- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Παντελής Καζάκος: Το ρατσιστικό αμόκ που συγκλόνισε την Αθήνα
Όταν το κίνητρο γίνεται η ίδια η καταγωγή των θυμάτων
Παντελής Καζάκος: Η σοκαριστική ομολογία - «Εγώ τα έκανα όλα, γιατί δεν γουστάρω τους ξένους»
Αθήνα, Οκτώβριος 1999. Ήταν μια εποχή κατά την οποία το κέντρο της Αθήνας είχε αλλάξει. Στις γειτονιές γύρω από την Ομόνοια, την πλατεία Κουμουνδούρου, το Μεταξουργείο και τη Λιοσίων ζούσαν και εργάζονταν χιλιάδες μετανάστες. Για πολλούς Έλληνες ήταν πλέον μια καθημερινή εικόνα· για κάποιους άλλους, όμως, η παρουσία των ξένων είχε γίνει αντικείμενο φόβου, θυμού και μίσους. Στα μέσα εκείνου του Οκτωβρίου, ένας 23χρονος φύλακας της ΕΡΤ, ο Παντελής Καζάκος, άρχισε να μετατρέπει αυτό το μίσος σε πράξη. Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο άνθρωποι θα έχαναν τη ζωή τους και επτά ακόμη θα τραυματίζονταν. Η υπόθεση θα γινόταν μία από τις πιο χαρακτηριστικές ρατσιστικές εγκληματικές επιθέσεις της σύγχρονης Ελλάδας.
Η πρώτη επίθεση σημειώθηκε τη νύχτα της 19ης προς 20ή Οκτωβρίου 1999, στην περιοχή του Κεραμεικού. Θύμα ήταν ένας Κούρδος μετανάστης, ο οποίος πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε. Ένας ακόμη άνθρωπος τραυματίστηκε. Αρχικά, κανείς δεν γνώριζε ποιος βρισκόταν πίσω από την επίθεση. Οι πυροβολισμοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποτέλεσμα προσωπικής διαμάχης ή εγκληματικής αντιπαράθεσης. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο.
Ο δράστης δεν επέλεγε τα θύματά του επειδή τα γνώριζε. Τα επέλεγε επειδή ήταν ξένοι. Τις επόμενες νύχτες, ο άγνωστος ένοπλος κινήθηκε στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας. Στόχος του ήταν άνθρωποι που εργάζονταν ή περπατούσαν στις περιοχές όπου συγκεντρώνονταν μετανάστες. Η πόλη δεν είχε ακόμη καταλάβει τι συνέβαινε.
Τη νύχτα της 22ας Οκτωβρίου, το σκηνικό έγινε εφιαλτικό. Ένας άνδρας κυκλοφορούσε στους δρόμους του κέντρου κρατώντας πιστόλι. Πλησίαζε αλλοδαπούς και, σύμφωνα με τις καταθέσεις θυμάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις τους ρωτούσε από ποια χώρα κατάγονταν. Ύστερα πυροβολούσε. Στο Μεταξουργείο, στην πλατεία Κουμουνδούρου, στη Λιοσίων, στη Φυλής και σε άλλες περιοχές, οι πυροβολισμοί προκάλεσαν πανικό. Ένας από τους ανθρώπους που δέχθηκαν επίθεση ήταν ο Γεώργιος Κουντεσιάνι, από τη Γεωργία. Χτυπήθηκε από σφαίρα στο στήθος και πέθανε. Άλλοι μετανάστες έπεσαν τραυματισμένοι στους δρόμους. Μέσα σε λίγες ώρες, η αστυνομία είχε μπροστά της μια σειρά από επιθέσεις που έμοιαζαν μεταξύ τους. Και τώρα υπήρχε ένα κοινό χαρακτηριστικό που δεν μπορούσε να αγνοηθεί: όλα τα θύματα ήταν αλλοδαποί. Οι πρώτες πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες. Υπήρξαν αρχικά ακόμη και σενάρια για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Όμως όσο περνούσαν οι ώρες, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί η πραγματικότητα. Κάποιος κυνηγούσε μετανάστες.
