- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Κάτια Γιαννακοπούλου και οι 7 σφαίρες στον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Ελευθεριάδη
Από την εξομολόγηση και τον παράνομο έρωτα μέχρι τους επτά πυροβολισμούς στη Νέα Σμύρνη: η ιστορία της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του αρχιμανδρίτη Άνθιμου Ελευθεριάδη
Η θυελλώδης σχέση της Κάτιας Γιαννακοπούλου με τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Ελευθεριάδη, η δολοφονία στη Νέα Σμύρνη το 1997 και η υπόθεση που συγκλόνισε την Ελλάδα
Ήταν πρωί της 22ας Ιουλίου 1997 στη Νέα Σμύρνη. Η Αθήνα βρισκόταν μέσα στη γνώριμη καλοκαιρινή της ραστώνη. Για τους περισσότερους ανθρώπους ήταν μια συνηθισμένη ημέρα του Ιουλίου. Για έναν 59χρονο αρχιμανδρίτη, όμως, θα ήταν η τελευταία ημέρα της ζωής του.
Ο Άνθιμος Ελευθεριάδης βγήκε από το σπίτι του, όπως έκανε καθημερινά, με προορισμό την εκκλησία. Δεν γνώριζε ότι λίγα μέτρα μακριά κάποιος τον περίμενε. Ή, ακριβέστερα, κάποια. Η γυναίκα που τον περίμενε ήταν η 42χρονη Κάτια Γιαννακοπούλου, παντρεμένη και μητέρα ενός αγοριού. Ο Άνθιμος δεν ήταν για εκείνη ένας απλός άνθρωπος. Ήταν ο πνευματικός της, ο άνθρωπος στον οποίο είχε εμπιστευτεί τις πιο προσωπικές της σκέψεις και, τελικά, ο άνδρας με τον οποίο είχε αναπτύξει μια θυελλώδη ερωτική σχέση.
Η σχέση αυτή, σύμφωνα με όσα η ίδια κατέθεσε αργότερα, είχε ξεκινήσει μέσα από την Εκκλησία.
Η σχέση που ξεκίνησε από την εξομολόγηση
Η Γιαννακοπούλου τον είχε γνωρίσει όταν πήγε να εξομολογηθεί. Ο αρχιμανδρίτης έγινε ο πνευματικός της και σταδιακά η σχέση τους ξεπέρασε τα όρια που θα μπορούσε κανείς να περιμένει από έναν ιερωμένο και μια πιστή. Οι δύο τους έγιναν εραστές. Για την Κάτια, όπως προκύπτει από την πολυσέλιδη απολογία της, ο Άνθιμος είχε αποκτήσει σχεδόν υπερφυσική θέση στη ζωή της. Στην αφήγησή της προς τον ανακριτή, τον περιέγραφε με λόγια που αποκάλυπταν πόσο βαθιά είχε δεθεί μαζί του. Η ίδια μάλιστα τον αποκάλεσε αργότερα «επίγειο Θεό» της.
Αλλά η σχέση δεν έμεινε μόνο στο συναίσθημα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής και όσα υποστήριξε η ίδια, υπήρχε και οικονομική διάσταση. Η Γιαννακοπούλου ανέφερε ότι του είχε δώσει μεγάλα χρηματικά ποσά. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για περίπου 27 εκατομμύρια δραχμές. Οι λεπτομέρειες γύρω από τα χρήματα αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της υπόθεσης και της μεταγενέστερης δικαστικής αντιπαράθεσης.
Κάποια στιγμή, όμως, η ζωή τους άλλαξε. Ο Άνθιμος απομακρύνθηκε από εκείνη και αργότερα βρέθηκε στην Αγγλία. Η απόσταση, αντί να σβήσει τη σχέση, φαίνεται πως την έκανε ακόμη πιο έντονη για την Κάτια. Σύμφωνα με την απολογία της, ταξίδευε μέχρι το Λονδίνο προκειμένου να τον συναντήσει. Εκείνος, όμως, φαινόταν ολοένα και πιο απρόθυμος να συνεχίσει τη σχέση. Για την ίδια, αυτή η αλλαγή ήταν δυσβάσταχτη. Ο άνθρωπος που κάποτε είχε βρεθεί στο κέντρο της ζωής της τώρα απομακρυνόταν. Εκείνη δεν μπορούσε να αποδεχτεί εύκολα ότι η σχέση τελείωνε. Και τότε άρχισε να διαμορφώνεται η τραγική κατάληξη.
Οι επτά πυροβολισμοί στη Νέα Σμύρνη
Το πρωί της 22ας Ιουλίου, η Γιαννακοπούλου βρισκόταν έξω από το σπίτι του αρχιμανδρίτη. Σύμφωνα με τις περιγραφές που δημοσιεύτηκαν αργότερα, είχε προσπαθήσει να μην είναι αναγνωρίσιμη. Φορούσε περούκα και γυαλιά και κρατούσε όπλο. Ο Άνθιμος βγήκε από το σπίτι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η προσωπική ιστορία των δύο ανθρώπων μετατράπηκε σε σκηνή εγκλήματος. Η Γιαννακοπούλου πλησίασε και πυροβόλησε.
Οι δημοσιευμένες περιγραφές αναφέρουν ότι έριξε επτά σφαίρες εναντίον του.
