- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Ελλάδα στο κατώφλι μεγάλων αλλαγών
Από τη δημοσιονομική εξυγίανση στις παραγωγικές επενδύσεις, τις νέες τεχνολογίες και την πραγματική ευρωπαϊκή σύγκλιση
Η Ελλάδα στο κατώφλι μεγάλων αλλαγών - Πώς η ένταξη στην ΟΝΕ μεταμόρφωσε την ελληνική οικονομία και γιατί σήμερα απαιτείται ένα νέο εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης
Η εμφάνιση δύο νέων κομμάτων στις δημοσκοπήσεις δεν πήγε χαμένη. Εμφάνισαν «αξιοπρεπή» ποσοστά αποδοχής, επιβεβαίωσαν όμως, παράλληλα, βαθύτερες αδυναμίες των δομών που συγκροτούν το πολιτικό μας σύστημα. Κυρίως, την απουσία ολοκληρωμένης αντίληψης για την κατεύθυνση της χώρας και κεντρικής ιδέας για την ανασυγκρότησή της. Τα δεδομένα αυτά είναι, πλέον, κοινώς αποδεκτά, αλλά εντυπωσιάζει μια αίσθηση αυταρέσκειας και το κενό νέας πολιτικής ύλης για τη δημιουργία νέων δομών που θα άνοιγαν δρόμους ουσιαστικής βελτίωσης των συνθηκών της ζωής μας.
Η καθημερινή μας εμπειρία με τα προβλήματα διαβίωσης είναι έντονα αρνητική. Διατρέχει όλο τα φάσμα των κοινωνικών μας λειτουργιών, ξεκινώντας από το κόστος ζωής και την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όπως η διατροφή και η στέγαση για ευρείες κατηγορίες του πληθυσμού, και καταλήγοντας στα τεράστια κενά της κοινωνικής προστασίας και στις ανοικτές πληγές του κράτους δικαίου, τις καθυστερήσεις και την κακοδικία. Η ελληνική εμπειρία δεν είναι, προφανώς μοναδική, αλλά ξεχωρίζει για δύο λόγους: πρώτον, είναι επίμονη και δεύτερον, γιατί προσπάθειες για την αντιμετώπιση της χρόνιας υστέρησης συστηματικά αποτυγχάνουν. Ακόμα και η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης να βάλει σε τάξη τα οικονομικά δεν έχει κατορθώσει να βελτιώσει τη διεθνή θέση της χώρας, ιδιαίτερα στην κρίσιμη γεωπολιτική κατηγορία όπου ανήκει, δηλαδή την Ευρώπη: Η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης των ευρωπαϊκών χωρών στο βασικό κριτήριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε μεγάλη απόσταση από τις προηγμένες χώρες. Παραμένουμε, μεταξύ 27 χωρών, στην ίδια ομάδα με τη Βουλγαρία, στην 21η θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Δεν είναι, ασφαλώς εύκολο να καλυφθεί η απόσταση, που έχει προκύψει από μακρόχρονη υστέρηση. Είναι όμως, ανησυχητικό ότι δεν αναγνωρίζεται το πρόβλημα στις ορθές διαστάσεις του και, κυρίως, ότι λείπει ο σχεδιασμός και η οργάνωση της αναγκαίας προσπάθειας για την ουσιαστική ανάταξή του.
Για την Ελλάδα κρίσιμο σκαλοπάτι στην προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης υπήρξε η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) το έτος 2000. Η προσπάθεια ξεκίνησε τον Μάιο του 1994, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μου ανέθεσε το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών μετά το θάνατο του Γιώργου Γεννηματά από τη βαριά ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε. Λίγες μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου εκδηλώθηκε σοβαρή χρηματοοικονομική κρίση λόγω της άρσης των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, όπως είχε προγραμματιστεί σε προγενέστερο χρόνο, με αποτέλεσμα η ανακοίνωση της απελευθέρωσης να προκαλέσει ανησυχία και μεγάλες κεφαλαιακές εκροές που απειλούσαν την ισοτιμία της δραχμής. Έπρεπε να ληφθούν επειγόντως μέτρα προστασίας του εθνικού νομίσματος.
