Κοινωνια

Ο «Δράκος της Βουλιαγμένης»: Ο δολοφόνος, το μέντιουμ και η απίστευτη έρευνα που οδήγησε στη σύλληψή του

Το έγκλημα του 1953 στο Καβούρι, η μυστηριώδης παρέμβαση της Ελένης Κικίδου και τα στοιχεία που οδήγησαν στη σύλληψη του Μιχάλη Στεφανόπουλου

Μιμή Φιλιππίδη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο «Δράκος της Βουλιαγμένης» που τρομοκράτησε την Αθήνα – Πώς ένα μέντιουμ μπήκε στο κυνήγι του δολοφόνου

Αύγουστος του 1953. Η Αθήνα προσπαθούσε ακόμη να αφήσει πίσω της τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στις παραθαλάσσιες περιοχές της Βουλιαγμένης και του Καβουριού, τα βράδια, νεαρά ζευγάρια αναζητούσαν λίγη απομόνωση. Το Μικρό Καβούρι ήταν ένα από τα σημεία όπου μπορούσε κανείς να χαθεί μέσα στα πεύκα και στο σκοτάδι. Κανείς δεν γνώριζε τότε ότι ένας άνδρας παρακολουθούσε τα ζευγάρια κρυφά. Ο Τύπος σύντομα θα του έδινε ένα όνομα που θα έμενε στην ελληνική εγκληματολογία: «ο Δράκος της Βουλιαγμένης». Η υπόθεση όμως δεν έμεινε στην ιστορία μόνο εξαιτίας του εγκλήματος. Έμεινε επειδή, σε μια από τις πιο παράξενες σελίδες της ελληνικής αστυνομικής ιστορίας, ένας δημοσιογράφος και ένα μέντιουμ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αναζήτηση του δράστη.

Μιχάλης Στεφανόπουλος | ο Δράκος της Βουλιαγμένης

Η δολοφονία στο Μικρό Καβούρι που τρόμαξε την Αθήνα

Ο Θεόδωρος Δέγλερης, δημόσιος υπάλληλος, βρισκόταν στο Μικρό Καβούρι μαζί με τη σύντροφό του, τη Σοφία Μαναβάκη. Το ζευγάρι είχε απομακρυνθεί από τον κόσμο και βρισκόταν κάτω από τα δέντρα. Δεν γνώριζαν ότι κάποιος τους παρακολουθούσε. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν αργότερα, ο άνθρωπος αυτός είχε μείνει για αρκετή ώρα κρυμμένος, παρατηρώντας τους. Δεν ήταν μια τυχαία συνάντηση. Ο δράστης φαίνεται ότι είχε μια παθολογική εμμονή με την παρακολούθηση ερωτικών ζευγαριών.

Ξαφνικά εμφανίστηκε οπλισμένος. Ο Δέγλερης πυροβολήθηκε πολλές φορές από κοντινή απόσταση.

Η Μαναβάκη τραυματίστηκε, αλλά επέζησε. Ο δράστης δεν έφυγε αμέσως. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, πλησίασε τον Δέγλερη, προσπάθησε να διαπιστώσει αν ήταν ακόμη ζωντανός και στη συνέχεια άρπαξε την τσάντα της, μέσα στην οποία υπήρχαν περίπου 30.000 δραχμές. Πήρε επίσης το ρολόι του θύματος και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Η αστυνομία βρέθηκε μπροστά σε ένα δύσκολο έγκλημα. Δεν υπήρχε σαφής μάρτυρας που να μπορεί να περιγράψει τον δολοφόνο. Η επιζήσασα ήταν τραυματισμένη και σε κατάσταση σοκ. Ο δράστης είχε εξαφανιστεί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπήρχε ακόμη ένα στοιχείο που έκανε την υπόθεση πιο περίεργη. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στην ίδια ευρύτερη περιοχή, ένα άλλο νεαρό ζευγάρι, ο Μ. Καλλίτσης και η Ε. Καπρή, είχε δεχθεί επίθεση με αυτοσχέδια χειροβομβίδα. Οι αστυνομικοί άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο οι δύο υποθέσεις να συνδέονταν.

