Πολιτικη & Οικονομια

Οι πανελλήνιες ως εντελώς σοβαρός κόμβος; Όχι πια...

Τα θέματα της επικαιρότητας από τον εκπαιδευτικό χώρο μήπως δείχνουν κάπως θολά, ειρωνικά, ένα δρόμο;

Θοδωρής Πανάγος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η σπασμένη, εντελώς χαλαρή, αλυσίδα Πανελλαδικών-σπουδών-πτυχίου-εργασίας καθρεφτίζει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Νεαροί Μπωντλέρ από το 2ο Γενικό Λύκειο Λάρισας, χωρίς εθισμό στο αψέντι, μικροί λάτρες του Ρεμπό και του Απολιναίρ στην Κοζάνη, μελετητές του Κωστή Παλαμά στο Παγκράτι, αναγνώστριες της Οκτάνα και της Αιωνιότητας, ρέκτες του Κώστα Καρυωτάκη μακριά από την Πρέβεζα, νέα παιδιά που κατανοούν την τραγωδία της πολύπλοκης Σύλβια Πλαθ, στις Πανελλαδικές «αποκαλύπτουν» τι ρόλο παίζει η ποίηση στις ζωές στους. Και το ερώτημα των εξετάσεων με έναν άθελα ειρωνικό τρόπο αποκαλύπτει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
 
Η οδός για τη ζωή ενός έφηβου μαθητή προς την ενηλικίωση, την εργασία και τη σταδιακή ανεξαρτησία, τουλάχιστον στα χρόνια πριν την κρίση, ήταν σχεδόν πάντα ίδια. Στο τέλος του σχολείου σχεδόν όλοι αναμετρηθήκαμε με τις πανελλαδικές εξετάσεις με στόχο την είσοδο σε πανεπιστημιακές και ανώτερες σχολές όπου με τις σπουδές μας θα αποκτούσαμε επιστημονική και επαγγελματική κατάρτιση, και ταυτόχρονα μια επαγγελματική ιδιότητα.
 
Αργότερα, και μέσω των σπουδών στη σχολή που είχε πετύχει –συχνά εντελώς στην τύχη– ο καθένας θα είχε τη δυνατότητα να εργαστεί σύμφωνα με τις δυνατότητές του σε μια θέση εργασίας ως υπάλληλος, ελεύθερος επαγγελματίας ή μικρός επιχειρηματίας, στον ιδιωτικό τομέα, ή μέσω ακόμη περισσότερων εξετάσεων και διαδικασιών –ή άλλων οδών– στον δημόσιο τομέα. Χωρίς τον κόμβο των πανελλαδικών εξετάσεων, όλο αυτό ουσιαστικά ακυρωνόταν εντελώς, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και αυτό ήταν που προσέδιδε στη διαδικασία εντελώς πραγματική ισχύ, διότι ουσιαστικά το να μην περάσεις από εκεί μπορούσε να ανακόψει δυνατότητες για εργασία, και κανονική ζωή, για τα επόμενα πολλά χρόνια.
 
Όλα αυτά ωστόσο προϋπέθεταν το τελικό σκέλος της «εξίσωσης». Δηλαδή την ύπαρξη προσφερόμενης επαρκούς εργασίας στον εκάστοτε επιστημονικό-επαγγελματικό κλάδο σπουδών, που τελικά έδινε ισχύ και στις σπουδές, και στην αρχική είσοδο μέσω πανελλαδικών στα πανεπιστήμια. Και τουλάχιστον πριν την κρίση, όλο αυτό έδειχνε να είναι επαρκές αφήγημα, και επαρκής δρόμος προς την ατομική ευημερία ενός μαθητή που θα γινόταν ανεξάρτητος εργαζόμενος και ενήλικος.
 

Με την έλευση της κρίσης, και με συγκεκριμένες αλλαγές στους αριθμούς των εισακτέων στα πανεπιστήμια, το παραπάνω αφήγημα ουσιαστικά έχει καταστεί στη χώρα μας παρωχημένο, και άκυρο. Η σύνδεση πανελλαδικών-σπουδών-πτυχίου-εργασίας είναι πιο χαλαρή από ποτέ, για συγκεκριμένους υπαρκτούς λόγους. Από τη μία οι προσφερόμενες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα είναι οριστικά λιγότερες. Και από την άλλη ο σχεδόν διπλασιασμός των εισακτέων σε μια εικοσαετία θα χρειαζόταν διπλές θέσεις εργασίας για να απορροφήσουν τους νέους επιστήμονες-επαγγελματίες σε θέσεις που ταιριάζουν με το γνωστικό τους αντικείμενο.

Αν χρειαζόταν κάποιος να απαντήσει πόσοι από τους σχεδόν 2.000 νέους φοιτητές Φιλολογίας ή Νομικής ή Αρχιτεκτονικής θα μπορούν λίγο αργότερα να δικηγορήσουν, να διδάξουν σε σχολεία και φροντιστήρια ή να μελετήσουν κτίρια στηρίζοντας επαρκώς τις ενήλικες ζωές τους με έσοδα και δραστηριότητες, η πιθανότερη απάντηση πλέον είναι: ελάχιστοι.

Και αυτό λέει τα πάντα σχετικά με τις πανελλαδικές ως κόμβο στη ζωή κάποιου. Σίγουρα δεν μπορείς να δικηγορήσεις εάν δεν εισαχθείς και σπουδάσεις σε μια Νομική Σχολή, αλλά η είσοδος σε μια Νομική Σχολή πλέον σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει τη ζωή μέσω της δικηγορίας, και το ίδιο ισχύει για την πλειονότητα των σχολών. Όλα αυτά γεννάνε την ανάγκη για μια νέα, αλλιώτικη οδό για τους μαθητές προς το πέρασμα στην κανονική ενήλικη ζωή και εργασία.

Και όσο κι αν αυτή η οδός δεν είναι καθόλου προφανής και εμφανής, είναι σαν τα θέματα της επικαιρότητας από τον εκπαιδευτικό χώρο, να δείχνουν κάπως θολά, από τύχη και σχεδόν ειρωνικά, έναν δρόμο που θα μπορούσε να είναι πολύ πιο πρόσφορος.

Από τη μία το ερώτημα της Έκθεσης των πανελληνίων για τη σημασία της ποίησης στη ζωή των μαθητών, θα μπορούσε να δείξει τον δρόμο για έναν άνθρωπο που εμπλουτίζει τη ζωή του με την εικόνα της ομορφιάς και τα διδάγματα που κομίζει η ποίηση, ως απάντηση σε ένα μοντέλο ανθρώπου με στενές γνώσεις σε τομείς που σταδιακά δεν μπορούν να τον απορροφήσουν.

Και από την άλλη, μαζί, η κατάργηση των καλλιτεχνικών και της μουσικής στην Α΄ Λυκείου ως μαθήματα επιλογής, για χάρη των εφαρμογών πληροφορικής, μας θυμίζει πόσο πιο προσαρμοσμένος θα ήταν στις απαιτήσεις των ημερών και του κόσμου ένας έφηβος μαθητής και μετέπειτα ενήλικος επαγγελματίας που θα καταλάβαινε, θα κατείχε και θα απολάμβανε εξίσου και τα εικαστικά, και τη μουσική, και τις εφαρμογές πληροφορικής, και τελικά και την ποίηση.

Όλο αυτό ενέχει, ως σχεδόν αυστηρή προϋπόθεση, την αποπανελληνιοποίηση της ζωής ενός μαθητή λυκείου. Την οριστική αποκοπή μιας αλυσίδας που πρακτικά έχει σπάσει ήδη και μιας ασφάλειας που δεν εξασφαλίζει τίποτε. Και την ευρυμάθεια, την ποικιλομορφία προσόντων και προτερημάτων ως εναλλακτική οδό στον εξοντωτικό ανταγωνισμό σε τέσσερα συγκεκριμένα μαθήματα.

Μια νέα ισχύ του σχολείου στη διάπλαση των μαθητών, μια νέα σφαιρικότητα των γνώσεων, των σκέψεων, των προσόντων, τελικά βάλλονται από τις ίδιες τις Πανελλήνιες ως επιτακτικό, εντελώς σοβαρό κόμβο, που πρακτικά ακυρώνει οτιδήποτε αφορά το σχολείο και τη ζωή ενός μαθητή.