Σε συνεργασία με τον τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Μπούτο αυξήθηκαν τα επιτόκια δανεισμού κατά 200% για να καμφθούν οι επιθέσεις και να σταματήσει η συναλλαγματική εκροή. Σταδιακά τα επιτόκια επανήλθαν σε κανονικά επίπεδα και αποκαταστάθηκε η σταθερότητα. Περάσαμε όμως αρκετές μέρες αγωνίας. Ήταν φανερό ότι η οικονομία μας παρέμενε πολύ ευάλωτη και ότι ο δρόμος έως την ένταξη στην ΟΝΕ θα ήταν μακρύς και δύσκολος. Για τον λόγο αυτό στην πρώτη συνάντησή μου με τον πρωθυπουργό μετά την ορκωμοσία μου, πρότεινα την άμεση κατάθεση προγράμματος σύγκλισης για τη δρομολόγηση της διαδικασίας ένταξης. Έκρινα ότι η κίνηση αυτή ήταν επιβεβλημένη και επείγουσα ως πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας απέναντι στη διεθνή κοινότητα και τις διεθνείς αγορές. Χωρίς αποφασιστική κίνηση, που θα έπειθε ότι η Ελλάδα γυρνούσε σελίδα στην οικονομία και ασκούσε υπεύθυνη πολιτική, θα συνεχίζαμε να είμαστε εκτεθειμένοι στον κίνδυνο νέων κερδοσκοπικών επιθέσεων.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου συμφώνησε με την πρόταση. Τέθηκε ως στόχος η κατάρτιση και υποβολή του προγράμματος σύγκλισης σε δύο μήνες. Ο κύβος είχε ριχθεί. Η Ελλάδα σε κορυφαίο κυβερνητικό επίπεδο αποφάσισε να επιδιώξει την ένταξη στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη στιγμή αυτή άρχισε ένας πραγματικός αγώνας δρόμου.
Είχα προγραμματίσει την πρώτη μου επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες ως Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών με την ευκαιρία εκδήλωσης, τον Ιούλιο 1994, στην Ουάσιγκτον για τα 50 χρόνια από τη διάσκεψη στο Μπρέτον Γούντς που συγκρότησε, στο τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τους βασικούς θεσμούς διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα. Στο πλαίσιο αυτής της επίσκεψης συναντήθηκα με τον γενικό διευθυντή του ΔΝΤ Μισέλ Καμντεσσύς. Προς μεγάλη μου έκπληξη στο γραφείο του βρίσκονταν επίσης δύο διευθυντές του Ταμείου και ένας διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ήταν φανερό ότι είχε στηθεί σκηνικό άσκησης πίεσης για συγκεκριμένο στόχο, να υπαχθεί η Ελλάδα στις διαδικασίες εποπτείας του ΔΝΤ. Γι’ αυτό ζητήθηκε η συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης. Φυσικά αρνήθηκα.
Η συζήτηση έγινε σε ασυνήθιστα τεταμένο κλίμα, και ορισμένες στιγμές με σχετικά υψηλούς τόνους. Απέναντί μου, εκπρόσωποι δύο ισχυρών διεθνών οργανισμών θεωρούσαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να θέσουν την ελληνική οικονομία σε καθεστώς επιτροπείας για να αποτραπεί ο εκτροχιασμός της χώρας και οι δυσάρεστες για την Ευρωζώνη συνέπειες που θα ακολουθούσαν. Επέμεινα στη βούληση και ικανότητα της Ελλάδας να διαχειριστεί τις προκλήσεις, αλλά παράλληλα αποτυπώθηκε, για πρώτη φορά τόσο ανοικτά, η έντονη δυσπιστία των διεθνών οικονομικών παραγόντων για τη δυνατότητα της χώρας μας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ενημέρωσα τον Ανδρέα Παπανδρέου, που περιορίστηκε στο σχόλιο «έχουμε μεγάλο ανήφορο μπροστά μας».