Η Αθήνα άρχισε να φοβάται.

Ελένη Κικίδου | Το θρυλικό μέντιουμ της Αθήνας και η συνεργασία της με την Αστυνομία

Το μέντιουμ, ο δημοσιογράφος και η παράξενη έρευνα

Εκείνη την εποχή οι εφημερίδες είχαν τεράστια δύναμη. Μια αστυνομική υπόθεση μπορούσε να γίνει καθημερινό ανάγνωσμα για χιλιάδες ανθρώπους. Στην εφημερίδα «Ακρόπολις» εργαζόταν ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Δράκος. Ο Δράκος δεν ήταν ικανοποιημένος με την εικόνα μιας αστυνομίας που έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα. Πίστευε ότι η Ελένη Κικίδου, ένα από τα γνωστότερα μέντιουμ της εποχής, μπορούσε να βοηθήσει. Η Κικίδου αρχικά δίστασε. Δεν ήταν εύκολο να συμμετάσχει σε μια αστυνομική έρευνα και μάλιστα σε ένα τόσο βίαιο έγκλημα. Ο Δράκος όμως επέμεινε.

Ελένη Κικίδου: Το θρυλικό μέντιουμ της Αθήνας

Τελικά, τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1953, ο δημοσιογράφος, η Κικίδου και η φίλη και βοηθός της πήγαν στο Μικρό Καβούρι. Εκεί συνέβη κάτι που ο Τύπος της επόμενης ημέρας θα παρουσίαζε ως σχεδόν μεταφυσική αποκάλυψη. Η Κικίδου περπάτησε στον χώρο και, σύμφωνα με τις δικές της περιγραφές, μπήκε σε κατάσταση έντονης συγκέντρωσης. Ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να «δει» τη διαδρομή του δολοφόνου και να αναπαραστήσει στο μυαλό της τη σκηνή.

Δημοσίευμα της «Ακρόπολις» για τη συμμετοχή της Ελένης Κικίδου στην έρευνα

Περιέγραψε έναν άνδρα που, σύμφωνα με την αφήγηση της εποχής, ήταν ψηλός, μελαχρινός και αδύνατος. Μίλησε για ουλή στο πρόσωπο και προβλήματα στα δόντια. Είπε ότι εργαζόταν σε κουζίνα εστιατορίου και ότι το όνομά του άρχιζε από «Σ». Ανέφερε ακόμη σχέση με στρατιωτικούς, χωρίς ο ίδιος να είναι στρατιώτης. Οι πληροφορίες ήταν αρκετές για να δημιουργήσουν ένα νέο μονοπάτι στην έρευνα. Η ιστορική σημασία της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι η αστυνομία και ο Τύπος της εποχής αξιοποίησαν αυτές τις πληροφορίες και ότι ορισμένα από τα στοιχεία που έδωσε ταίριαξαν στη συνέχεια με πραγματικά ευρήματα.

Τα στοιχεία που αποκάλυψαν τον Δράκο της Βουλιαγμένης

Οι έρευνες είχαν ήδη στραφεί προς το 25ο Σύνταγμα Πεζικού, επειδή το όπλο του εγκλήματος είχε βρεθεί περίπου 200 μέτρα από τον τόπο της δολοφονίας και οι έρευνες συνέδεαν τον σειριακό αριθμό του με όπλο που είχε σχέση με στρατιωτικό. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον άρχισε να ξεχωρίζει ένας 25χρονος σιδηρουργός, ο Μιχάλης Στεφανόπουλος. Είχε απολυθεί πρόσφατα από το 25ο Σύνταγμα. Έμενε με την οικογένειά του στον Λυκαβηττό. Και υπήρχε κάτι ακόμη.

