- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Νόμος, το Κακό, ο ΚΟΚ και το Κοινωνικό Συμβόλαιο
ΚΟΚ και τεχνολογική αυστηρότητα: Πού τελειώνει η δικαιοσύνη;
Ο Νόμος, το Κακό, ο ΚΟΚ και το Κοινωνικό Συμβόλαιο: Από τον Καντ και την Άρεντ έως τον Φρόιντ και τον Λακάν, η σχέση Νόμου, Κακού και ανθρώπινης κρίσης
Πρόσφατα βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση να έρθω σε επαφή με την Τροχαία για παράβαση του ΚΟΚ, στην οποία υπέπεσα. Συγκεκριμένα, αφορούσε παράνομο παρκάρισμα σε τόπο, ώρα και μέρα που αντικειμενικά δεν δημιουργούσε κανένα κυκλοφοριακό ζήτημα. Η Τροχαία εξάντλησε κάθε αυστηρότητα και μου αφαιρέθηκαν οι πινακίδες, ενώ, κατά την άποψή μου, θα ήταν σωστό να δοθεί μόνο κλήση για παράνομη στάθμευση. Μετά δε τη δεκαήμερη κατάσχεση, μου ζητήθηκε, προς μεγάλη μου έκπληξη, να καταθέσω και την άδεια οδήγησής μου, σύμφωνα με τον νέο ΚΟΚ! Και όλα αυτά για παράνομο παρκάρισμα σε τοποθεσία όπου δεν υπήρχε καν σήμανση ότι απαγορεύεται το παρκάρισμα. Εν τω μεταξύ, όλο και πιο συχνά ακούω από το κοινωνικό μου περιβάλλον για ποινές του ΚΟΚ τόσο υπερβολικές, που αναρωτιέται κανείς εάν ο νομοθέτης διακατεχόταν από κάποια σαδιστική διάθεση όταν τον συνέταξε.
Με αφορμή αυτό το γεγονός, θέλω να καταθέσω την κάτωθι προβληματική, που βασίζεται σε κορυφαίους στοχαστές και φιλοσόφους και αφορά στον Νόμο, το πόσο αυστηρός πρέπει να είναι, τις συνέπειες όταν ξεπερνάει κάποια όρια, το Κακό ως συνέπειά του και τις επιπτώσεις στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο».
Στην κλασική φιλοσοφία, ο Νόμος (με την έννοια του Λόγου*) είναι το αντίδοτο στο χάος. Ωστόσο, ο Immanuel Kant εισήγαγε την έννοια του «Ριζικού Κακού». Για τον Καντ, το κακό δεν είναι απλώς η παραβίαση του νόμου, αλλά η σκόπιμη επιλογή να θέσει κανείς την προσωπική του επιθυμία πάνω από την ηθική επιταγή**.
Η πιο ριζοσπαστική προσέγγιση έρχεται από τη Hannah Arendt και την «Κοινοτοπία του Κακού». Η Arendt παρατήρησε ότι το μεγαλύτερο κακό στην ιστορία (όπως το Ολοκαύτωμα) δεν διαπράχθηκε από «τέρατα», αλλά από γραφειοκράτες που ακολουθούσαν πιστά τον Νόμο. Εδώ ο Νόμος γίνεται το όχημα του Κακού, όταν απογυμνώνεται από την κριτική σκέψη.
Στην ψυχανάλυση, η σχέση Νόμου και Κακού ανατρέπεται πλήρως. Ο Freud εξήγησε ότι το Υπερεγώ (η εσωτερικευμένη φωνή του νόμου) δεν είναι πάντα δίκαιο. Αντίθετα, όσο περισσότερο υπακούμε στον νόμο, τόσο πιο «ένοχους» μας κάνει να νιώθουμε. Κατά τον Jacques Lacan, ο Νόμος δημιουργεί την Επιθυμία. Ο Λακάν υποστήριξε το παράδοξο ότι ο Νόμος δεν απαγορεύει απλώς το Κακό, αλλά το προκαλεί. Χωρίς την απαγόρευση, η έννοια της «παράβασης» δεν θα υπήρχε. Έλεγε μάλιστα ότι:
«Ο Νόμος είναι εκεί για να δώσει σώμα στην αμαρτία».
Με την εισαγωγή της Τεχνολογίας (AI & High Resolution Cameras) στους δρόμους, ο πολίτης αισθάνεται ότι παρακολουθείται διαρκώς, χωρίς να ξέρει πότε ακριβώς. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν συμμορφωνόμαστε επειδή πιστεύουμε στην αξία του Νόμου, αλλά επειδή φοβόμαστε το ψηφιακό ίχνος και τις συνέπειες της αξιοποίησής του από το κράτος.
Από τη στιγμή που η κάμερα δεν διαθέτει «ανθρώπινη κρίση», π.χ. δεν μπορεί να αναγνωρίσει μια κατάσταση ανάγκης ή την ιδιαιτερότητα μιας στιγμής, ο Νόμος μετατρέπεται σε «Νεκρό Νόμο» στην πιο καθαρή του μορφή.
Στην Ψυχαναλυτική θεωρία, το Βλέμμα (The Gaze) δεν είναι μόνο το τι βλέπουμε εμείς, αλλά και η αίσθηση ότι μας βλέπουν.
Η κάμερα, στην περίπτωση αυτή, ενσαρκώνει τον «Μεγάλο Άλλο» (την κοινωνική τάξη/νόμο). Όταν, όμως, ο Νόμος γίνεται τεχνολογικός, παύει να είναι μια συμβολική φιγούρα με την οποία μπορείς να διαπραγματευτείς και γίνεται μια απρόσωπη μηχανή που λειτουργεί σχεδόν σαδιστικά μέσα σε αυτήν την τεχνολογική αυστηρότητα. Το κράτος μπορεί να «απολαμβάνει» την αυτόματη είσπραξη, όμως ο πολίτης νιώθει ανίσχυρος απέναντι σε έναν αλγόριθμο που δεν έχει αυτιά για να ακούσει δικαιολογίες.
Όμως, όσο πιο πολύ προσπαθεί ο Νόμος να γίνει απόλυτος μέσω της τεχνολογίας, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος θα αναζητά τρόπους να «κλέψει» το σύστημα, όχι για το κέρδος, αλλά για να επιβεβαιώσει ότι παραμένει υποκείμενο και όχι ένα απλό νούμερο σε μια βάση δεδομένων.
Συνεπώς, κινδυνεύουμε από μια επικίνδυνη ολίσθηση με την έννοια της ηθικής απαξίας. Η ηθική απαιτεί ελεύθερη βούληση. Αν σταματάω στο κόκκινο μόνο και μόνο επειδή ξέρω ότι υπάρχει κάμερα, δεν είμαι «ηθικός πολίτης», είμαι ένας «εκπαιδευμένος αυτοματισμός».
Η Τεχνολογία εμφανίζεται στους πολίτες ως «Μάσκα» του Κακού, κρύβοντας υπερβολική αυστηρότητα πίσω από την «αντικειμενικότητα» της κάμερας. Το κράτος αποποιείται την ευθύνη της καταπίεσης λέγοντας: «Δεν σε τιμωρώ εγώ, η κάμερα σε κατέγραψε». Έτσι, ο Νόμος γίνεται πιο αυταρχικός, ενώ φαίνεται άμεμπτος και «ουδέτερος».
Εδώ, λοιπόν, θα καταλήξουμε σε ένα παράδοξο. Ενώ η τεχνολογία υπόσχεται ασφάλεια, συχνά, όμως, συμβαίνει να παράγει παράνοια, διότι συρρικνώνει τη δικαιοσύνη σε Binary Code (0 ή 1). Ήσουν 1 χλμ. πάνω από το όριο; Είσαι ένοχος. Δεν υπάρχει χώρος για το «γιατί» ή το «πώς». Η κάμερα στον δρόμο, ενώ στοχεύει στην πρόληψη ατυχημάτων (το καλό), καταλήγει να δημιουργεί μια κοινωνία υπό επιτήρηση, όπου κάθε κίνηση είναι εν δυνάμει παράπτωμα.
Συμπέρασμα: Η κάμερα μετατρέπει τον Νόμο από ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» σε έναν «ψηφιακό δεσμοφύλακα». Η εξάντληση της αυστηρότητας μέσω της τεχνολογίας στερεί από τον Νόμο την ανθρωπιά του, μετατρέποντάς τον σε μια ψυχρή διαδικασία επεξεργασίας δεδομένων και προστίμων. Η αδυναμία να εξηγήσεις την ανθρώπινη πλευρά μιας παράβασης σε έναν αλγόριθμο δημιουργεί ένα αίσθημα βαθιάς ματαίωσης και οργής κατά του κράτους, το οποίο πλέον γίνεται αντιληπτό ως μια ψυχρή, εισπρακτική μηχανή.
Η μετάβαση από τον ανθρώπινο έλεγχο στην τεχνολογική επιτήρηση δεν αλλάζει απλώς τον τρόπο που οδηγούμε· αλλάζει συθέμελα το Κοινωνικό Συμβόλαιο, δηλαδή την άρρητη συμφωνία μεταξύ πολίτη και κράτους. Όταν ο Νόμος παύει να βρίσκεται σε μια διαδικασία διαλόγου με τους πολίτες και γίνεται ένας αλγόριθμος, η εμπιστοσύνη δίνει τη θέση της στην αποξένωση. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο (κατά τον Ρουσσώ ή τον Λοκ) βασίζεται στην ιδέα ότι παραχωρούμε μέρος της ελευθερίας μας στο κράτος με αντάλλαγμα την προστασία και τη δίκαιη μεταχείριση.