Κατέθεσα την αίτηση ένταξης στην ΟΝΕ, μαζί με το Πρόγραμμα Σύγκλισης, τον Ιούλιο του 1994 στο Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων της ΕΕ, ΕCOFIN - όπου μετείχαν οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών - καθώς και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Πρόγραμμα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα πολιτικής στην οικονομική ιστορία της χώρας μετά τις παλινωδίες της προηγούμενης 20ετίας. Θεμελίωνε την ελληνική πολιτική σε νέες, σύγχρονες βάσεις και αποτέλεσε τον οδηγό των οικονομικών εξελίξεων για μία ολόκληρη δεκαετία, ώστε να επιτύχει η Ελλάδα την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης και την ένταξή της στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, με τελικό προορισμό το Ευρώ, με ουσιαστική ανάταξη της οικονομίας και υψηλούς ανάπτυξης που θα επέτρεπαν σε λίγα χρόνια την αναβάθμιση και συμμετοχή της στην ομάδα των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών.
Όταν έγινε δεκτή η αίτηση της Ελλάδας να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ο Τζέριτ Ζαλμ, μετέπειτα αντιπρόεδρος της ολλανδικής κυβέρνησης, έκανε το ακόλουθο σχόλιο σε συνεδρίαση του ECOFIN: «Η επιτυχία έχει πολλούς πατέρες αλλά η αποτυχία κανέναν, και δεν αποκλείεται στην Ελλάδα να διεκδικήσουν πολλοί την πατρότητα της ελληνικής επιτυχίας. Είναι όμως σαφές ότι ο Γιάννος Παπαντωνίου ως Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο. Όχι μόνο ως ένας εξαίρετος οικονομολόγος, αλλά επίσης και ως υπουργός με πυγμή και ως ένας χαρισματικός πολιτικός». (Συμβολή του Τζέριτ Ζαλμ στον συλλογικό τόμο Ελλάδα: Η Ένταξη στην ΟΝΕ και οι Προκλήσεις του Μέλλοντος, Εκδόσεις Παπαζήση, 2004).
Στην κατάταξη των χωρών- μελών της Ευρωζώνης, με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Ελλάδα ανέβηκε - στη διάρκεια της ενταξιακής περιόδου - από την προτελευταία (26η) θέση το 1994 στην 10η θέση σε διάστημα μιας δεκαετίας. Όμως, δεν κατάφερε να κρατήσει τη θέση λόγω της πρωτοφανούς καθίζησης της οικονομίας στη διάρκεια της κρίσης του χρέους και των Μνημονίων.
Σε σύγκριση με την ανάλογη σημερινή προσπάθεια 2019-2026 να καλυφθεί το ‘χαμένο έδαφος’- που, προς το παρόν έχει αποτύχει - η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί σε θεμελιώδεις διαφορές συνθηκών. Στην περίοδο ενταξιακής προσπάθειας δεκαετίας του ’90, η οικονομική πολιτική στράφηκε επίμονα, όχι μόνο στη σταθεροποίηση και τη δημοσιονομική εξυγίανση, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά και σε ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές, μέσα από μια μεγάλη ανάκαμψη των παραγωγικών επενδύσεων, κυρίως με την υλοποίηση φιλόδοξου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και μεγάλων έργων υποδομών, αλλά και με ριζικές παρεμβάσεις εστιασμένες στην απλοποίηση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, την ανασυγκρότηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενθάρρυνση της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Οι επενδύσεις επιταχύνθηκαν εντυπωσιακά, όπως φαίνεται από την εκτίναξη του ποσοστού τους στο ΑΕΠ, από το 20% στο 29% λίγα χρόνια, νέες τεχνολογίες ενσωματώθηκαν στην παραγωγική μηχανή ενώ, παράλληλα, αξιοποιήθηκαν κοινοτικές πολιτικές εκσυγχρονισμού σε κρίσιμους τομείς, όπως οι τηλεπικοινωνίες. Αντίθετα, στην τρέχουσα περίοδο οι ρυθμοί αλλαγής καθυστερούν με αποτέλεσμα την επενδυτική ατονία και την καθήλωση της οικονομίας σε απαρχαιωμένα πρότυπα (κατασκευές, τουρισμός). Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, τόσο σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους όσο και με αναφορά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η δημοσιονομική σύνεση είναι, προφανώς, αναγκαία, αλλά όχι επαρκής συνθήκη, ιδιαίτερα για μια χώρα που χρειάζεται άλματα για να συγκλίνει με τους εταίρους της.