Η περιγραφή της Κικίδου για την ουλή και τα δόντια ταίριαζε εντυπωσιακά με την εμφάνισή του. Ο Στεφανόπουλος είχε πράγματι σημάδι στο πρόσωπο που συνδεόταν με οδοντιατρική επέμβαση και προβλήματα στα δόντια. Στην πιάτσα φέρεται να ήταν γνωστός ως «ο Μιχάλης ο Σημαδεμένος». Τώρα η αστυνομία είχε έναν ύποπτο. Το επόμενο βήμα ήταν να βρει αποδείξεις.

Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν για τον «Δράκο της Βουλιαγμένης» και την υπόθεση που συγκλόνισε την Αθήνα

Τα ξημερώματα της 2ας Σεπτεμβρίου 1953, αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του Στεφανόπουλου, στην οδό Νικηφόρου Ουρανού στον Λυκαβηττό και τον συνέλαβαν. Στην αρχή αρνήθηκε τα πάντα. Όμως η ανάκριση έφερε στην επιφάνεια στοιχεία που ήταν πολύ πιο σημαντικά από οποιαδήποτε «πρόβλεψη» του μέντιουμ. Το σημαντικότερο ήταν το όπλο. Στο περίστροφο που είχε βρεθεί κοντά στον τόπο του εγκλήματος εντοπίστηκαν δακτυλικά αποτυπώματα που αποδόθηκαν στον Στεφανόπουλο.

Επιπλέον, κατά την ανάκριση προέκυψαν και άλλα στοιχεία: φορούσε το ρολόι του Δέγλερη, ενώ τα παπούτσια του συνδέθηκαν με την προηγούμενη επίθεση εναντίον του ζευγαριού Καλλίτση και Καπρή. Ο Στεφανόπουλος τελικά ομολόγησε. Η ομολογία του ήταν ανατριχιαστική. Παραδέχθηκε ότι παρακολουθούσε ζευγάρια και ότι εκείνη τη νύχτα η ζήλια και η εμμονή του τον οδήγησαν στην επίθεση. Ομολόγησε επίσης την επίθεση με τη χειροβομβίδα στο άλλο ζευγάρι. Αντίθετα, σύμφωνα με τις πηγές, δεν προέκυψε ευθύνη του για τον θάνατο του Προβελέγγιου, μια άλλη υπόθεση που είχε εξεταστεί στο πλαίσιο της έρευνας.

Μιχάλης Στεφανόπουλος | ο Δράκος της Βουλιαγμένης

Έτσι, η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει. Ο «Δράκος της Βουλιαγμένης» δεν ήταν πλέον ένας μυστηριώδης φανταστικός εγκληματίας. Ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος, με όνομα, διεύθυνση και ένα παρελθόν που τώρα εξεταζόταν από τις αρχές.

Η υπόθεση έφτασε στο Κακουργιοδικείο Αθηνών τον Μάρτιο του 1954. Η υπεράσπιση προσπάθησε να παρουσιάσει τον Στεφανόπουλο ως ψυχικά διαταραγμένο άνθρωπο που δεν είχε πλήρη συναίσθηση της πράξης του. Ο ψυχίατρος Κωνσταντίνος Μιταυτσής, σύμφωνα με τις δημοσιευμένες αναφορές, τον χαρακτήρισε ψυχασθενικό αλλά καταλογιστό, δηλαδή ικανό να αντιληφθεί την πράξη του και να φέρει ποινική ευθύνη. Η υπεράσπιση δεν κατάφερε να πείσει τους ενόρκους.

Ο Μιχάλης Στεφανόπουλος, γνωστός ως «ο Δράκος της Βουλιαγμένης», κατά τη διάρκεια της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθήνας

Η απόφαση ήταν σκληρή: Ένοχος χωρίς ελαφρυντικά. Θάνατος.

