- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Περί αντιπολίτευσης: ο ναρκισσισμός των μικρών διαφορών
Αυτό που προέχει για τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι η συγκρότηση μιας εικόνας «κρίσης» (με δίκαιες και άδικες κατηγορίες, λάσπη, υπονόμευση) από την οποία πρέπει για μία ακόμα φορά να διασωθούμε
Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης και γιατί δεν πρέπει να υποτιμάται
Η σημερινή πολιτική μας κατάσταση συνοψίζεται σε μια κυβέρνηση που έχει απαξιωθεί —εξαιτίας της ατολμίας της, της ανοχής της σε παλιές συνήθειες και της αδυσώπητης αριστεροδεξιάς προπαγάνδας— και σε μια πολλαπλή αντιπολίτευση συσπειρωμένη μπροστά στον κοινό εχθρό: την κυβέρνηση και τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος βάλλεται από παντού, ακόμα κι από τους παλαιοδεξιούς μέσα στο ίδιο του το κόμμα.
Σε πολλές φάσεις της ελληνικής ιστορίας η αντιπολίτευση ήταν πολυδιασπασμένη ιδεολογικά, προσωπικά και παραταξιακά: η «διχόνοια» που, μέσω του μαρξισμού, αναβαθμίστηκε σε δήθεν νομοτελειακούς και ένδοξους ταξικούς αγώνες, ήταν και παραμένει η θεμελιώδης ιδιότητα που υπαγορεύει την πολιτική μας συμπεριφορά. Ήδη από την περίοδο μετά την Επανάσταση (1827-1833) και ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι αντίπαλοί του δεν συγκροτούσαν ενιαίο μέτωπο: υπερίσχυαν τα τοπικά συμφέροντα, οι νησιωτικές ψευτοελίτ, οι οπλαρχηγοί, το «αγγλικό», το «γαλλικό» και το «ρωσικό» κόμμα συγκρούονταν μεταξύ τους σφοδρότερα απ’ ό,τι με την κεντρική εξουσία. Στη συνέχεια, στα τέλη του 19ου αιώνα, στην εποχή του Τρικούπη και του Δηλιγιάννη, έκαναν κουμάντο πολλές μικρές προσωποπαγείς ομάδες βουλευτών, βλαχοδημάρχων και τοπικών κομματαρχών με την αντιπολίτευση κατακερματισμένη εξαιτίας των πελατειακών σχέσεων και των προσωπικών φιλοδοξιών.
Στη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού (1915-1922), παραλλήλως με τη σύγκρουση μεταξύ Ελ. Βενιζέλου και Κωνσταντίνου Α’, στον χώρο των αντιβενιζελικών συνωθούνταν βασιλόφρονες, συντηρητικοί, παλαιοκομματικοί και καραβανάδες με διαφορετικές στοχεύσεις. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935) ήταν ιδιαίτερα ασταθής περίοδος, με συνεχείς διασπάσεις, πραξικοπήματα, βραχύβιες κυβερνήσεις και με το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, το προαναφερθέν συνονθύλευμα βασιλοφρόνων, μετριοπαθών, στρατιωτικών και λαϊκιστών. Στη δεκαετία του 1960 πριν από τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, η αντιπολίτευση στην ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή ήταν αρχικά πολυδιασπασμένη: το 1961 η ίδρυση της Ένωσης Κέντρου από τον Γ. Παπανδρέου ήταν μια προσπάθεια ενοποίησης των κεντρώων και των φιλελευθέρων τόσο έναντι της δεξιάς όσο και έναντι της αριστεράς, που είχε ανακτήσει τις δυνάμεις της μετά το τέλος του Εμφυλίου, εκπροσωπώντας πάνω από το 25% των ψηφοφόρων.
Ύστερα, στα πρώτα χρόνια μετά το 1974, η Ένωση Κέντρου κατέρρευσε και διαμορφώθηκαν δύο πόλοι: από τη μία πλευρά η ΝΔ κι από την άλλη το αντιδεξιό μέτωπο του ΠΑΣΟΚ μαζί με την παραδοσιακή αριστερά, στο εσωτερικό της οποίας το ΚΚΕ κυριαρχούσε έναντι των αυτοαποκαλούμενων ανανεωτικών και επέβαλλε αφήγημα, γλώσσα και κουλτούρα. Το ΠΑΣΟΚ απορρόφησε μεγάλο μέρος του κέντρου και της αριστεράς, δημιουργώντας μια ασυμμετρία που διήρκεσε περίπου μέχρι το 2019: οι Έλληνες επέστρεψαν στις μέρες της Κατοχής και του εμφυλίου, αποδεχόμενοι το αφήγημα και το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς έναντι της «επάρατης», προδοτικής δεξιάς.
Αυτό που προέχει για την αντιπολίτευση είναι να επιτύχει την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης, τη ρευστοποίηση του εκλογικού σώματος και την υποβάθμιση του πολιτικού διαλόγου σε ομαδική υστερία
Κατά τη δεκαετία της πτώχευσης (2010-2019), το κομματικό τοπίο περιλάμβανε αποχρώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και της εθνικιστικής δεξιάς, με έμφαση στα πολιτικά άκρα και στις συνωμοσιολογικές ομαδοποιήσεις: ο κατακερματισμός χαρακτήριζε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό σώμα· συχνά, οι διάφοροι σχηματισμοί συμφωνούσαν μόνο ως προς την αντίθεση προς τα μνημόνια και την ΕΕ· σε όλα τα άλλα διέφεραν. Εξού, μεταξύ άλλων, και η σύγκριση με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933), κατά την οποία η αντιπολίτευση απέναντι στις εκάστοτε κυβερνήσεις διαχωριζόταν σε σοσιαλδημοκράτες, κομμουνιστές, καθολικούς, εθνικιστές, μοναρχικούς και Ναζί. Η αδυναμία συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «του δημοκρατικού τόξου» διευκόλυνε την άνοδο του Χίτλερ.