Με την προσχώρηση της Ελλάδας στην ΟΝΕ το 2000, η οικονομική πολιτική εισήλθε σε νέα τροχιά, προσανατολισμένη στην ανάπτυξη και τις μεταρρυθμίσεις. Οι αναπτυξιακοί ρυθμοί επιταχύνθηκαν σε σταθερή βάση, φτάνοντας το 4% σε ετήσια βάση, με διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και νέες επενδύσεις στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Τα μεγάλα έργα υποδομών που υλοποιήθηκαν αυτή την περίοδο, ιδιαίτερα ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, άλλαξαν την όψη της χώρας συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αναβάθμιση της οικονομίας.
Κρίσιμη ήταν η συμβολή των διαρθρωτικών αλλαγών για τον περιορισμό του υπερβολικού κρατισμού και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, διαρθρωτικές αλλαγές δεν ήταν συχνό φαινόμενο στην Ελλάδα, κυρίως λόγω της έλλειψης προγραμματικού πλαισίου καθώς και ισχυρών αντιδράσεων από συντεχνιακά και επιχειρηματικά συμφέροντα, που επιδίωκαν να διατηρήσουν προνομιακές θέσεις στους χώρους δραστηριοποίησής τους, συνδεδεμένες με τον κλειστό χαρακτήρα της μεταπολεμικής οικονομίας. Το μέγεθος της κρατικής παρουσίας καθώς και η πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας των αγορών κατέτασσαν την Ελλάδα σε μια από τις τελευταίες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών σε ό,τι αφορά τον εκσυγχρονισμό των οικονομικών δομών.
Η έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας σε συνδυασμό με την επιτυχή πραγματοποίηση της υποτίμησης του νομίσματος το 1998, λειτούργησαν αφυπνιστικά για την ανάγκη ενίσχυσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας. Στις ομιλίες μου επεσήμανα επίμονα την ανάγκη μείωσης της κρατικής παρουσίας σε τομείς με μονοπωλιακές δομές ώστε να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, να συγκρατηθούν οι τιμές και να δημιουργηθεί χώρος για να εισαχθούν νέα κεφάλαια και νέες τεχνολογίες. Την περίοδο 1998-2001 σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν πολλές σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ανταγωνιστικότερου περιβάλλοντος στην οικονομία. Μόνο το 1999 τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις έφτασαν το 4% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, προωθήθηκε ο εκσυγχρονισμός του ρυθμιστικού πλαισίου σημαντικών τομέων της οικονομικής δραστηριότητας, όπως οι αγορές χρήματος και κεφαλαίου με κατάργηση σωρείας απαρχαιωμένων διοικητικών περιορισμών, ενώ αντίστοιχες κινήσεις πραγματοποιήθηκαν στην τηλεπικοινωνιακή αγορά. Η δημιουργία νέων χρηματοδοτικών μηχανισμών, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου της κεφαλαιαγοράς, σε συνδυασμό με την ανασυγκρότηση του τραπεζικού συστήματος βελτίωσαν τη ρευστότητα και διευκόλυναν τη χρηματοδότηση του δημόσιου και του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα της οικονομίας. Ειδικότερα στον τραπεζικό τομέα, οι ιδιωτικοποιήσεις προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ανασύνθεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τη δεκαετία του 1950. Την περίοδο 1998-2001 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 14 συγχωνεύσεις και εξαγορές τραπεζών.
Σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης στις 24 Οκτωβρίου του 2001 μετακινήθηκα από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Με θητεία περίπου οκτώ ετών, ήμουν ο μακροβιότερος Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της θητείας μου, 1994-2001, εξασφάλισε υψηλότερα επίπεδα ευημερίας χάρη σε υψηλότερα επίπεδα παραγωγής και παραγωγικότητας. Οι οικονομικές επιδόσεις αυτής της περιόδου υπερέχουν κατά πολύ σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης κατά την περίοδο της θητείας μου, 3,4%, ήταν περίπου τριπλάσιος, ο μέσος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας τετραπλάσιος και ο μέσος ρυθμός αύξησης των επενδύσεων εξαπλάσιος, σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία 1984-1993. Ο πληθωρισμός και τα δημοσιονομικά ελλείμματα μειώθηκαν δραστικά και εγκατέλειψαν οριστικά την περιοχή των διψήφιων αριθμών: ο πληθωρισμός έπεσε στο 3,7% το 2001 και το δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3 % του ΑΕΠ στα τέλη της θητείας μου, ενώ τα επιτόκια δανεισμού κατρακύλησαν από 30% σε περίπου 10%. Η αύξηση του δημόσιου χρέους ανακόπηκε και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σταθεροποιήθηκε σε επίπεδα της τάξης του 100%, συμβατά με τα μέσα επίπεδα ποσοστών χρέους στο ΑΕΠ στις χώρες της Ευρωζώνης. Όταν υπάρχει σχεδιασμός και αποφασιστική υλοποίηση, επιτυγχάνεται θετικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα, εξασφαλίζοντας την είσοδό της στην ΟΝΕ, απέκτησε ένα από τα ισχυρότερα νομίσματα του κόσμου, μετουσιώνοντας σε πράξη ένα εθνικό στρατηγικό στόχο, την ενσωμάτωση στον σκληρό ευρωπαϊκό πυρήνα. Η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωζώνη και η επιτυχής διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004 σφράγισαν τη μεγάλη εθνική επιτυχία που εξασφάλισε η πολιτική της κυβέρνησης.
Το ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί η σημερινή βελτίωση των οικονομικών δεικτών είναι αργή, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η προσέγγιση των στόχων, και να αυξάνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια, όπως δείχνουν όλες οι μετρήσεις. Είναι εύκολη η άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση στο πλαίσιο ότι «δεν κάνει αρκετά» ή ότι «ορισμένοι υπουργοί υστερούν». Με τη δική μου εμπειρία στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, θεωρώ ότι οι αδυναμίες είναι ουσιαστικές και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Σε αντίθεση με την ενταξιακή περίοδο, δεν υπάρχει πολιτικός σχεδιασμός. Στόχοι τίθενται ή αφαιρούνται αλλά, χωρίς συνολική θεώρηση, αποδυναμώνεται το αποτέλεσμα. Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της αδυναμίας είναι οι πολύ χαμηλές επενδυτικές επιδόσεις. Παρά τα γενναιόδωρα κοινοτικά προγράμματα, δεν υπάρχει ικανοποιητική ανάκαμψη των παραγωγικών επενδύσεων, όπως θα έπρεπε να αναμένεται μετά από μια πολύχρονη και οδυνηρή οικονομική κρίση. Το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ παραμένει πολύ χαμηλό, μόλις 10% το 2020, και 14,5 % το 2025, σε σύγκριση με 29% πριν από την κρίση στη χώρα μας (1999) και 21,5% σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Έλλειμμα εμπιστοσύνης στο θεσμικό περιβάλλον, λόγω αργών διαδικασιών αδειοδότησης, διοικητικής δυσλειτουργίας και, βεβαίως, της χρόνιας παθογένειας της ελληνικής δικαιοσύνης (καθυστερήσεις, κακοδικία) λειτουργούν ως τροχοπέδες.
Παράλληλα, πρέπει να προστεθεί ως αρνητικός παράγοντας η απουσία μεγάλων έργων υποδομής, της τάξης όσων πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της ενταξιακής περιόδου – που κινητοποίησαν πολλές παραγωγικές δυνάμεις σε μια συνολική αναπτυξιακή προσπάθεια για την ανάταξη της χώρας και την κάλυψη σημαντικών κενών στις υποδομές, ιδιαίτερα στην κοινωνική προστασία, στις συγκοινωνίες και, πρωτίστως, για την αναβάθμιση του πλέον ξεπερασμένου παραγωγικού μας μοντέλου. Η απουσία αναπτυξιακής φιλοδοξίας προκαλεί εντύπωση όταν υπάρχουν τόσες ακάλυπτες ανάγκες. Αντί το Υπουργείο Οικονομικών να συγκεντρώνει χρήματα για να αποπληρώσει προώρως παλαιά δάνεια, θα έπρεπε να συγκροτήσει ένα κεφάλαιο – ταμείο, με τη συνδρομή διεθνών χρηματοδοτικών φορέων για την υλοποίηση έργων υποδομής.
