Life

Πεντανόστιμα τέρατα ή οι κήποι που μένουν πίσω

Ο χρόνος, από τη φύση του, δεν σταματά ποτέ να περνάει και στο διάβα του να παίρνει πράγματα μαζί του

Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 884
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Monsteria Deliciosa: Τι θα απογίνουν τα φυτά στα μπαλκόνια όταν φύγουν για πάντα οι ένοικοι

Σ’ ένα μακρινό βασίλειο, στον 5ο όροφο μιας πολυκατοικίας στου Γκύζη, ζούσε η ειρηνική και πανέμορφη φυλή των Monsteria Deliciosa. Είχαν συνεστραμμένους κορμούς, φύλλα τεράστια σαν αυτιά ελέφαντα και ανήσυχες εναέριες ρίζες που μονίμως έψαυαν τον άδειο χώρο γύρω τους. Κατοικούσαν κι ευημερούσαν σε πήλινα κιούπια που τα φρόντιζε ευλαβικά η θεραπαινίδα τους η κ. Ελευθερία, ετών ογδόντα, με άπταιστα γαλλικά και πλούσια συλλογή από κιμονό στην γκαρνταρόμπα της.

Αυτή η ευτυχισμένη συνθήκη κράτησε πολλά χρόνια και κανένα σύννεφο δεν σκίαζε το μικρό βασίλειο. Στο ακριβώς διπλανό μπαλκόνι ζούσε το Γειτονόπουλο που παρακολουθούσε καθημερινά την κ. Ελευθερία να φλυαρεί στις Monsteria στα γαλλικά, να τις δροσίζει ψεκάζοντάς τες με νερό το καλοκαίρι και να τις ντύνει με μουσαμάδες για προστασία απ’ τον χιονιά τον χειμώνα. Μια δυο φορές που η κ. Ελευθερία χρειάστηκε να επισκεφθεί τον ένα και μονάκριβό της στο εξωτερικό, απίθωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος στα χέρια του Γειτονόπουλου, αναθέτοντάς του τη φροντίδα των «κοριτσιών της». Κολακευμένος από την εμπιστοσύνη, εκείνος έκανε το καλύτερο που μπορούσε, κι ούτε της ανέφερε ποτέ την καζούρα που (υποψιαζόταν ότι) του έκαναν τα Τέρατα για τα σκουριασμένα γαλλικά του…

Όμως ο χρόνος, από τη φύση του, δεν σταματά ποτέ να περνάει και στο διάβα του να παίρνει πράγματα μαζί του. Ήρθε έτσι μια μέρα που η κ. Ελευθερία έφυγε για άγνωστη κατεύθυνση και στο διαμέρισμα μπήκε λουκέτο. Τέρμα οι παροχές, μαζί και η ύδρευση. Το Γειτονόπουλο ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Επί μήνες, δρασκέλιζε καθημερινά το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού του κουβαλώντας πλαστικά δοχεία με νερό, έκανε δυο χορευτικά βήματα στο περβάζι της πολυκατοικίας και ξαναδρασκέλιζε το κιγκλίδωμα της κ. Ελευθερίας για να πάει να ποτίσει τα Τέρατα.

Εκείνα δεν έδειχναν πια το ίδιο ορεξάτα, ούτε ξεχείλιζαν από ορμή για ζωή. Λογικό, αν σκεφτείς πως δεν είχαν πια κανέναν να τους απευθύνεται. Όσες φλυαρίες κι αν μηχανευόταν το Γειτονόπουλο, δεν αναπλήρωναν τη συνεχή, πρόσχαρη ροή από τα «je ne sais quoi» της κυρίας Ελευθερίας που είχαν συνηθίσει τα Τέρατα. Όταν κάποια στιγμή ήταν σειρά του να φύγει διακοπές, τρύπησε με καυτή καρφίτσα τα πώματα μεγάλων πλαστικών μπουκαλιών με νερό και τα αναποδογύρισε στο χώμα κάθε γλάστρας. Στην επιστροφή του διαπίστωσε ότι είχε χάσει δύο Τέρατα, που, για κάποιον λόγο, οι τρύπες στα μπουκάλια τους είχαν στομώσει. Έσυρε τα δυο νεκρά φυτά όσο πιο μακριά μπορούσε από τα υπόλοιπα.

Μέσα στους επόμενους μήνες, το μικρό βασίλειο δοκιμάστηκε σκληρά. Με τις τέντες κουρελιασμένες απ’ τον αέρα, τα Τέρατα τώρα είχαν εγκαύματα από τον ήλιο. Ένα από τα πιο ογκώδη που είχε στηρίξει το βάρος του σε μια υδρορροή, έσπασε στη μέση όταν ο πολυκαιρισμένος σωλήνας δεν άντεξε άλλο και υποχώρησε. Ο κορμός του έμεινε σαν δάχτυλο υψωμένο στον ουρανό, σε μόνιμη απορία.

Τα πιο πρόσφατα νέα είναι ότι έχει έρθει εντολή να ανακαινιστεί το διαμέρισμα. Αυτό, για κάποιον ακατανόητο λόγο, συνεπάγεται πως πρέπει να αδειάσει εντελώς το μπαλκόνι. «Πρέπει να βγάλουμε όλα τα σπασμένα πλακάκια και να μείνει μόνο το μωσαϊκό», μου εξηγεί ο εργολάβος στο τηλέφωνο.

«Και τα φυτά;» ρωτάω.

«Αυτά θα φύγουν».

«Και πού θα πάνε;»

«Ε, στον κάδο».

«Μπορώ να τ’ αγοράσω;», ρωτάω με μια δόση απελπισίας.

«Τι ν’ αγοράσεις, άνθρωπέ μου; Πάρ’ τα άμα τα θες, άμα έχεις χώρο…»

Για τη μετακίνηση, σκέφτομαι, θα δανειστώ το καροτσάκι με τις ρόδες από το γωνιακό σουπερ μάρκετ. Ούτε χώρο έχω, αλλά θα βρω. Έστω κι αν χρειαστεί να τα βάλω στην κρεβατοκάμαρα και να παραμερίζω αυτιά ελέφαντα τα βράδια, καθοδόν προς την τουαλέτα. Μετά, θα χρειαστεί να βάλω κάπου μια μικρή αγγελία:

«Πεντανόστιμα Τέρατα για υιοθεσία. Ενήλικα, φιλικά προς τους ανθρώπους, (ανα)γνωρίζουν τη γαλλική».