Πολιτικη & Οικονομια

Καταραμένα νούμερα: η απάντηση σε όλα τα πολιτικά ψέματα

Τι δείχνουν τώρα οι αγορές;

Σταμάτης Ζαχαρός
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο πρόσφατος δανεισμός του ελληνικού κράτους, οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και οι εκτιμήσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Η διαφορά επιτοκίων μεταξύ του γερμανικού και του ελληνικού ομολόγου (Bund = Bundesanleihe = Federal Bond = ομοσπονδιακό ομόλογο) την 6η Ιουλίου του 2015 ήταν 1687,5 μονάδες βάσης. Για όσους δεν ενθυμούνται ήταν η επόμενη ημέρα του περιβόητου δημοψηφίσματος με το οποίο οι πολίτες καλούνταν να εγκρίνουν  ή να απορρίψουν το «Preliminary Debt sustainability analysis», μεταξύ άλλων.

Προχθές η Ελληνική Δημοκρατία δανείστηκε με επιτόκιο 4,4% και αυτός ήταν επαρκής λόγος για την αντιπολίτευση ώστε να ξεσπαθώσει κατά της «Κυβερνητικής θριαμβολογίας». Το «νέο ΠΑΣΟΚ» μάλιστα έσπευσε να τοποθετηθεί με ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι «Δεν δικαιολογείται ο πανηγυρισμός της κυβέρνησης, επειδή δανείστηκε με υπερδιπλάσιο επιτόκιο από πέρυσι». Πρόκειται για όμορφη απλουστευτική αντιπαράθεση με την προϋπόθεση ότι ο ψηφοφόρος αγνοεί παντελώς την αγορά ομολόγων και νομίζει ότι το spread είναι μόνο κάτι που αλείφουμε στο ψωμί.

Ειδάλλως με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί να διαπιστώσει ότι στις 24 Ιανουαρίου 2022, η διαφορά των επιτοκίων του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου με το Bund ήταν στις 174 μονάδες βάσης. Στις 16 Ιανουαρίου 2023 η διαφορά των δύο επιτοκίων ήταν 197,4 μονάδες βάσης. Είναι μια υπαρκτή διαφορά αλλά όχι τέτοια που να δικαιολογεί την ανακοίνωση περί διπλάσιου επιτοκίου. Η Ελλάδα προφανώς δανείζεται ακριβότερα, διότι όλοι δανείζονται ακριβότερα. Το χρήμα κοστίζει περισσότερο ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού, τις πιθανής ύφεσης, της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης, και κυρίως της αύξησης επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.

Αν μάλιστα θέλει κανείς να το αναλύσει ακόμη περισσότερο, μπορεί να δει το spread συγκρίνοντάς τα Ελληνικά Ομόλογα με εκείνα της Ιταλίας. Στις 24 Ιανουαρίου 2022 η διαφορά των επιτοκίων των δύο ομολόγων ήταν 31 μονάδες βάσης. Στις 16 Ιανουαρίου τρέχοντος ήταν μόλις 18 μονάδες βάσης. Κάτι που σημαίνει ότι οι «αγορές» (αυτές που θα χόρευαν με το νταούλι και παλιότερα και με το ζουρνά), τιμολογούν καλύτερα τα ελληνικά ομόλογα σε σχέση με εκείνα της πανίσχυρης Ιταλία, απ’ ότι τα τιμολογούσαν έναν χρόνο πριν.

Η απλούστευση λοιπόν από το ΠΑΣΟΚ μιας τόσο σοβαρής εξέλιξης, μοιάζει να έχει στοιχεία χρησιμοθηρίας, αν όχι λαϊκισμού. Ερμηνεύουν τα νούμερα όπως τους βολεύει και καθώς γνωρίζω -προσωπικά- πολλούς εντός του ΠΑΣΟΚ με βαθιά γνώση της οικονομίας, η επιλογή ήταν ξεκάθαρα πολιτική. Το θέμα θα περνούσε στα «ψιλά» αν όπως συμβαίνει νομοτελειακά, αντιδρούσε και ο ΣΥΡΙΖΑ, οπότε θα καπέλωνε τη φωνή του ΠΑΣΟΚ. Στην Κουμουνδούρου ωστόσο, ορθά σκεπτόμενοι αποφάσισαν (κεντρικά τουλάχιστον) να μη σηκώσουν το θέμα. Άλλωστε με spread 1687,5 μονάδες βάσης επί των ημερών τους, θα σκέφθηκαν ότι «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σχοινί».

Αυτό δεν εμπόδισε φυσικά ακραιφνείς συριζαίους να το προβάλλουν στα social media, ανασύροντας δημοσίευμα του Πρώτου Θέματος από το 2018, με διαφορετική εκτίμηση για το ίδιο επιτόκιο με την περασμένη εβδομάδα. Τότε το ΠΘ χαρακτήριζε «απαγορευτική» την έξοδο, ενώ τώρα «εντυπωσιακή». Έτσι είναι όμως σύντροφοι. η οικονομία δεν βασίζεται στην απλούστευση. Οι συνθήκες διαρκώς αλλάζουν.

Ασχέτως όμως με την παραδοσιακή μιζέρια της ελληνικής πολιτικής σκηνής, είναι δύσκολο να αντιπολιτευθείς με φαντασιακές κατασκευές. Την ώρα που ο βρετανικός Economist μιλά για «πρωτιά της Ελλάδας στην οικονομία», η αντιπολίτευση με «μαγκάλια», «κλεμμένο λάδι από τα μνήματα» και καταστροφολογία, δεν είναι απλή.

Οι «αγορές», όσο και αν επιχειρήσει κανείς να τις δαιμονοποιήσει, είναι λιγότερο πιθανό να κάνουν λάθος και σίγουρα πιο ειλικρινείς από τους πολιτικούς. Οι άνθρωποι εκεί δανείζουν τα λεφτά τους, τους κόπους τον ομολογιούχων ή τις αποταμιεύσεις των συνταξιούχων. Τα δανείζουν μάλιστα με κίνδυνο να μην τα πάρουν πίσω (όπως έγινε και στην περίπτωση της Ελλάδας, όταν o Ευ. Βενιζέλος κούρεψε τα ομόλογα με το PSI). Επίσης έχουν αντικρουόμενα μεταξύ τους συμφέροντα όποτε δεν είναι πολύ πιθανό να συνεννοηθούν μεταξύ τους για να κάνουν χάρη στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Τι δείχνουν τώρα οι αγορές; Η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των Ελληνικών και των Γερμανικών ομολόγων, συμπυκνώνει όλη τη «γνώση» των αγορών σε σχέση με τις εξελίξεις στις εθνικές οικονομίες. Τώρα, θεωρούν ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είναι καλύτερη και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία και από τα καλά λόγια των θεσμικών αξιωματούχων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Νταβός αλλά και από τις δηλώσεις της Έφης Αχτσιόγλου περί «Φτωχοποίησης των πολιτών από την κυβέρνηση των ανισοτήτων» (Naftemporiki TV 18 Ιανουαρίου 2023).