Για τον φόνο του Θεόδωρου Δέγλερη και τις απόπειρες κατά των άλλων θυμάτων, η δικαιοσύνη επέβαλε τη βαρύτερη δυνατή ποινή της εποχής. Ο Στεφανόπουλος μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας, περιμένοντας την εκτέλεση.

Ήταν 10 Αυγούστου 1954. Στη θέση Τούρλος της Αίγινας, ο Μιχάλης Στεφανόπουλος οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, ζήτησε να του λύσουν τα χέρια και να του δέσουν τα μάτια. Το αίτημά του έγινε δεκτό. Και εκεί τελείωσε η ιστορία του «Δράκου της Βουλιαγμένης».

Η «Ακρόπολις» αναγγέλλει την εκτέλεση του «Δράκου της Βουλιαγμένης» με τον τίτλο: «Η κάθαρσις – Εξετελέσθη σήμερον την αυγήν ο Δράκος της Βουλιαγμένης»

Χρόνια αργότερα, η Ελένη Κικίδου εξακολουθούσε να μιλά για εκείνη τη νύχτα στο Καβούρι. Υποστήριζε ότι είχε «δει» τη σκηνή του εγκλήματος και ότι είχε νιώσει έντονη ψυχική επιβάρυνση από την εμπειρία. Ο ρόλος του Θεόδωρου Δράκου ήταν διαφορετικός. Ήταν εκείνος που επέμενε να δοκιμαστεί η Κικίδου και μετέτρεψε την παράξενη αυτή διαδικασία σε δημοσιογραφικό γεγονός. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η πραγματική σύλληψη δεν στηρίχθηκε μόνο στο μέντιουμ.

Ελένη Κικίδου: Το θρυλικό μέντιουμ της Αθήνας

Η έρευνα οδηγήθηκε σε έναν συγκεκριμένο ύποπτο και στη συνέχεια υπήρχαν απτά στοιχεία: το όπλο, τα αποτυπώματα, αντικείμενα που συνδέονταν με τα θύματα και τελικά η ομολογία του ίδιου του Στεφανόπουλου. Έτσι, η υπόθεση έμεινε στην ιστορία για έναν παράδοξο συνδυασμό: ένα στυγερό έγκλημα, έναν επίμονο δημοσιογράφο, ένα αμφιλεγόμενο «πείραμα διοράσεως» και, στο τέλος, τα κλασικά στοιχεία της αστυνομικής έρευνας που οδήγησαν τον δολοφόνο στο εδώλιο. Και πάνω απ' όλα, έμειναν τα θύματα. Ο Θεόδωρος Δέγλερης, που δεν γύρισε ποτέ εκείνο το βράδυ στο σπίτι του. Η Σοφία Μαναβάκη, που επέζησε και κουβαλούσε για πάντα τη μνήμη της επίθεσης. Και το άλλο ζευγάρι, ο Μ. Καλλίτσης και η Ε. Καπρή, που δέχθηκαν την προηγούμενη επίθεση με τη χειροβομβίδα.

Ο Μιχάλης Στεφανόπουλος, ο αποκαλούμενος «Δράκος της Βουλιαγμένης», οδηγείται από αστυνομικούς το καλοκαίρι του 1953

Για την Ελλάδα του 1953, η υπόθεση ήταν κάτι περισσότερο από ένα έγκλημα. Ήταν ένας φόβος που πήρε μορφή μέσα στη νύχτα: η αίσθηση ότι ένας άγνωστος παρακολουθούσε τα ζευγάρια στα σκοτεινά πάρκα και περίμενε. Μόνο που αυτή τη φορά ο «Δράκος» είχε αφήσει πίσω του αρκετά ίχνη. Και τελικά, όσο παράξενος κι αν ήταν ο δρόμος που ακολούθησε η έρευνα, τα ίχνη αυτά οδήγησαν τον Μιχάλη Στεφανόπουλο από το σπίτι του στον Λυκαβηττό, στο δικαστήριο και, έναν χρόνο αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα της Αίγινας.

→ Podcast Criminal minds | Διάσημα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο