας λείπει; Τι νοσταλγούμε; Και εάν αυτά τα συναισθήματα είναι αυθεντικά, γιατί κανείς δεν τολμάει σήμερα να ανοίξει ένα; Ποιοί είναι οι αποτρεπτικοί παράγοντες; Ο καιρός, η ασφάλεια, το Netflix, τα ίδια τα αυτοκίνητα ή η εποχή; Η διασκέδαση είναι κάτι που ο Έλληνας σπάνια θα τσιγκουνευτεί, οπότε γιατί έχει εκλείψει ανεπιστρεπτί η εποχή των drive-in; Και μέσα σε αυτό το αρνητικό πλαίσιο γιατί ο Εν Λευκώ το επανέφερε έστω και για μια βραδιά τον χρόνο;

Οι παλιές συνήθειες μετονομάζονται πλέον vintage, και το vintage φέρει μια γοητεία που κρύβει η μηχανή του χρόνου. Το vintage είναι όμορφο, αλλά πολύ συχνά δύσχρηστο, ή ακόμα και άχρηστο, θρέφοντας συναισθήματα μιας εποχής που ρομαντικοποιείται αυτόματα μετά το πέρας της ισχύς του. Και εγώ νοσταλγώ τις εποχές χωρίς κινητό, αλλά αυτό παραμένει σήμερα επέκταση του χεριού μου σε καθημερινή βάση. Θα το αφήσω ενδεχομένως για λίγες ώρες μέσα στην ημέρα, αλλά δεν θα σταματήσω να το χρησιμοποιώ. Θα πάμε μια φορά το χρόνο να βιώσουμε κάτι διαφορετικό και με έναν αέρα παρελθόντος, αλλά πολύ δύσκολα θα ξαναγίνει το παρόν μας.

Υπάρχει πάντα ένα κάποιο άλλοθι στο παρελθόν, και στην πραγματικότητα αυτό είναι που νοσταλγούμε: την ικανότητα να μετατρέψουμε κάτι που είτε δεν ζήσαμε είτε δεν αλλάζει σε κάτι ιδανικό.

Κάθε γενιά διαλαλεί πόσο καλύτερη, αγνότερη και πιο ενδιαφέρουσα ήταν η προηγούμενη. Εγώ, ένα παιδί του ’80 που μεγάλωσα στα 90s, μιλάω με μια ανυπέρβλητη ζεστασιά για τα Thundercats που βλέπαμε, τα mixtapes που φτιάχναμε, τα CD που έπρεπε να μαζέψουμε λεφτά για να αγοράσουμε, και τη στεναχώρια που νιώθαμε όταν το βιβλιαράκι δεν είχε τους στίχους των τραγουδιών που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. «Δεν τα έζησες εσύ αυτά» λέω σε μικρότερους, λες και ήμουν καμιά γκόμενα του Boticelli την εποχή της Αναγέννησης, ή λες και οι δικές μου εμπειρίες είναι για κάποιο λόγο ανώτερες και πιο ουσιαστικές από της επόμενης γενιάς που κλασικά «τα βρήκε όλα έτοιμα».

Αυτή είναι η υπεροχή που έχουν τα «δικά» μας παλιά. Αυτά που χρονολογούνται πριν την εποχή μας, δηλαδή τα άγνωστα, μπορούμε να τα φανταστούμε όπως εμείς επιθυμούμε, ή όπως τα έχουμε διαβάσει σε βιβλία ή δει σε ταινίες. Υπάρχει πάντα ένα κάποιο άλλοθι στο παρελθόν, και στην πραγματικότητα αυτό είναι που νοσταλγούμε: την ικανότητα να μετατρέψουμε κάτι που είτε δεν ζήσαμε είτε δεν αλλάζει σε κάτι ιδανικό.

Ας επιστρέψουμε όμως στην Plymouth και την έλλειψη drive-in. Χαζεύοντας την οριακά creepy φωτό του εγκαταλελειμμένου σινεμά στη Μαλακάσα αναρωτιέμαι για πόσα ζευγαράκια υπήρξε το ιδανικό άλλοθι του τότε παρόντος τους, όταν πια προβάλλονταν σχεδόν αποκλειστικά ερωτικές ταινίες. Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι εάν άκουγα μια τέτοια ιστορία, ποια θα ήταν η διαφορά της από μια αντίστοιχη σημερινή ιστορία ενός νέου ζευγαριού που ερωτοτροπεί στο αυτοκίνητο; Α ναι, ξέχασα. Τότε ήταν αλλιώς.