Κοινωνια

Επικήδειος: Δεν πήγε στην κηδεία του παππού του, αλλά είχε κάτι να του πει

Όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ για έναν παππού που «περίσσευε» στην οικογένειά του

Μαρία Σκιαδαρέση
Μαρία Σκιαδαρέση
ΤΕΥΧΟΣ 1013
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μαρία Σκιαδαρέση | Εικονογράφηση: Dimitris Chris Agkarai
Μαρία Σκιαδαρέση | Εικονογράφηση: Dimitris Chris Agkarai

Ηλικιακή προκατάληψη | Ηλικιακός ρατσισμός μέσα στην οικογένεια: Η αχαριστία, η εγκατάλειψη και η αγάπη ενός εγγονού προς τον παππού του

Μου ζήτησε να διαβάσω τον επικήδειό σου, παππού! Όχι όμως και να τον γράψω. Μάλλον φοβήθηκε πως θα τον ξεφωνίσω μέσα στην εκκλησία και δεν θα βρίσκει τρύπα να κρυφτεί. «Θα τον γράψω εγώ, δεν θα σε κουράσω, όμως θα ήθελα εσύ να τον εκφωνήσεις. Ήσουν, εξάλλου, η αδυναμία του». Αυτό ήταν ειρωνεία για τη στενή μας σχέση ή μου φάνηκε;

Κατάλαβες; Να λιβανίσει δηλαδή μπροστά στον κόσμο τον εαυτό του, να ακούσουν όλοι πόσο καλός γιος ήταν, πόσο σε σεβόταν, πόσο σε φρόντισε, πόσο σε προστάτεψε στα τελευταία της ζωής σου. Απ’ τον πολύ τον «σεβασμό» εξάλλου, όταν σε βαρέθηκαν, αυτός και η συμβία του, σε φέρανε σε τούτη εδώ την τρώγλη! «Σπιτάκι του κήπου» το λένε, ένα παλιό γκαράζ που το σουλούπωσαν όπως όπως και σ’ έριξαν σαν το άδειο σακί να ζεις μονάχος, «τριάντα βήματα μετρημένα πόρτα με πόρτα απ’ το μεγάλο σπίτι», όπως ισχυρίστηκαν. Έξι υπνοδωμάτια το μεγάλο σπίτι και δεν χαλάλισαν για σένα ούτε το πιο μικρό. Όταν τη ρώτησα έξαλλος γιατί το έκαναν αυτό «ο γέρος άνθρωπος στον χώρο σου βγάζει κακή ενέργεια, σου προξενεί κατάθλιψη», δήλωσε η θεωρητικός της συμπεριφοράς του ζεύγους.

Σου έβαλαν και κουμπί αλάρμ για να το πατάς και να σ’ ακούνε αν χρειαζόσουν κάτι. Αυτό ήταν το περίφημο στούντιο με όλα τα κομφόρ για να έχει την ησυχία του ο πατέρας, που διαφήμιζαν στους φίλους τους η σμέρνα και ο γιος σου.

Όποτε έφτανα στο αμήν με όσα έβλεπα να γίνονται και κατέβαζα μπινελίκια, έλεγες «σώπα, βρε αγόρι μου, τι να κάνουν κι αυτοί; Μέσα στα πόδια τους να μ’ έχουν;». Μέσα στα πόδια τους, σε μισό στρέμμα σπίτι!

Ήρθες από την Πόλη με τη γιαγιά Κρινιώ το ’64 και τον πατέρα μου τετράχρονο. Ανοίξατε αρχικά έναν χώρο μια σταλιά στο κέντρο της Αθήνας. Φτιάχνατε και εδώ τα ονομαστά κουραμπιγιέ σας, βουτήματα μοναδικά που έκαναν κάποτε για χάρη τους ουρά οι Πολίτες μπροστά στο μαγαζί σας το παλιό, στο πάνω τέρμα του Τουνέλ. Ουρά έκαναν και οι Αθηναίοι μόλις απλώθηκε η φήμη σας, που όλο και μεγάλωνε. Πήρατε και το διπλανό, αρχίσατε να σερβίρετε με τις λαχταριστές σας λιχουδιές τσάι, καφέ και σοκολάτα. Γίνατε φίρμα.