Ο Καζάκος ήταν ένας νέος άνθρωπος χωρίς το προφίλ του επαγγελματία εγκληματία. Εργαζόταν ως φύλακας στην ΕΡΤ και είχε τη δυνατότητα να κινείται στην Αθήνα τις νυχτερινές ώρες. Οι εφημερίδες θα έγραφαν αργότερα για έναν εσωστρεφή νέο, που είχε επηρεαστεί από ξενοφοβικές αντιλήψεις και είχε αναπτύξει έντονο μίσος απέναντι στους μετανάστες. Ο ίδιος αργότερα θα έδινε μια ανατριχιαστικά απλή εξήγηση. Δεν μιλούσε για προσωπική εκδίκηση.
Δεν ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα θύματα. Το κίνητρό του ήταν η ίδια η καταγωγή τους. Στην ανάκριση, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, φέρεται να είπε: «Εγώ τα έκανα όλα, γιατί δεν γουστάρω τους ξένους». Η φράση αυτή θα έμενε συνδεδεμένη με την υπόθεση.
Η αστυνομία άρχισε να συνθέτει το παζλ. Τα στοιχεία οδηγούσαν σε έναν νεαρό Έλληνα. Ο Καζάκος συνελήφθη νωρίς το πρωί της 22ας Οκτωβρίου 1999, μετά τις επιθέσεις. Κατά την πολύωρη ανάκριση αρχικά εξετάστηκε η σχέση του με τις επιθέσεις της προηγούμενης νύχτας.
Στη συνέχεια όμως ήρθε η ομολογία. Ο 23χρονος παραδέχθηκε ότι ήταν ο άνθρωπος που πυροβολούσε τους αλλοδαπούς. Δεν σταμάτησε εκεί. Παραδέχθηκε και την προηγούμενη δολοφονία του Κούρδου στον Κεραμεικό. Ξαφνικά, οι φαινομενικά ασύνδετες επιθέσεις απέκτησαν έναν κοινό δράστη. Η αστυνομία είχε πλέον μπροστά της έναν άνθρωπο που είχε επιλέξει τα θύματά του με βάση την εθνική τους καταγωγή.
Ο τελικός απολογισμός ήταν τραγικός. Δύο μετανάστες δολοφονήθηκαν και επτά ακόμη δέχθηκαν απόπειρες ανθρωποκτονίας. Ανάμεσα στους τραυματίες υπήρχαν άνθρωποι από διάφορες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, ενώ αρκετοί αντιμετώπισαν σοβαρά και μόνιμα προβλήματα υγείας. Κάποιοι από τους τραυματίες δεν κατάφεραν ποτέ να επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους. Το έγκλημα, επομένως, δεν τελείωσε τη στιγμή που σταμάτησαν οι πυροβολισμοί. Για τους επιζώντες συνεχίστηκε στα νοσοκομεία και αργότερα στην καθημερινότητά τους. Σε κατάθεσή τους στην ανακρίτρια, δύο θύματα περιέγραψαν ότι ο δράστης τούς ρώτησε από ποια χώρα κατάγονταν και αμέσως μετά άνοιξε πυρ. Έμειναν αιμόφυρτοι στον δρόμο μέχρι να τους εντοπίσουν περαστικοί. Αυτό ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της υπόθεσης. Δεν υπήρχε κάποια προσωπική διαφορά που να εξηγεί τις επιθέσεις. Η ταυτότητα των θυμάτων ως αλλοδαπών ήταν αρκετή.
Μετά τη σύλληψη, η υπόθεση απέκτησε και μια δεύτερη διάσταση. Ήταν ο Καζάκος ψυχικά ασθενής; Η υπεράσπισή του προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Ο πατέρας του κατέθεσε αργότερα ότι ο γιος του άκουγε φωνές που τον παρότρυναν να σκοτώσει αλλοδαπούς και ότι στο παρελθόν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών.