Ο αρχιμανδρίτης σωριάστηκε νεκρός έξω από την πολυκατοικία του. Η είδηση εξαπλώθηκε γρήγορα και η Νέα Σμύρνη βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το γεγονός ότι το θύμα ήταν ιερωμένος έκανε την υπόθεση ακόμη πιο συγκλονιστική. Δεν επρόκειτο απλώς για μια δολοφονία. Οι δημοσιογράφοι άρχισαν να ξετυλίγουν μια ιστορία που περιείχε έρωτα, θρησκεία, μυστικότητα, χρήματα, ζήλια και τελικά φόνο. Η δράστις, όμως, είχε εξαφανιστεί.
Για δύο ημέρες η Αστυνομία την αναζητούσε.
Η σύλληψη και η πολύωρη απολογία
Η Γιαννακοπούλου είχε καταφέρει να φύγει από τη Νέα Σμύρνη. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες περιγραφές, περιπλανήθηκε στην Αττική, άλλαξε εμφάνιση και τελικά έφτασε στην περιοχή της Μάνδρας. Εκεί, στις 24 Ιουλίου, συνελήφθη έξω από το μοναστήρι της Παναγίας Γοργοεπηκόου. Είχε φτάσει στην περιοχή με ποδήλατο και, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, φορούσε ξανθιά περούκα και μαύρα γυαλιά.
Η υπόθεση είχε πλέον περάσει από το αστυνομικό ρεπορτάζ στη δικαστική αίθουσα. Η ομολογία της δεν ήταν μια απλή παραδοχή. Ήταν μια πολύωρη προσπάθεια να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε αγαπήσει τόσο έντονα μπορούσε να καταλήξει να τον σκοτώσει. Η απολογία της φέρεται να κράτησε εννέα ώρες και καταγράφηκε σε 27 σελίδες. Αυτό που είχε συμβεί, σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης. Ήταν το τέλος μιας μακράς συναισθηματικής διαδρομής που είχε εξελιχθεί σε εμμονή, απογοήτευση και οργή.
«Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω…», ήταν, σύμφωνα με το δημοσίευμα του «Βήματος», μία από τις φράσεις της απολογίας της. Όμως η δικαιοσύνη έπρεπε να απαντήσει σε ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα: όχι πόσο πολύ είχε αγαπήσει τον Άνθιμο, αλλά γιατί αποφάσισε να αφαιρέσει τη ζωή του.
Από τα 20 χρόνια στα ισόβια
Η πρώτη δικαστική απόφαση της επέβαλε ποινή κάθειρξης 20 ετών, αναγνωρίζοντάς της ελαφρυντικά. Στη συνέχεια, όμως, η υπόθεση οδηγήθηκε σε δεύτερο βαθμό και η ποινική μεταχείρισή της έγινε αυστηρότερη. Το Εφετείο την καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, καθώς δεν αναγνώρισε τα ελαφρυντικά που είχαν δοθεί πρωτοδίκως.
Η υπόθεση εξακολούθησε να απασχολεί τον Τύπο για χρόνια. Δεν ήταν μόνο η αγριότητα της πράξης που κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον. Ήταν και η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές: ένας αρχιμανδρίτης, πρόσωπο θρησκευτικής εξουσίας και πνευματικός καθοδηγητής, και μια παντρεμένη γυναίκα που είχε δεθεί μαζί του τόσο βαθιά ώστε η απώλεια της σχέσης να μετατραπεί σε καταστροφική εμμονή.
Το έγκλημα είχε επίσης ένα ιδιαίτερο στοιχείο: η ίδια η δράστις δεν προσπάθησε, μετά τη σύλληψή της, να παρουσιάσει τον εαυτό της ως έναν ψυχρό δολοφόνο. Αντίθετα, η απολογία της ήταν γεμάτη συναισθηματικές αναφορές στον άνθρωπο που είχε σκοτώσει. Αυτό ήταν ίσως και το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο της υπόθεσης. Ο άνθρωπος που για χρόνια αποτελούσε, όπως έλεγε, το κέντρο της ζωής της είχε γίνει τελικά ο άνθρωπος του οποίου τη ζωή αφαίρεσε. Και η φράση που αποδόθηκε στη Γιαννακοπούλου μετά τη σύλληψή της συμπύκνωνε όλη αυτή την αντίφαση: «Πέθανα μαζί του τη στιγμή που τον σκότωνα».
Η Κάτια Γιαννακοπούλου παρέμεινε στη φυλακή για πολλά χρόνια. Τον Αύγουστο του 2013, περίπου δεκαέξι χρόνια μετά το έγκλημα, αποφυλακίστηκε. Η αποφυλάκισή της προκάλεσε εκ νέου αντιδράσεις και επανέφερε την υπόθεση στη δημόσια συζήτηση.
Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά εκείνο το πρωινό της 22ας Ιουλίου του 1997, η υπόθεση παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες εγκλήματος πάθους στην Ελλάδα. Δεν ήταν ένα έγκλημα που γεννήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Ήταν η σκοτεινή κατάληξη μιας σχέσης που ξεκίνησε με εξομολόγηση, πέρασε τα όρια της πνευματικής σχέσης, μετατράπηκε σε ερωτικό δεσμό και τελικά διαλύθηκε μέσα σε συγκρούσεις και ακραία συναισθήματα. Ο Άνθιμος Ελευθεριάδης έφυγε από τη ζωή εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό στη Νέα Σμύρνη. Η γυναίκα που τον περίμενε έξω από το σπίτι του οδηγήθηκε στη φυλακή.
Και μια σχέση που είχε αρχίσει σε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν για να αναζητήσουν συγχώρεση, τελείωσε με επτά πυροβολισμούς και έμεινε για πάντα καταγεγραμμένη στην ιστορία του ελληνικού εγκλήματος.
→ Podcast Criminal minds | Διάσημα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο