Κοινωνια

Mπορεί η θρησκευτική πίστη να προστατεύσει τη δημοκρατία;

Τι λέει ο θρησκειολόγος Βασίλης Μακρίδης και οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι θεολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες

Αντώνης Παγκράτης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Θρησκεία και Δημοκρατία: μπορεί η αναζήτηση του Ενός να χωρέσει τον πλουραλισμό; Ο θρησκειολόγος Βασίλης Μακρίδης απαντά

Πώς μπορεί να επηρεάζει η θρησκεία τη σχέση μας με το πολίτευμα της Δημοκρατίας και υπό ποία έννοια; Είναι ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται εντός μας, παρόλο που είναι φανερή η σημασία της θεολογικής δογματικής και του τρόπου με τον οποίο γίνεται η διακυβέρνηση. Ο Σάντι Χαμίντ (Shadi Hamid), Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας αιγυπτιακής καταγωγής, στο βιβλίο του Islamic Exceptionalism (2016), υποστηρίζει ότι η πολιτική διάσταση του Ισλάμ ανάγεται ήδη στον Μωάμεθ ως προφήτη και ηγέτη πολιτικής κοινότητας. Οι κανόνες του Ισλάμ, που, ειρήσθω εν παρόδω, σημαίνει «Υποταγή», δεν αφορούν μόνο τη θρησκευτική λατρεία αλλά και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Το Κοράνι είναι θρησκευτικό βιβλίο και ένα είδος κανονιστικού πολιτικού γίγνεσθαι —αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί ιστορική παρέκκλιση αλλά ένα χαρακτηριστικό που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη όταν εξετάζεται η σχέση του με τους νεότερους χρόνους. Το Κοράνι λειτουργεί και ως πολιτικό σύνταγμα, αφού καθορίζει τον τρόπο ζωής ενός αμιγώς μουσουλμανικού κράτους ή μιας μουσουλμανικής μειονότητας εντός ενός δημοκρατικού κράτους.

Στα παραπάνω συνηγορεί και ο Αχμέτ Τ. Κουρού (Ahmet T. Kuru), πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο. Στο σημαντικότερο βιβλίο του, Islam, Authoritarianism, and Underdevelopment: A Global and Historical Comparison (Cambridge University Press, 2019), υποστηρίζει ότι ο αυταρχισμός πολλών μουσουλμανικών κοινωνιών δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της ισλαμικής θεολογίας. Η καθοδηγητική ιδέα του βιβλίου είναι ότι, κατά τους πρώτους αιώνες του Ισλάμ, οι θρησκευτικοί λόγιοι διατηρούσαν μια σχετική ανεξαρτησία από την πολιτική εξουσία, βασισμένοι στη στήριξη της τάξεως των εμπόρων. Η κατάσταση μεταβλήθηκε κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, οπότε και διαμορφώθηκε μια ισχυρή συμμαχία μεταξύ ουλεμάδων, των ειδικών της ισλαμικής παραδόσεως, και της κρατικής εξουσίας. Η συμμαχία αυτή περιθωριοποίησε σταδιακά τους φιλοσόφους και τους εμπόρους και οδήγησε σε μία πνευματική στασιμότητα. Ο Κουρού υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των νεότερων αιώνων απέτυχαν, εν μέρει επειδή οι στρατιωτικές και γραφειοκρατικές ελίτ δεν αποκατέστησαν την αυτονομία της διανόησης και της αστικής τάξης. Εν ολίγοις, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ισλαμική δημοκρατία κατέληξε να είναι ένα είδος ανεκδότου.

© Viktor Solomonik / Unsplash

Ο Μάθιου Κέιμινγκ, Αμερικανός προτεστάντης θεολόγος, κατέχει έδρα Δημόσιας Θεολογίας στο Θεολογικό Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Η σκέψη του εντάσσεται στη μεταρρυθμισμένη προτεσταντική παράδοση και ειδικότερα στον ολλανδικό νεοκαλβινισμό, ο οποίος, σε αντίθεση με προτεσταντικά ρεύματα που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπική θρησκευτική εμπειρία ή στη διάκριση πνευματικής και κοσμικής εξουσίας, αντιμετωπίζει το σύνολο της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής ως πεδίο της χριστιανικής ευθύνης. Δεν απέχει και πολύ από τις θέσεις του Ελβετού θεολόγου και μεταρρυθμιστή Καλβίνου, που θεωρούσε ότι ο μόνος τρόπος αξιοπρεπούς παρουσίας ενός ανθρώπου και, κατ’ επέκταση, μιας κοινωνίας σε αυτή τη ζωή είναι η συνεχής ανανέωση της υποχρεώσεώς μας απέναντι στον Θεό. Ο Καλβίνος οραματίστηκε μια κοινωνία όπου η πίστη θα αποκτούσε καθημερινή, συλλογική, θεσμική υπόσταση.

Ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Μάικλ Γουόλτσερ, στο βιβλίο του The Revolution of the Saints (1965), αναγνωρίζει σε αυτή την παράδοση μία από τις απαρχές της νεότερης επαναστατικής πολιτικής. Είναι τόσο σοβαρό το αρχικό αμάρτημα αλλά και οι αδυναμίες του ανθρώπου, που μόνο η υποταγή στον νόμο και η αφοσίωση στο καθήκον μπορούν να μας απομακρύνουν, έστω και περιστασιακά, από την επίγεια αγωνία της φθαρτότητας. Δεν θα μπορούσε εύκολα να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν έχει ένα σοβαρό μερίδιο δίκιου, εάν αναλογιστεί την ανθρώπινη ιστορία. Εξάλλου, η πιο επιτυχημένη δημοκρατία του πλανήτη, αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, βασίζεται στην απόβαση των επιγόνων του Καλβίνου, των πουριτανών του 1630.

Ο Τζον Γουίνθροπ (1588-1649), ηγετική μορφή των Άγγλων πουριτανών που εγκαταστάθηκαν στη Μασαχουσέτη, εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το καθήκον των νέων Αγίων: «Πρέπει να αναλογιστούμε ότι θα είμαστε σαν μια πόλη πάνω σε λόφο. Τα μάτια όλων των ανθρώπων θα είναι στραμμένα επάνω μας». Η αναφορά παραπέμπει στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (5:14). Η σημασία της είναι τεράστια για την αμερικανική πολιτική αυτοσυνειδησία. Η κοινότητα δεν συγκροτείται απλώς για να εξασφαλίσει την επιβίωση των μελών της. Θεωρεί ότι έχει μια ιδιαίτερη αποστολή, να αποτελέσει παράδειγμα ενώπιον του κόσμου. Αργότερα, η εικόνα αυτή επανήλθε στην αμερικανική πολιτική ρητορική, ιδιαίτερα με τον Τζον Φ. Κένεντι και τον Ρόναλντ Ρέιγκαν.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις στάθηκε ένα άρθρο των Χαμίντ και Κέιμινγκ, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο αγγλικό περιοδικό UnHerd, με τίτλο «How Religion Can Save Democracy», και αποτελεί προσαρμοσμένο απόσπασμα του βιβλίου τους Can Religion Save Democracy? How More Faith - Not Less - Can Heal Our Public Life (Brazos Press, 2026). Οι Χαμίντ και Κέιμινγκ δεν υποστηρίζουν απλώς ότι οι θρησκείες μπορούν να ανεχθούν τη δημοκρατία. Προχωρούν σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: η θρησκευτική πίστη μπορεί να προστατεύσει τη δημοκρατία από την ανθρώπινη βεβαιότητα. Η διάκριση που κάνουν είναι ανάμεσα στην πεποίθηση (confidence) και την απόλυτη βεβαιότητα (certainty). Ένας άνθρωπος μπορεί να πιστεύει βαθιά ότι έχει δίκιο, χωρίς να θεωρεί ότι κατέχει ολόκληρη την αλήθεια. Η θρησκευτική παραδοχή ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει τα πάντα υπενθυμίζει στον πιστό τα όρια της ανθρώπινης γνώσης. Οι συγγραφείς επικαλούνται, μάλιστα, μια παλαιά μουσουλμανική πρακτική: οι νομοδιδάσκαλοι ολοκλήρωναν τις γνωμοδοτήσεις τους με τη φράση Allahu a'lam, δηλαδή «Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα». Εκεί βασίζουν τη συμβίωση διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων εντός της δημοκρατίας.

Στις 26-28 Οκτωβρίου έγινε μία διεθνής συνάντηση εργασίας στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Το ζητούμενο ήταν ο σύγχρονος δημόσιος λόγος της Ορθοδοξίας στις διάφορες εκφάνσεις του και η ανάγκη της αλλαγής και αναπροσαρμογής του μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης της Ορθοδοξίας με τη σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία. Εάν όμως η ισλαμική δημοκρατία βασίζεται σε ένα βιβλίο και η αμερικανική δημοκρατία στην προσωπική ευθύνη, οι δημοκρατίες των Ορθοδόξων από τι αντλούν την ενότητά τους, με δεδομένη μια παράδοση που σχετίζεται με τον Πλάτωνα, τον νεοπλατωνισμό και τον Πλωτίνο (204/205-270 μ.Χ.); Στον Πλωτίνο, η πολλαπλότητα είναι οντολογικά μεταγενέστερη της ενότητας. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την πρώτη αρχή, τόσο περισσότερο εισερχόμαστε στον κόσμο της διαίρεσης και της ετερότητας. Η πορεία του ανθρώπου είναι επομένως πορεία επιστροφής προς το Ένα.

Πόση σχέση έχει αυτό με τη δημοκρατία, πώς επηρέασε τη σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας (4ος αιώνας), τον Ψευδοδιονύσιο τον Αρεοπαγίτη (τέλη 5ου - αρχές 6ου αιώνα), τον Μάξιμο τον Ομολογητή (580-662) και τον Γρηγόριο Παλαμά (1296-1359) και τελικώς πώς διαμόρφωσε τον σύγχρονο πολιτειακό χάρτη; Ας μην ξεχνάμε ότι η ορθόδοξη Ρωσία διοικείται από την αρχή του Ενός —ονομάζεται Πούτιν— και στη δική μας κοινωνία η οντότητα της κοινότητας και η έννοια του «όλοι μαζί», ακόμα και εάν δεν επηρεάζουν θεσμικά τη χώρα, θεμελιώνουν μια υπόγεια κοιτόστρωση.

Ο Βασίλης Ν. Μακρίδης (Vasilios N. Makrides) είναι Έλληνας θρησκειολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ερφούρτης (Universität Erfurt) στη Γερμανία, με ειδίκευση στην πολιτισμική ιστορία και κοινωνιολογία του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Συμμετείχε στην παραπάνω συνάντηση εργασίας στον Βόλο και παραχώρησε συνέντευξη στην ATHENS VOICE με κύρια ερώτηση: Σε ποιο βαθμό η δυσκολία αποδοχής του πολιτικού και άλλου πλουραλισμού στις Ορθόδοξες κοινωνίες συνδέεται με τη θεολογική τους παράδοση και σε ποιο βαθμό αποτελεί ιστορικό προϊόν της μακρόχρονης σχέσης Εκκλησίας και αυτοκρατορικής εξουσίας;

Βασίλης Μακρίδης

«Το θέμα της συμβατότητας της Ορθοδοξίας μ’ ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα αποτελεί ένα από τα πλέον συζητημένα θέματα σήμερα, ιδίως μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη (1989-1991), όπου η Ορθοδοξία είχε ανέκαθεν ισχυρή ιστορική παρουσία. Από τη μια πλευρά, το γεγονός ότι αυτή είχε αναγκασθεί να ζήσει και να διαμορφωθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα σε ολοκληρωτικά καθεστώτα θεωρήθηκε από πολλούς (π.χ. από τον πολιτειολόγο Samuel P. Huntington) ότι αποτελούσε εμπόδιο για την ομαλή της μετάβαση σε φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, υπήρξαν άλλοι (π.χ. ο ελληνοαμερικανός θεολόγος Αριστοτέλης Παπανικολάου) που ισχυρίσθηκαν ότι οι εν λόγω δυσχέρειες οφείλονταν σε συγκεκριμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες και επομένως ότι έχουν σχετικό χαρακτήρα. Παράλληλα, προσπάθησαν να δείξουν ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν προβλήματα μεταξύ Ορθοδοξίας και Δημοκρατίας, μάλιστα δε ότι η Ορθοδοξία από μόνη της έχει συγκεκριμένες καταβολές που σαφώς ευνοούν μια πολιτική ή άλλη δημοκρατική κατάσταση. Εδώ φαίνεται αρχικά ότι έχουμε μια διαφορά ερμηνείας των προσφάτων γεγονότων, εντούτοις και οι δύο αυτές εκτιμήσεις έχουν τα δικά τους ερείσματα αντίστοιχα. Αν κοιτάξει κανείς, για παράδειγμα, τις εξελίξεις στη Ρωσία και τη στενή σχέση μεταξύ του καθεστώτος του Πούτιν και του Πατριαρχείου Μόσχας, διαπιστώνει εύκολα ότι εκεί δεν παρατηρείται εκδημοκρατισμός της κοινωνίας συνολικά, αλλά μάλλον το αντίθετο. Αν εξετάσει όμως κανείς δύο πρώην κομμουνιστικές χώρες, όπως τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, οι οποίες από το 2007 είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλέπει ότι έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό σε σύγχρονες δημοκρατίες και ότι οι εκεί Ορθόδοξες Εκκλησίες (σε επίσημο επίπεδο τουλάχιστον) έχουν ενσωματωθεί στο νέο πολιτικό σύστημα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