Όταν οι κάμερες τοποθετούνται σε σημεία «παγίδες» και η αυστηρότητα εξαντλείται σε τυπικές παραβάσεις (π.χ. 2 χλμ. πάνω από το όριο σε μια ευθεία), ο πολίτης νιώθει ότι το κράτος δεν ενδιαφέρεται για την ασφάλειά του, αλλά για το πορτοφόλι του.
Επίσης, αν το κράτος απαιτεί «ψηφιακή τελειότητα» από τον οδηγό μέσω του ΚΟΚ, αλλά το ίδιο δεν παρέχει αντίστοιχη τελειότητα στις υποδομές (λακκούβες, κακή σήμανση, λανθασμένα όρια ταχύτητας κ.λπ.), το Συμβόλαιο καταρρέει. Η ηθική νομιμοποίηση του προστίμου χάνεται.
Μια κοινωνία που δέχεται το «ψηφιακό τεκμήριο» ως απόλυτη αλήθεια, χωρίς δικαίωμα ουσιαστικής αντίρρησης ή εξέτασης των συνθηκών (π.χ. μια έκτακτη ανάγκη υγείας), μετατρέπεται από δημοκρατία σε τεχνοκρατική τυραννία. Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή και ο Νόμος πρέπει να αναγνωρίζει την ανθρώπινη φύση.
Για να παραμείνει το Κοινωνικό Συμβόλαιο ζωντανό, ο Νόμος πρέπει να διατηρήσει ένα περιθώριο επιείκειας. Η επιείκεια είναι η «διόρθωση» του νόμου εκεί όπου η γενίκευσή του τον καθιστά άδικο. Όταν η κάμερα και η τεχνολογία καταργούν αυτό το περιθώριο, ο Νόμος ταυτίζεται με το «Κακό», γιατί γίνεται απάνθρωπος. Η αληθινή πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να έχουμε λιγότερη τεχνολογία, αλλά να μην επιτρέψουμε στην τεχνολογία να καταπιεί την ανθρώπινη κρίση.
Όταν η τιμωρία για ένα πταίσμα που καταγράφηκε από κάμερα πλησιάζει σε αυστηρότητα την τιμωρία για μια πραγματικά επικίνδυνη συμπεριφορά, ο πολίτης χάνει τον σεβασμό του προς τον Νόμο, θεωρώντας τον πλέον παράλογο... Η ανωτέρω επιχειρηματολογία με οδηγεί στο να προτείνω ότι ο Νόμος πρέπει να παραμείνει Συμβολικός και όχι Πραγματικός.
Όταν ο Νόμος γίνεται «Πραγματικός» (δηλαδή μια κάμερα που σε «χτυπά» αυτόματα στο πορτοφόλι), παύει να λειτουργεί ως ηθικός καθοδηγητής και γίνεται ένας φυσικός καταναγκασμός. Για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερο υποκείμενο, πρέπει να υπακούει στον Νόμο επειδή τον αναγνωρίζει ως δίκαιο, όχι επειδή η τεχνολογία τον έχει εγκλωβίσει. Παρ’ όλα τα ανωτέρω, δεν πιστεύω ότι η λύση είναι η κατάργηση της τεχνολογίας, αλλά η επανεισαγωγή του ανθρώπινου παράγοντα στη διαδικασία:
- Διαβάθμιση ποινών: Η τεχνολογία να χρησιμοποιείται για προειδοποίηση και σωφρονισμό, όχι μόνο για καταστολή.
- Δικαίωμα ακρόασης: Κάθε αυτοματοποιημένο πρόστιμο πρέπει να συνοδεύεται από μια εύκολη και ουσιαστική διαδικασία επίκλησης της επιείκειας.
- Διαφάνεια: Τα έσοδα από την τεχνολογική επιτήρηση να επιστρέφουν αποκλειστικά στη βελτίωση της ασφάλειας (υποδομές), ώστε να αποσυνδεθεί ο Νόμος από την κατηγορία του «εισπρακτικού κακού».
Διανύουμε μια ρευστή και δύσκολη εποχή με σοβαρές διεθνείς ανακατατάξεις και κινδύνους. Ας μην επιβαρύνουμε την κοινωνική συνοχή με αχρείαστη αυστηρότητα, διότι θα οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα.
(*)Η έννοια του νόμου όταν συνδέεται ή ταυτίζεται με τον Λόγο (στη φιλοσοφική και αρχαία ελληνική παράδοση) αναφέρεται στην εσωτερική, ορθολογική τάξη που διέπει το σύμπαν και την ανθρώπινη σκέψη, και όχι απλώς σε έναν θεσπισμένο, ανθρώπινο κανόνα.
(**)Η ηθική επιταγή (ethical imperative) είναι ένας θεμελιώδης κανόνας, μια εσωτερική υποχρέωση ή μια αξιωματική αρχή που επιβάλλει στο άτομο να πράξει με έναν συγκεκριμένο, ηθικά ορθό τρόπο, ανεξάρτητα από προσωπικό όφελος ή εξωτερικές πιέσεις.