Το ζήτημα ήταν κρίσιμο. Αν το δικαστήριο δεχόταν ότι δεν είχε πλήρη καταλογισμό, η ποινική του ευθύνη θα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά. Όμως οι δικαστές δεν πείστηκαν ότι η ψυχική του κατάσταση αναιρούσε την ευθύνη του για τις πράξεις. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε δίκη.
Τον Φεβρουάριο του 2001, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών εξέδωσε την απόφασή του.
Ο Καζάκος κρίθηκε ένοχος για δύο ανθρωποκτονίες από πρόθεση και επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας, χωρίς να του αναγνωριστεί ελαφρυντικό. Η ποινή ήταν: δύο φορές ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια κάθειρξη για τις επτά απόπειρες. Η απόφαση ήταν σαφής: το δικαστήριο δεν θεώρησε ότι τα ψυχικά προβλήματα που επικαλέστηκε η υπεράσπιση εξαφάνιζαν την ποινική του ευθύνη. Η υπόθεση, όμως, δεν είχε τελειώσει. Το 2002, ο Καζάκος βρέθηκε ξανά στο εδώλιο, αυτή τη φορά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών. Εκεί οι επιζώντες μίλησαν για όσα είχαν ζήσει. Οι μαρτυρίες τους ανέδειξαν ξανά το ρατσιστικό κίνητρο. Τρία από τα θύματα κατέθεσαν ότι ο δράστης τούς είχε επιλέξει ακριβώς επειδή ήταν αλλοδαποί. Έξω από το δικαστήριο συγκεντρώθηκαν φίλοι και συμπατριώτες των θυμάτων. Για πολλούς, η δίκη δεν αφορούσε μόνο έναν άνθρωπο που είχε πυροβολήσει εννέα μετανάστες. Αφορούσε ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο: Πόσο εύκολα μπορεί το ρατσιστικό μίσος να μετατραπεί σε βία; Το Εφετείο επιβεβαίωσε την ουσία της πρωτόδικης απόφασης. Στις 14 Νοεμβρίου 2002, ο Καζάκος καταδικάστηκε και πάλι σε δύο φορές ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια για τις επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας. Η πλειοψηφία του δικαστηρίου έκρινε ότι είχε πλήρη καταλογισμό όταν διέπραξε τα εγκλήματα.
Η υπόθεση του Παντελή Καζάκου έμεινε στην ελληνική εγκληματολογική ιστορία όχι επειδή έκρυβε κάποιο περίπλοκο μυστήριο. Το αντίθετο. Η αλήθεια αποδείχθηκε τρομακτικά απλή.
Ένας νέος άνδρας περιπλανήθηκε στους δρόμους της Αθήνας με ένα όπλο και αναζήτησε ανθρώπους τους οποίους θεωρούσε ανεπιθύμητους. Δεν γνώριζε τα θύματά του. Δεν είχε μαζί τους προσωπική διαφορά. Η καταγωγή τους ήταν αρκετή για να γίνουν στόχοι. Δύο άνθρωποι δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους. Επτά ακόμη επέζησαν, αλλά ορισμένοι έμειναν με μόνιμες βλάβες. Και η Αθήνα του 1999 αναγκάστηκε να κοιτάξει κατάματα ένα πρόβλημα που μέχρι τότε πολλοί προτιμούσαν να θεωρούν περιθωριακό. Ο ρατσισμός δεν ήταν απλώς μια προσβλητική λέξη ή μια προκατάληψη.
Η υπόθεση Καζάκου δεν είναι η ιστορία ενός «μυστηριώδους τέρατος» που εμφανίστηκε ξαφνικά στους δρόμους της Αθήνας. Είναι η ιστορία του πώς το μίσος, όταν μετατρέπεται σε ιδεολογία και συνδυάζεται με την πρόσβαση σε όπλο, μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική ανθρώπινη τραγωδία. Τα θύματα δεν χρειάστηκε να κάνουν τίποτα για να γίνουν στόχοι. Αρκούσε να είναι ξένοι.