»Οι εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις δείχνουν ότι πρόκειται για πολύπτυχο και περίπλοκο θέμα, πολλώ δε μάλλον εξαιτίας της μακράς ιστορικής του συσχέτισης με τον Ορθόδοξο κόσμο, με αποτέλεσμα την ύπαρξη πολλών και ποικίλων εκτιμήσεων και απόψεων σχετικά. Αρχικά, χρειάζεται μια εννοιολογική αποσαφήνιση του τι κατανοείται ως δημοκρατία και του τι αυτή συγκεκριμένα περιλαμβάνει. Αρχικά, πρόκειται για μια κατάσταση κοινωνικού πλουραλισμού, ελευθερίας, ανεκτικότητας και πολυπολιτισμού. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται επίσης για ένα δημοκρατικό πολίτευμα, του οποίου οι επιμέρους μορφές άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου μέχρι την επικράτηση της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό δείχνει ότι το όλο θέμα χρειάζεται απολύτως μια ιστορικοποίηση, εις τρόπον ώστε να μην συγχέεται μια πρώιμη ιστορική περίοδος με κάποια μεταγενέστερη. Για παράδειγμα, όταν ο Χριστιανισμός επικράτησε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και έγινε η μόνη επίσημη θρησκεία κατά τον 4ο αιώνα, οι κατευθύνσεις του ήταν κάθε άλλο παρά δημοκρατικές και πλουραλιστικές. Κάτι τέτοιο έδειχναν ο χριστιανικός μονοθεϊσμός καθώς και η αξίωση και επικράτηση της μόνης και αποκλειστικής θρησκευτικής αλήθειας (της Ορθοδοξίας), ενώ ο πολυθεϊσμός της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ήταν στη δομή του σαφώς πιο δημοκρατικός και πλουραλιστικός. Την εποχή εκείνη το όλο σύστημα ακολουθούσε μια άλλη τάση, η οποία καθοριζόταν αποφασιστικά όχι από την ποικιλία και την ποικιλομορφία, οι οποίες θεωρούνταν δαιμονικές, αβέβαιες και παραπλανητικές, αλλά από την αρχή του «Ενός» (δηλ. ένας και μοναδικός αληθινός Θεός, μια εξ αποκαλύψεως απόλυτη θρησκευτική αλήθεια, μια αυτοκρατορία, μια εκκλησία, ένας αυτοκράτορας ως μόνος εκ Θεού πολιτικός ηγέτης). Το μοντέλο αυτό είχε υποστηρίξει με θεολογικούς εσχατολογικούς όρους ο Ευσέβιος, επίσκοπος Καισαρείας Παλαιστίνης, ο οποίος είχε επαινέσει ιδιαίτερα τον ρόλο του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου στις εν λόγω ριζικές αλλαγές σύμφωνα με τη Θεία Πρόνοια. Επομένως, η στενή συνύφανση αυτοκρατορικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας στο Βυζάντιο είχε σαφώς ενοποιητικό χαρακτήρα σχετικά με την κοινωνικο-πολιτική συγκρότηση, συνοχή και ομοιογένεια της όλης αυτοκρατορίας — ένα πολίτευμα που δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί δημοκρατικό με σημερινά κριτήρια. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι Βυζαντινοί (π.χ. ο Θεόδωρος Μετοχίτης) εκφράσθηκαν κριτικά για τις πρώιμες δημοκρατικές διεργασίες στις ιταλικές πόλεις κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, τις οποίες είχαν συνδέσει με αναρχία, ανομοιογένεια, κοινωνική ακαταστασία και αναταραχή. Από μια άλλη σκοπιά, βεβαίως, η πολυεθνική Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν δημοκρατική υπό την έννοια του πλουραλισμού, δεδομένου ότι υπήρχαν πολλές τοπικές παραδόσεις και χρησιμοποιούμενες γλώσσες στο ευρύ γεωγραφικό της πλαίσιο. Έναν αντίστοιχο πλουραλισμό έδειχνε και η δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας γενικά, αν αναλογισθεί κανείς τη συνοδική λήψη των αποφάσεων και τον θεσμό της «Πενταρχίας» των Πατριαρχείων σε Ανατολή και Δύση.

»Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το όλο θέμα χρειάζεται μια πρωτίστως διαφοροποιημένη θεώρηση και όχι απόλυτες κατηγοριοποιήσεις και ιδεολογικοποιήσεις. Η Ορθοδοξία έχει τις δικές της ομοιομορφίες, οι οποίες διαμορφώθηκαν ιστορικά και οι οποίες μπορούν να συσχετισθούν τόσο με απολυταρχικά και ολοκληρωτικά όσο και με δημοκρατικά πολιτικά συστήματα — πάντοτε ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και τους αντίστοιχους δρώντες. Η επικράτηση της μιας τάσης σε μια δεδομένη εποχή για συγκεκριμένους λόγους δεν σημαίνει ότι αποκλείεται οριστικά η άλλη τάση. Αναμφίβολα, υπάρχουν αμφισημίες και αντιφατικότητες στο σημείο αυτό, οι οποίες είναι όμως αναπόφευκτες, δεδομένου ότι αυτές βασίζονται στις εκάστοτε διαφορετικές ερμηνείες που επιχειρούνται ή εφευρίσκονται. Για παράδειγμα, αν ζούσε ο προαναφερθείς Ευσέβιος Καισαρείας σήμερα και άκουγε Ορθόδοξους θεολόγους και κληρικούς να ισχυρίζονται την πλήρη συμβατότητα μεταξύ Ορθοδοξίας και δημοκρατίας, δεν θα πίστευε στα αυτιά του! Πέραν τούτου, χρειάζεται προσοχή με τις επιχειρούμενες ερμηνείες σχετικά, οι οποίες θα πρέπει να έχουν κάποια εμφανή ή επιβεβαιωμένη σύνδεση με την ιστορία και την κοινωνική πραγματικότητα γενικά. Το να επιχειρήσει κανείς, λόγου χάριν, να συνδέσει την έννοια της δημοκρατίας με βάση τις σχέσεις ελευθερίας ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ενδέχεται να μην είναι τόσο πειστικό. Το ίδιο ισχύει και για τις προσπάθειες να θεμελιωθεί κάποιου είδους δημοκρατία στην κοινοτική παράδοση της Ορθόδοξης Ανατολής, δεδομένου ότι οι νεωτερικές δημοκρατικές εξελίξεις στη Δύση συνδέθηκαν περισσότερο με τη διαδικασία μιας εξατομίκευσης και εκκοσμίκευσης. Σε κάθε περίπτωση, ο Δυτικός πολιτισμός και Χριστιανισμός γενικά δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως απόλυτα πρότυπα προς μίμηση στον τομέα αυτόν, παρά τις θεμελιώδεις συμβολές τους στις νεωτερικές διαδικασίες εκδημοκρατισμού. Από την πλευρά τους, παρουσιάζουν και αυτοί (ιδίως ο Ρωμαιοκαθολικισμός) τα δικά τους ελλείμματα και ποικίλες αντιδημοκρατικές καταστάσεις και τάσεις, γεγονός που επισημαίνει ξανά την απόλυτη ανάγκη μιας διαφοροποιημένης προσέγγισης του όλου θέματος».

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ορθοδοξία μπορεί να συνυπάρξει με τη δημοκρατία. Η ιστορία έχει ήδη δώσει διαφορετικές απαντήσεις. Είναι εάν η αναζήτηση της απόλυτης ενότητας, όταν μεταφέρεται από τη θεολογία στην πολιτική, μπορεί να ανεχθεί την ύπαρξη εκείνων που δεν επιθυμούν να αποτελέσουν μέρος της.