Μεγάλωσε ο πατέρας μου, τελείωσε το στρατιωτικό του, φάνηκε πως δεν ήταν για σπουδές. Μπήκε κι αυτός στην επιχείρηση, ώσπου άνοιξες και στον Πειραιά κατάστημα, στο οποίο τον έβαλες υπεύθυνο. Δεν ήσουν σαν κι αυτόν που εμένα δεν με εμπιστεύτηκε, εσύ του έδωσες πρωτοβουλίες γενναιόδωρα κι αυτός ξεδίπλωσε το, αδιαμφισβήτητο, ταλέντο του στον επιχειρηματικό τομέα. Το μαγαζί στον Πειραιά το απογείωσε κι άνοιξε δεύτερο στο Φάληρο.

Γρήγορα όμως φάνηκε ότι το μεγάλο πλεονέκτημά του, το ταλέντο, πήγαινε χέρι χέρι, δυστυχώς, με χαρακτήρα ψυχρό και εγωκεντρικό. Με το που απόκτησε από τα μαγαζιά όσα του χρειάζονταν γι’ αυτό που έλεγε μεγάλο άλμα, ξεκίνησε το εργοστάσιο χωρίς να το συζητήσει καν μαζί σου. Γρήγορα έγιναν γνωστά τα προϊόντα του κι άρχισε να σνομπάρει τα μαγαζιά που τόσα χρόνια τον ζούσαν πλουσιοπάροχα.

«Θα κάτσει να ασχοληθεί με τρία μαγαζιά», τον δικαιολογούσες, «έχοντας τώρα πια ολόκληρο εργοστάσιο στο κεφάλι του, με προϊόντα σε όλα τα σημεία διανομής, από τα σούπερ μάρκετ έως και τα περίπτερα, μαζί με τα πρατήρια που κάθε τόσο ανοίγει και σε άλλη πόλη;».

Έτσι παρηγόρησες, παππού, τον εαυτό σου μαθαίνοντας πως πούλησε τα δύο μαγαζιά, Φαλήρου και Πειραιά, στα μάτια σου όμως η απελπισία περίσσευε. Λίγο καιρό μετά, σε έπεισε να κλείσεις και το δικό σου μαγαζί. Έτσι κι εσύ, που σιχαινόσουν να είσαι αργόσχολος, άρχισες να πηγαίνεις στο εργοστάσιο, την εποχή που κι εγώ ξεκίνησα να εργάζομαι εκεί.

Μα τι τα θες; Στα μάτια του άχρηστοι και οι δυο μας! Εσύ γιατί, στην ηλικία σου, δεν ήσουν ικανός πια, όπως ισχυριζόταν, για καμιά δουλειά. Εγώ γιατί, στην ηλικία μου, νέος και άπειρος, θα ήταν επιζήμιο να παίρνω αποφάσεις και να τις εκτελώ. Μια τριετία άντεξα δουλεύοντας κοντά του, ώσπου αποφάσισα να του πετάξω στα μούτρα κατάλογο προμηθευτών κι όλα τα συναφή και να πηδήξω απ’ το άρμα του. Σ’ αυτό με βοήθησες εσύ, παππού, όταν μια μέρα, βλέποντάς με ζορισμένο, μου είπες «δες πρώτα τι δεν θέλεις κι έτσι θα καταλάβεις και τι θέλεις». Ακολουθώντας τη σοφή σου συμβουλή, μετά από έναν απολογισμό ζωής, κατέληξα πως, στα τριάντα δύο μου, με καλές σπουδές στα Οικονομικά και δύο μεταπτυχιακά, θαβόμουν εργαζόμενος στο εργοστάσιο μπισκοτοποιίας του πατέρα μου, τάχα επικεφαλής στο τμήμα προμηθειών, μα εντελώς ανεύθυνος, μια και, χωρίς την έγκρισή του, καμιά μου υπογραφή, πρωτοβουλία ή συμφωνία δεν είχαν κύρος και ουσία.

Τότε σαν να άναψε ένα φως, κατάλαβα ότι δεν ήταν αναγκαίο να ορίζουν οι σπουδές το επάγγελμά μου. Κι αυτό γιατί, κλείνοντας τα μάτια και προσπαθώντας να φανταστώ πού άραγε θα εργαζόμουν με ευχαρίστηση, με έβλεπα σε μια επιχείρηση μικρή, όπως αυτή που είχες εσύ, παππού.

