- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γωγώ Μαστροκώστα: Ο καρκίνος και όλα τα λάθος πράγματα να ακούγονται
Τα ΜΜΕ δεν ξέρουν πού να σταματάνε, το γνωρίζουμε αυτό, όμως πόσα κακοποιητικά λάθη να αντέξουν οι ογκολογικοί ασθενείς και οι οικογένειές τους...
Ο θάνατος της Μαστροκώστα, αφορμή για να ακουστούν όλα τα ακατάλληλα για τη νόσο και τα ανάρμοστα για την οικογένειά της
Όσες και όσοι έχουμε κοιταχτεί με τον καρκίνο σε κάποια φάση της ζωής μας, χωρίς ηρωισμούς και ταμπέλες, ξέρουμε τι συμβαίνει κάθε φορά που ένας διάσημος ή ένας καλός άνθρωπος πεθαίνει από τη νόσο. Πόσω μάλλον αν ήταν και νέος άνθρωπος, όπως η Γωγώ Μαστροκώστα.
«Μαχήτρια», «λεβέντισσα», «παλικάρι», ακούγεται από χθες τα ξημερώματα για τη συμπαθή και ειλικρινή Μαστροκώστα, που είχε μιλήσει από την πρώτη στιγμή για τη σοβαρή περιπέτεια με την υγεία της και επίσης είχε ζητήσει κανά δυο πράγματα, τα οποία, εννοείται ότι ΔΕΝ έγιναν σεβαστά από τα media.
Η οικογένεια, η κόρη της Βικτώρια είχε ζητήσει πολλές φορές κατά το παρελθόν, αλλά και τώρα να μη συσχετίζουν οι δημοσιογράφοι την τωρινή περιπέτεια υγείας της με τον καρκίνο του μαστού προ ετών, αλλά και με το γεγονός ότι νόσησε σχεδόν παράλληλα με την εγκυμοσύνη της.
Κανένας σεβασμός: από χθες έπαιζαν σε λούπα και τα δύο, με τη γνωστή λυπητερή μουσική, τις εναλλαγές φωτός και σκιάς στα παλιά της βίντεο και όλες αυτές τις τόσο καγκούρικες δημοσιογραφικές πρακτικές που δεν αρκούνται στο τρομερό της είδησης θανάτου μιας νέας γυναίκας. Όχι. Θέλουν κι άλλο.
Από πρωινάδικο σε πρωινάδικο και από site σε site ακούστηκε και γράφτηκε με όλους τους άναρθρους, κακοφορμισμένους τρόπους για το «πότε» νόσησε η Μαστροκώστα. Λες και δεν γνωρίζει πια όλη η πλάση το πόσο πολυπαραγοντική νόσος είναι ο καρκίνος, λες και περιμένει ο κόσμος τον κάθε πανελίστα να του δώσει διάγνωση και να φορτώσει την οικογένεια και μ’ άλλο, αχρείαστο πόνο και ενοχές.
Και μετά είναι κι αυτό το «μαχήτρια» που αποτελεί μεγάλη βλάβη για την/τον ασθενή – ειδικά για τη γυναίκα. Και είναι διαφορετικός ο τρόπος που το εκφέρει ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας και διαφορετικός ο τρόπος που το ξεστομίζουν όσοι κάθονται μπροστά σε μία κάμερα και έχουν σοβαρή ευθύνη για τις πληροφορίες, αλλά και τις συμπεριφορές που απευθύνουν στην κοινή γνώμη.
Εκφράσεις όπως «μαχήτρια», «το πάλεψε», «λεβέντισσα», κρύβουν τρυφερότητα από τον κόσμο, όμως, κρύβουν και ένα δόκανο. Είναι σα να σου λένε ότι δεν σου επιτρέπεται να πονέσεις, δεν σου επιτρέπεται να σπάσεις. Οι γύρω σου, αυτοί που σε αγαπούν κάτι περιμένουν από εσένα (ναι, περιμένουν να τα καταφέρεις, αλλά εσύ, εκείνη την ώρα, έχεις να νοιαστείς για άλλα πράγματα. Το να σου θυμίζουν εμφατικά πόσο πόνο προκαλείς στους οικείους σου, καθόλου δεν βοηθάει).
Επίσης, το «μαχήτρια» δίνει στους δικούς σου μια ανακούφιση που μπορεί να μην υφίσταται και σε εσένα ένα επιπλέον βάρος.
Όπως μου έγραψε χαρακτηριστικά συνάδελφος στην πρώτη αγανακτισμένη ανάρτησή μου στα social media «οι έλληνες δημοσιογράφοι δεν είμαστε εκπαιδευμένοι για να διαχειριζόμαστε με σοβαρότητα και απόσταση τέτοιες καταστάσεις». ΟΚ, δεκτό. Και για τι ακριβώς είμαστε εκπαιδευμένοι που να πάρει;
Την πολιτική ορθότητα δεν την μπορούμε, μας ξεβολεύει και μας λογοκρίνει. Τον φροντιστικό λόγο δεν τον μπορούμε, είναι πάρα πολύ αποστειρωμένος και περιοριστικός. Τι μπορούμε, λοιπόν και τι ξέρουμε για μία ασθένεια που έχει χτυπήσει την πόρτα σχεδόν κάθε ελληνικής οικογένειας;
Γιατί έχουμε πρόβλημα να ξεστομίσουμε τη λέξη «καρκίνος» και λέμε «επάρατος» ή «η κακιά η αρρώστια», αλλά τον καρκινοπαθή αρνούμαστε κατηγορηματικά να τον αποκαλέσουμε «ογκολογικό ασθενή», ενώ αποδεδειγμένα με το δεύτερο δίνουμε δύναμη και με τις «μαχήτριες» και τους «μαχητές» (ειδικά όταν πρόκειται για παιδάκια) ζαλώνουμε τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο με την έγνοια των γύρω του και την απόδοση της ασθένειάς του, λες και θα του βάλουν βαθμό;
Έτσι κι αλλιώς, το στίγμα της ασθένειας δεν το γλιτώνεις ποτέ. Απλώς το διαχειρίζεσαι, όπως μπορείς κι αποφασίσεις. Κι ύστερα είναι και κάτι ακόμα: αν αποφασίσεις να ζήσεις ανοιχτά την ασθένεια και την αποθεραπεία σου, αν αποφασίσεις να μιλήσεις για να φωτίσεις σκοτάδια που για ‘σένα δεν φώτισε κανείς (ίσως γιατί δεν μπορούσε, αλλά κυρίως γιατί έτσι είναι οι κοινωνίες μας – τρέμουν την αρρώστια), μετά βιώνεις έναν παράξενο έλεγχο, μία αστυνόμευση του βίου και του σώματός σου.
«Α, δουλεύεις πολλές ώρες; / Πίνεις; / Καπνίζεις; / Τρως άστατα;» και επίσης «από τι το έπαθες, ξέρεις; / Σε πόσους γιατρούς πήγες; / Πόσες γνώμες πήρες;», πέφτουν στον δρόμο σου βροχή σφαίρες αδιακρισίας και βλακείας βγαλμένες από ένα εργοστάσιο που παράγει κυρίως στείρα κριτική και ενοχές. Και το χειρότερο; Νιώθεις την ανάγκη να απολογηθείς. Να εξηγήσεις. Λες και το χρωστάς.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ούτε ως δημοσιογράφοι ούτε ως άνθρωποι είμαστε εκπαιδευμένοι στη διαχείριση τέτοιων ειδήσεων. Μπορούμε πάντα να θυμόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δείχνουν αλληλεγγύη χωρίς να ειπωθεί λέξη. Μια τρυφερή σκέψη, μια καθόλου επικριτική κουβέντα. Απλώς λίγη σιωπή. Καμιά φορά είναι η μεγαλύτερη βοήθεια σε όσους μένουν πίσω ή δίπλα στον άνθρωπο που κάνει αυτή την αβάσταχτη διαδρομή.