Σε ότι αφορά το νέο παραγωγικό μοντέλο, για το οποίο γίνονται συνεχώς γενικόλογες αναφορές, θα πρέπει να καταρτιστεί ένα σχέδιο, με τη συνδρομή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων με συγκεκριμένες στοχεύσεις, ώστε να αναζητηθούν πηγές χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με άλλα σχετικά ευρωπαϊκά προγράμματα, και να εξασφαλιστεί η υλοποίησή του ως μέρος γενικότερου ευρωπαϊκού προγραμματισμού. Υπάρχει σωρευμένη εμπειρία από άλλες χώρες, που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα τεχνολογικής προσαρμογής.
Τα βασικά στοιχεία μιας προσπάθειας μετάβασης σε ένα προωθημένο σύστημα «νέων τεχνολογιών» - στις οποίες συγκαταλέγεται και η τεχνητή νοημοσύνη - προκύπτουν από μια μελέτη της πορείας των χωρών που επιδίωξαν αυτούς τους στόχους. Θεμέλιο της προσπάθειας είναι η δημιουργία κατάλληλου «οικοσυστήματος», δηλαδή ενός πλέγματος θεσμών που θα ευνοεί την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την εγκατάλειψη παρωχημένων συστημάτων. Η μετατροπή ερευνητικών επιτυχιών σε «καινοτομίες» διευκολύνεται όταν συνυπάρχουν (α) ευέλικτες διοικητικές διαδικασίες που ξεπερνούν γραφειοκρατικά εμπόδια, (β) ενοποιημένη αγορά κεφαλαίων που εξασφαλίζει άνεση χρηματοδότησης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών υψηλού κινδύνου, (γ) ευέλικτα σχήματα εργασιακής κινητοποίησης και απασχόλησης που να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους επιχειρηματικής αποτυχίας, όπως συμβαίνει συχνά με τις νεοφυείς επιχειρήσεις, και (δ) φορολογικά σχήματα που να προσελκύουν κεφάλαια σε εγχειρήματα υψηλού κινδύνου.
Η μετατροπή αυτών των αρχών σε «οικονομική στρατηγική» προϋποθέτει ενδελεχή μελέτη για να αποφευχθούν αστοχίες που μπορεί να συνοδεύονται από υψηλό κόστος. Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιήσει μια τέτοια προσπάθεια. Διαθέτει επιστημονικό δυναμικό, μετέχει στην Ευρωζώνη που προσθέτει αυξημένες δυνατότητες διεθνών συνεργασιών, ενώ τα παραδοσιακά συγκριτικά της πλεονεκτήματα, χαμηλό εργατικό κόστος και κλίμα, δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά στη στροφή της οικονομίας της σε μια τέτοια κατεύθυνση. Βέβαια, θα απαιτηθούν σημαντικές παράλληλες υποστηρικτικές μεταρρυθμίσεις, σε τομείς όπως η διοίκηση, η παιδεία και η δικαιοσύνη, που είναι όμως αναγκαίες ανεξάρτητα από τις αναπτυξιακές μας επιλογές. Θα απαιτηθεί πρωτίστως ριζική αναβάθμιση του πολιτικού μας δυναμικού ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Υπάρχει ανάγκη αλλαγής σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής. Προέχει, όμως, ενόψει ιδιαίτερα των επικείμενων εκλογών, να δρομολογηθούν αλλαγές στο σκέλος της «προοδευτικής αντιπολίτευσης», που δεν φαίνεται έτοιμη να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης σε μια δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα και την Ευρώπη.