Τον πρώτο χρόνο που έπιασα δουλειά στο εργοστάσιο, νομίζοντας τότε ακόμα πως ο πατέρας μου με θεωρούσε συνεργάτη και όχι παραπαίδι, τον κάθισα μια μέρα και του είπα: «Η λογική των πρατηρίων με υπαλλήλους είναι πολύ συγκεντρωτική, καλύτερα να τα δώσεις λίζινγκ. Έτσι πληρώνεσαι το όνομα εφάπαξ και κάθε μήνα το ενοίκιο, δίνεις και ευκαιρία σε ανθρώπους να ανοίξουν μια δουλειά δικιά τους. Όλοι ευχαριστημένοι και πάνω απ’ όλα εσύ, με κέρδος εντελώς ακούραστο». Δεν είχα άδικο, το ήξερα, όμως δεν θέλησε να το ακούσει. «Εκατό χρονών η αλεπού εκατόν δέκα τα αλεπόπουλα», γέλασε με την αφέλειά μου. Τότε, μπαίνοντας για πρώτη φορά στο νόημα και τρομάζοντας με το μέλλον μου στο εργοστάσιο, του έκανα την πρόταση να δώσει τουλάχιστον σ’ εμένα το κεντρικό πρατήριο της Αθήνας. Θα του ξεπλήρωνα τον αέρα με το που θα έβγαζα κέρδος και θα του έδινα κανονικά το μηνιαίο ενοίκιο. Δυο χρόνια έκανε να το χωνέψει, μόνο όταν έφτασα στο αμήν και παραιτήθηκα απ’ το πόστο μου, υποχώρησε.

Κατάφερα λοιπόν, παππού, και πήρα το μαγαζί ολόδικό μου λίγο προτού πεθάνεις και έτσι πρόλαβα, ευτυχώς, και στο ανακοίνωσα. «Θα μετατρέψω το πρατήριο πάλι σε καφέ, όπως το είχες κάποτε εσύ, με τα δικά μας προϊόντα, και θα σερβίρω μόνο τσάι, ελληνικό καφέ και σοκολάτα. Πάνω απ’ την πόρτα φυσικά θα ξαναμπεί η παλιά επιγραφή ‘‘Στης Κρινιώς’’».

Έκανες σαν παιδί, παππού, απ’ τη χαρά σου. Με αγκάλιασες και μ’ έσφιξες με θέρμη.

«Τέτοιο καμάρι δεν ένιωσα ούτε όταν ο πατέρας σου άνοιξε το εργοστάσιο».

Δεν αμφιβάλλω, έκανα τη σκέψη, και το καταλαβαίνω απόλυτα, παππού.  Με την εξέλιξη της δουλειάς σε τέτοιο επίπεδο, ο γιος σου μηχανοποίησε τα όνειρά σου, το πώς έστησες αυτό που είχες σχεδιάσει, την επαγγελματική σου περηφάνια, την αμεσότητα της σχέσης σου με τον πελάτη, τις ζεστές σου καλημέρες και καλησπέρες στον κόσμο που ερχόταν στο μαγαζί και φχαριστιόταν την ατμόσφαιρά του. Μηχανοποίησε το μεράκι σου, την άσπρη, τριζάτη ποδιά σου, τα πεντακάθαρα αφράτα χέρια σου, την ευωδία από τον φούρνο λίγο πριν βγούνε τα μπισκότα αχνιστά, την καθημερινή δουλειά παρέα με τη γυναίκα σου, τη γλύκα να την έχεις πάντα δίπλα σου έως ότου αρρώστησε και πέθανε και σ’ άφησε μονάχο. Και δεν σου έφτανε η ανείπωτη απώλεια, μετά τον θάνατο της μάνας του, ξεκίνησε να σου ξηλώνει σιγά σιγά τις βεβαιότητές σου. Να σε κάνει να πιστέψεις ότι γέρασες, ότι είσαι αδύναμος και ανίκανος πια να δουλέψεις.