Κάτι παρόμοιο εκτυλίχθηκε και στην Ισπανία πριν από τον εμφύλιο (1931-1936): στη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία δεν υπήρχε καμία δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ αναρχικών, σοσιαλιστών, φιλελευθέρων, δημοκρατικών, κομμουνιστών, μοναρχικών, φαλαγγιτών και αυτονομιστικών κινημάτων· η αποσταθεροποίηση οδήγησε στην εμφύλια διαμάχη που κατέληξε στη δικτατορία του Φράνκο. Η Τέταρτη Γαλλική Δημοκρατία (1946-1958) υπήρξε βραχύβια εξαιτίας των εύθραυστων κυβερνήσεων και του πολυκομματισμού, ο οποίος, παρά την καλή του φήμη, σπανίως ευνοεί τη δημοκρατική σταθερότητα.
Το πιο χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα αστάθειας είναι η Ιταλία της Πρώτης Δημοκρατίας (1948-1992), όπου η χριστιανοδημοκρατία συνυπήρχε με μια πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση —ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, σοσιαλιστές, μετα-νεο-φασίστες, φιλελευθέρους και περιφερειακά κινήματα— κι όπου οι κυβερνήσεις άλλαζαν συνεχώς: η λύση ήταν οι λεγόμενοι ιστορικοί συμβιβασμοί, οι συνεργασίες κομμάτων χωρίς ιδεολογική συγγένεια. Στη δεκαετία του 1990, στη Ρωσία, μετά την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, η αντιπολίτευση προς τον Γέλτσιν περιλάμβανε νοσταλγούς της ΕΣΣΔ, εθνικιστές, φιλελευθέρους, περιφερειακά μπλοκ και ολιγαρχικά συμφέροντα· αυτή η απουσία ενιαίου αντιπολιτευτικού μετώπου συντέλεσε αργότερα στην εδραίωση του συστήματος του Πούτιν. Ακόμη και στην Τουρκία, για πολλά χρόνια, η αντιπολίτευση στον Ερντογάν ήταν κατακερματισμένη ανάμεσα σε κεμαλικούς, εθνικιστές, κουρδικά κόμματα, φιλελευθέρους και ακραίους ισλαμιστές, ενισχύοντας έτσι την εξουσία του Τούρκου προέδρου.
Σήμερα, στη χώρα μας η αριστερή αντιπολίτευση έχει περισσότερη ομοιογένεια απ’ όση παραδέχεται. Τα κόμματα της αριστεράς —ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας, ΚΚΕ— έχουν παρόμοια οράματα και παρόμοια ρητορική, αισθητική και ήθος. Αν και μερικά στελέχη της είναι σοβαρότερα από άλλα, όλος αυτός ο χώρος εκφράζει την κυρίαρχη ελληνική νοοτροπία και την κυρίαρχη εκδοχή για την ιστορία. Πράγμα που σημαίνει ότι, αν η αριστερά ενωθεί —το μόνο που την εμποδίζει είναι ο ναρκισσισμός των μικρών διαφορών πίσω απ’ τον οποίο κρύβονται προσωπικές επιδιώξεις και προσωπικά πάθη—, μπορεί να κερδίσει οποιεσδήποτε εκλογές. Ιδιαίτερα εφόσον ενσωματώνει όλες τις λαϊκές τάσεις, πλάνες και νευρώσεις που εμφανίζουν σταθερότητα σχεδόν παντού στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των ανεπτυγμένων δημοκρατικών χωρών: εθνικισμός, κοινωνικός φθόνος, ανορθολογισμός, ευπιστία έναντι των δημαγωγών, καχυποψία έναντι της εξουσίας.
Συχνά, η φθορά των κυβερνήσεων, η «κόπωση», όπως συνηθίζουμε να λέμε, επιταχύνει την ανάδυση της αντιπολίτευσης ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι ενοποιημένη, ικανή και έναρθρη. Αν και στην αρχή η απουσία ενιαίου αντιπολιτευτικού μετώπου φαίνεται να ευνοεί τις κυβερνήσεις, όταν οι κυβερνήσεις φθαρούν υπερβολικά, η πολυδιάσπαση μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Η κλασική ιδέα ότι όσο πιο ενωμένη είναι η αντιπολίτευση τόσο ευκολότερα ρίχνει την κυβέρνηση δεν ισχύει πάντοτε: αν και, πράγματι, η λεγόμενη clarity of responsibility —που οδηγεί τους ψηφοφόρους να τιμωρούν μια κυβέρνηση όταν βλέπουν καθαρά ποιος κυβερνά και ποιος μπορεί να τον αντικαταστήσει— είναι παράγοντας εκλογικής συμπεριφοράς, η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης σημαίνει ότι πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες απομακρύνονται από το κυβερνών κόμμα, ότι αναφύονται ποικίλες «δυσαρέσκειες». Το ότι οι δυσαρεστημένοι δεν έχουν βρει κοινή πολιτική γλώσσα είναι δευτερεύον. Αυτό που προέχει για τα κόμματα και για τα πρόσωπα της αντιπολίτευσης είναι να επιτύχουν την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης (με δίκαιες και άδικες κατηγορίες, λάσπη, υπονόμευση: όλα τα μέσα επιτρέπονται), τη ρευστοποίηση του εκλογικού σώματος και την υποβάθμιση του πολιτικού διαλόγου σε ομαδική υστερία· με λίγα λόγια, τη συγκρότηση μιας εικόνας «κρίσης», από την οποία πρέπει για μία ακόμα φορά να διασωθούμε.