- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ένας στους τρεις Ευρωπαίους ψηφίζει λαϊκιστές ή αυταρχικούς - Πού διαφέρει η Ελλάδα
Ρεκόρ μεταπολεμικής απήχησης για λαϊκιστές και αυταρχικούς στην Ευρώπη, με την Ελλάδα στην έκτη θέση, όπως τονίζει μελέτη του ΚΕΦΙΜ
Ο Νίκος Ρώμπαπας και ο Γιώργος Αρχόντας από το ΚΕΦΙΜ μιλούν στην ATHENS VOICE για την αντοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τον κίνδυνο της ακυβερνησίας
«Τα τελευταία αρκετά χρόνια κρατάμε την αναπνοή μας όταν γίνονται εθνικές εκλογές σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο σε μικρές». Ο Γιώργος Αρχόντας, υπεύθυνος εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΚΕΦΙΜ, περιγράφει μια αγωνία που επιστρέφει σε κάθε κρίσιμη αναμέτρηση.
Μαζί με τον πρόεδρο του οργανισμού, Νίκο Ρώμπαπα, συζητάμε για τα ευρήματα του Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού και για το ερώτημα που τα συνοδεύει: τι συμβαίνει όταν κόμματα που αμφισβητούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία αποκτούν τη δυνατότητα να την αλλάξουν από μέσα;
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα τους, η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση μεταξύ 31 ευρωπαϊκών χωρών στον εν λόγω δείκτη.
Η άνοδος αυτών των δυνάμεων προκαλεί ανησυχία, όμως ο κ. Ρώμπαπας βλέπει για τη χώρα ένα διαφορετικό διακύβευμα: αν ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης μπορεί να οδηγήσει σε ακυβερνησία.
Η ευρωπαϊκή άνοδος και η ελληνική εξαίρεση
Ο δείκτης καταρτίζεται από το σουηδικό φιλελεύθερο ερευνητικό ινστιτούτο Timbro, σε συνεργασία με το δίκτυο EPICENTER. Καλύπτει την περίοδο 1945-2026 και χρησιμοποιεί τις τελευταίες εθνικές εκλογές κάθε χώρας: για την Ελλάδα, εκείνες του Ιουνίου 2023. «Την κατάταξη των κομμάτων δεν την έχουμε κάνει εμείς», λέει ο Νίκος Ρώμπαπας. Η ελληνική ανάλυση διευκρινίζει, πάντως, ότι οι συντάκτες της ταξινόμησαν συμπληρωματικά ορισμένα νεότερα κόμματα.
Η υποστήριξη προς αυτές τις δυνάμεις στις 31 χώρες φτάνει το 32,6%, από 27,9% το 2023 και 18,5% το 2007. Ο Γιώργος Αρχόντας μιλά για μεταπολεμικό ρεκόρ. Τα δεξιά λαϊκιστικά και αυταρχικά κόμματα συγκεντρώνουν 21,2%, πέντε μονάδες πάνω από το 2019, ενώ τα αριστερά παραμένουν περίπου σταθερά, στο 6,9%.
Ο Νίκος Ρώμπαπας συνδέει την άνοδο με την οικονομική κρίση του 2008-2009 και την προσφυγική του 2015. Πλέον, τα συγκεκριμένα κόμματα ξεπερνούν το 40% σε 12 χώρες, έναντι επτά το 2019 και τριών το 2007.
Η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση: στις εκλογές του 2023 οι αριστερές δυνάμεις αυτών των κατηγοριών συγκέντρωσαν 31,5% και οι δεξιές 13,2%. Η χώρα κατατάσσεται δεύτερη στην πρώτη κατηγορία, μετά τη Σλοβακία, και 24η στη δεύτερη. Το συνολικό 44,7% την τοποθετεί έκτη μεταξύ 31 χωρών.
Ο μέσος όρος 14 δημοσκοπήσεων Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2026 ανεβάζει το άθροισμα στο 57,1%, πάνω από το 55,6% του 2015. Θα ξεπερνούσε ακόμη και τις υψηλότερες καταγεγραμμένες τιμές, Τσεχίας και Βουλγαρίας, στο 54,4%.
Πρόκειται, ωστόσο, για σύγκριση δημοσκοπικής προβολής με εκλογικά αποτελέσματα, όχι για νέα κατάταξη του δείκτη.
- Η μελέτη εντοπίζει ανακατανομή: τα λαϊκιστικά και αυταρχικά κόμματα του 2023 που εξακολουθούν να καταγράφονται υποχωρούν αθροιστικά από 44,4% σε 30,7%. Τέσσερα νεότερα -η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία, η Συμμαχία Ελλήνων και η Νέα Αριστερά- συγκεντρώνουν 26,4%. Η άνοδος, επομένως, συνδυάζεται με αλλαγή των κομματικών εκφραστών της. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία κατατάσσεται ως αριστερό λαϊκιστικό κόμμα και η Συμμαχία Ελλήνων ως δεξιό αυταρχικό.
Όταν η πλειοψηφία συγκρούεται με τα δικαιώματα
Για τον Νίκο Ρώμπαπα, ο λαϊκισμός χωρίζει την πολιτική σε λαό και ελίτ, με τους εκφραστές του να διεκδικούν την αυθεντική εκπροσώπηση του λαού. Ο Γιώργος Αρχόντας συμπληρώνει: «Τα αυταρχικά είναι αυτά που είναι διακηρυκτικά εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Σου λένε εμείς αναζητούμε άλλες λύσεις». Οι δύο κατηγορίες μπορούν να συνυπάρχουν.
Η ταξινόμηση έχει οριακές περιπτώσεις. Και λαϊκιστικές θέσεις εμφανίζονται σε κόμματα που δεν κατατάσσονται συνολικά στην κατηγορία αυτή. Όταν τα κόμματα εξουσίας διαπιστώνουν ότι ο συγκεκριμένος λόγος έχει ζήτηση, ενδέχεται να μετακινούν τις θέσεις τους ή να αναδεικνύουν στελέχη που απευθύνονται σε αυτό το ακροατήριο. «Υπάρχει μεγάλη διαβάθμιση - υπάρχει και μία ώσμωση», σημειώνει ο Γιώργος Αρχόντας, ενώ ερωτηθείς αν κινδυνεύει η φιλελεύθερη δημοκρατία, απαντά: «Κινδυνεύει ενεργά. Οι λαϊκιστές αντιμετωπίζουν συχνά τους θεσμούς ως εμπόδιο στην εφαρμογή όσων ζητά ο λαός».
Θυμίζει τις αναφορές του ΣΥΡΙΖΑ στους αρμούς της εξουσίας και τις επιδιώξεις του Τραμπ απέναντι στα θεσμικά αντίβαρα.
«Οι λαϊκιστές μιλάνε για δημοκρατία αλλά δεν μιλάνε για φιλελεύθερη δημοκρατία», συμπληρώνει ο κ. Ρώμπαπας.
«Η δημοκρατία για τους λαϊκιστές περιορίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας», λέει ο κ. Αρχόντας. «Η φιλελεύθερη δημοκρατία όμως περιορίζει το πού εφαρμόζεται η αρχή της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία δεν μπορεί να αφαιρέσει κατοχυρωμένα δικαιώματα στην ιδιοκτησία, στη ζωή ή στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι αντικείμενο ψηφοφορίας ας πούμε».
Η διακυβέρνηση δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην ίδια κατάληξη. Οι συνομιλητές μου αναγνωρίζουν ότι η Τζόρτζια Μελόνι διέψευσε σε μεγάλο βαθμό τις αρχικές ανησυχίες.
Ο Νίκος Ρώμπαπας θυμίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε και αποχώρησε: «Δεν έγινε καθεστώς». Στην Ουγγαρία, αντίθετα, εντοπίζουν τη θεσμική διάβρωση που επιτρέπει τη μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία. «Για μένα το σημαντικό είναι κατά πόσον αυτά τα κόμματα θα γίνουν καθεστώτα», τονίζει ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ.
Ο Γιώργος Αρχόντας βλέπει επιρροή του τραμπισμού στην Ευρώπη, αναφερόμενος στην Εναλλακτική για τη Γερμανία, στη Λεπέν και στον Όρμπαν. Διαχωριστική γραμμή αποτελεί και η Ουκρανία: «αν αναγνωρίζεται το δικαίωμά της στην αυτοδιάθεση και στην κυριαρχία ή αν αυτό τίθεται υπό στάθμιση».
Η δημοκρατία πρέπει να δίνει λύσεις
Η υπεράσπιση των θεσμών, ωστόσο, χρειάζεται αποτελέσματα στην καθημερινότητα. Ο ψηφοφόρος, εξηγεί ο κ. Αρχόντας, πρέπει να αισθάνεται ότι έχει κάτι να χάσει αλλά και κάτι να προσδοκά, διαφορετικά, η ψήφος γίνεται ευκολότερα όχημα διαμαρτυρίας ή μίσους. «Η Ευρώπη πρέπει να αποδείξει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία παραμένει αποτελεσματική στο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών. Αλλιώς, θα βρίσκουν πάτημα διάφοροι από δεξιά και από αριστερά για να κάνουν το παιχνίδι τους».
Ο Νίκος Ρώμπαπας συνδέει αυτή την αποτελεσματικότητα με την οικονομική ελευθερία και τις μεταρρυθμίσεις. «Το πρόβλημα σήμερα που συζητάμε στη Γαλλία δεν είναι πρόβλημα φιλελεύθερης δημοκρατίας, είναι πρόβλημα οικονομικό».
Στη δική του ανάλυση, ο κρατικός παρεμβατισμός, η υψηλή φορολογία και η αντίσταση σε αλλαγές συντηρούν ένα μη βιώσιμο μοντέλο. Αν η κοινωνία εξακολουθήσει να αρνείται την προσαρμογή, εκτιμά, θα ακολουθήσει την πορεία που γνώρισε η Ελλάδα.
Στη συζήτηση για τη μετανάστευση, ο ίδιος απορρίπτει τη λογική ότι η απομάκρυνση των μεταναστών θα έλυνε τα οικονομικά προβλήματα: «Αν διώξεις τους μετανάστες από οποιαδήποτε χώρα θα δεις την ευημερία να μειώνεται». Ο κ. Αρχόντας συνδέει τη ριζοσπαστικοποίηση με την απουσία δυνατότητας νόμιμης, αξιοπρεπούς εργασίας, αλλά και με συνθήκες ατιμωρησίας.
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ παραπέμπει επίσης σε ακαδημαϊκή έρευνα που εκτιμά ότι, σε ορίζοντα 15 ετών, η λαϊκιστική διακυβέρνηση συνδέεται με κατά κεφαλήν ΑΕΠ περίπου 10% χαμηλότερο από την εκτιμώμενη πορεία χωρίς αυτήν.
Το ελληνικό δίλημμα
Για τις επόμενες ελληνικές εθνικές εκλογές, ο Γιώργος Αρχόντας θεωρεί ότι επανέρχεται «με αποχρώσεις» η σύγκρουση φιλελεύθερης δημοκρατίας και λαϊκισμού. Η μελέτη προβάλλει μια εννεακομματική Βουλή, εφόσον ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων γινόταν εκλογικό αποτέλεσμα. Επτά κόμματα, ταξινομημένα ως λαϊκιστικά ή αυταρχικά, θα συγκέντρωναν 145 έδρες. Η μόνη πλειοψηφία χωρίς συμμετοχή τέτοιου κόμματος θα ήταν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, με 155. Αν, όμως, το ΜέΡΑ25 έφτανε στο 3% αντί για 2,78%, η κατανομή θα γινόταν 150–150. Η αριθμητική δυνατότητα συνεργασίας δεν εξασφαλίζει, βεβαίως, την πολιτική συμφωνία.
Ο Νίκος Ρώμπαπας βλέπει δύο ελληνικές ιδιαιτερότητες. Η πρώτη είναι η εμπειρία της κρίσης: η χώρα έχει ζήσει τις επιπτώσεις και έχει πάρει το μάθημά της, «στο βαθμό που το έχουμε πάρει». Επικαλείται τα πλεονάσματα, τη μείωση της ανεργίας και την προοπτική σταδιακής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη: το κόστος διαβίωσης αυξάνεται, ενώ η στέγαση και η ακρίβεια παραμένουν προβλήματα.
Ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης είναι, κατά τον κ. Ρώμπαπα, το στοιχείο που αλλάζει το ελληνικό διακύβευμα. Το υψηλό άθροισμα των λαϊκιστικών και αυταρχικών κομμάτων δεν συγκροτεί από μόνο του εναλλακτική διακυβέρνησης, καθώς προϋποθέτει συνεργασίες μεταξύ πολιτικά ασύμβατων δυνάμεων. Γι’ αυτό θεωρεί ότι οι επόμενες εκλογές θα κριθούν στο δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία». Οι Έλληνες, επιμένει, έχουν βιώσει την κρίση και γνωρίζουν το κόστος της αβεβαιότητας.