Παρότι ήσουν μαχητής και λάτρευες τη δουλειά σου, σε έπεισε ο πατέρας μου και την παράτησες, κάθισες πια στο σπίτι, κι ούτε ακριβώς σε αυτό, στο σπιτάκι του κήπου. Από την άλλη, δεν σου αναγνώριζε ικανότητες τέτοιες που απαιτούσε το εργοστάσιο, εσύ βέβαια θεωρούσες πως έχεις κάποιο λόγο εκεί –τι διάολο, δουλειά του γιου σου!–, όμως εκείνος δεν σε ήθελε στα πόδια του, άλλα μυαλά εσύ, παλιά κατά τη γνώμη του, ήθελε μόνος κι απερίσπαστος να διοικεί τον κολοσσό του.

Κι αν έγινε μεγάλος και τρανός τα τελευταία είκοσι χρόνια, με μια από τις πιο υγιείς επιχειρήσεις της χώρας και με εξαγωγές σε όλα τα Βαλκάνια –την ΑΒΕΕ Lily’s, τάχα τιμώντας το όνομα της μάνας του, στο πιο αμερικάνικο–, ήταν εκείνο το αυθεντικό δικό σου μαγαζί η θεμελίωσή της και γι’ αυτό το πιο ασυγχώρητο λάθος του γιου σου ήταν που σ’ έβαλε και το έκλεισες μεταποιώντας το στο πρώτο του πρατήριο, το κεντρικότερο απ’ όλα. Τώρα λοιπόν, ανοίγοντάς το όπως παλιά, παίρνουμε πίσω το αίμα σου, παππού!

Ναι, δεν ήρθα στην κηδεία τελικά. Δεν είσαι μέσα στο άψυχο κουφάρι που σήμερα κηδεύτηκε, αλλά εδώ, μαζί μου, ας πει ό,τι θέλει αυτός στον επικήδειο, το συνηθίζει άλλωστε να βγάζει το μαύρο άσπρο. Το φαίνεσθαι τον νοιάζει μόνο. Αν πλήγωσε τον πατέρα του και τον οδήγησε στο να φύγει πικραμένος, καθόλου δεν το σκέφτεται. Γι’ αυτόν και τη γυναίκα του, η ετικέτα και οι τύποι πάνω απ’ όλα.

Τάλε κουάλε οι δυο τους, σνομπ ως το κόκαλο, παρότι άλλη γενιά, τριάντα χρόνια την περνάει, ταίριαξαν όμως σε όλα. Αν ζούσε η δική μου μάνα ποτέ δεν θα σε έβγαζε απ’ το σπίτι. Θυμάμαι πώς σου σέρβιρε η Σίσσυ την ιδέα: «Πατέρα, εδώ δεν έχεις ησυχία, κόσμος να μπαινοβγαίνει, κουδούνια να χτυπάνε, έχουμε σπίτι ανοιχτό, εσύ χρειάζεσαι την ηρεμία σου, στην ηλικία σου είναι φυσικό. Σου ετοίμασα το σπιτάκι του κήπου, το έκανα παλατάκι με όλα τα κομφόρ, κρεβάτι αναπαυτικό για τα κουρασμένα σου κόκαλα και τουαλετίτσα λουξ. Ως και κουζινάκι σού διαμόρφωσα, παρότι θα σου στέλνω φαγητό απ’ το σπίτι, μα έτσι, για κανένα καφεδάκι όταν το επιθυμήσεις».

Άκου παλατάκι! Ένα μακρόστενο δωμάτιο χαμηλοτάβανο και πληκτικό, με μόνο άνοιγμα την πόρτα του, σε μια γωνιά μια τουαλέτα τόσο μικρή που μπαίνεις με το πλάι, στη θέση του παραθύρου ένα ανεμιστηράκι. Κι αν δεν μιλάω και δεν μίλησα ποτέ, ήταν γιατί με όρκισες να μη μαλώσω με τον πατέρα μου για σένα, να το δεχτώ όπως το δέχτηκες κι εσύ. Αδιανόητη η μεγαλοψυχία σου, μα έτσι ήσουν πάντα, πάνω από μικρότητες ακόμα κι αν σου κόστιζε. «Εμείς, παιδάκι μου, η ταλαίπωρη γενιά μου, πάντα ζυγίζαμε τους δρόμους όπως ανοίγονταν μπροστά μας· χωμάτινοι, με καλντερίμι ή άσφαλτο, κι ανάλογα τους περπατάγαμε, μάθαμε από μικροί να μη βαράμε την μπουνιά μας στο μαχαίρι, για να μη χάσουμε το χέρι μας».

Έτσι ήσουν πάντα, στωικός, παρότι είχες μια δύναμη εσώτερη, αλάνθαστη πυξίδα. Με το παιδί σου όμως, τον πατέρα μου, ήσουν ευάλωτος, χωρίς άμυνες, για το χατίρι του υπέκυπτες σε όλα. Τον αγαπούσες περισσότερο απ’ ό,τι εκείνος ανεχόταν το ότι γέρασες και «δεν φτουράς για τίποτα» όπως σου είπε εκείνη την ημέρα που πήρες την απόφαση να μην ξαναπατήσεις στο εργοστάσιο, χωρίς όμως να δείξεις δυσαρέσκεια.

Σε λίγο θα επιστρέψουν από την κηδεία, θα είναι μουτρωμένος που δεν πήγα, δεν αποκλείεται να γυρίσει να μου πει ότι δεν αγαπούσα τον παππού, αφού δεν παραβρέθηκα στην εξόδιο ακολουθία του. Δεν θα μιλήσω, θα φυλάξω τα λόγια μου για την τελική κουβέντα, όταν τον φέρω εδώ και τον ρωτήσω «πόσων χρονών είσαι, ρε πατέρα;»

«Εξήντα έξι», θα μου πει.

«Σκέψου σε λίγα χρόνια τον εαυτό σου, ηλικιωμένο, ίσως και άρρωστο. Η γυναίκα σου τότε, νέα ακόμα κι όμορφη, μόλις σε νιώσει αδύναμο τι ακριβώς θα κάνει;»

Θα παίξουν τα ματάκια του ανήσυχα, όπως τις ελάχιστες φορές που αισθάνεται αδύναμος.

Θα συνεχίσω ακάθεκτος.

«Κρατάει σπίτι ανοιχτό, ποδαρικά πολλά, δέχεται κόσμο κάθε λίγο και λιγάκι. Τι να σε κάνει εσένα; Ξέρω πώς σκέφτεται η Σίσσυ, με μια και μόνο φράση μού εξήγησε, ‘‘ο γέρος άνθρωπος στο σπίτι σου βγάζει κακή ενέργεια, σου προξενεί κατάθλιψη’’. Σαν να την ακούω να το ξαναλέει, για σένα τούτη τη φορά. Ύστερα θα σου εκθέσει την ιδέα της· ‘‘αγάπη μου, εδώ δεν έχεις ησυχία, φιλενάδες μου να μπαινοβγαίνουν, κουδούνια να χτυπάνε, εσύ χρειάζεσαι την ηρεμία σου, στην ηλικία σου είναι φυσικό. Σου ετοίμασα το σπιτάκι του κήπου’’.

»Και να είσαι σίγουρος, μπαμπά, πως δεν θα προσπαθήσω να της αλλάξω γνώμη».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Κώστας Στοφόρος | Εικονογράφηση: Dimitris Chris Agkarai
Younger: Τι συμβαίνει με έναν άνθρωπο που αναζητά εργασία, ενώ δεν βρίσκεται στην πρώτη νεότητα

Τα «περήφανα νιάτα/τιμημένα γηρατειά» είναι κομμάτι πια ενός θολού παρελθόντος. Η κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί, ούτε περήφανα νιάτα θέλει ούτε τιμά τα γηρατειά…

Νίκος Ερηνάκης | Εικονογράφηση: Dimitris Chris Agkarai
«Όχι ακόμα»: Ο ηλικιακός ρατσισμός εναντίον του ριζικά νέου

Η νέα γενιά γίνεται πηγή εκμετάλλευσης ως πόρος αλλά κυβερνάται ως κίνδυνος. Η φρεσκάδα καταναλώνεται, η αμφιθυμία αισθητικοποιείται, η επισφάλεια εκλαμβάνεται ως ψευδεπίγραφη αυθεντικότητα

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY