- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Καρδούλα στη βαρβαρότητα
Όσα μας ενώνουν, όσα μας χωρίζουν και όσα αρνούμαστε να δούμε στον συλλογικό μας καθρέφτη
Καρδούλα στη βαρβαρότητα - Μια αυτοκριτική για τη σύγχρονη Ελλάδα, τον δημόσιο χώρο, την ευθύνη και τη σιωπή
Είναι μεσάνυχτα, τέλη Ιουλίου, κάθομαι στην αυλή ενός σπιτιού, σε έναν λόφο στη μέση του πουθενά, κάπου στη χερσόνησο των Μεθάνων. Το κοντινότερο ψιλικατζίδικο είναι 20 χιλιόμετρα στροφές στον γκρεμό από εδώ. Ο αέρας επιτέλους έπεσε και η νύχτα είναι πεντακάθαρη. Έχω απέναντί μου, πιάτο, σαν ένα θεατρικό σκηνικό, σχεδόν όλον τον Σαρωνικό.
Τέρμα αριστερά η Πελοπόννησος, μετά το Αγκίστρι, στο πολύ βάθος αχνοφαίνονται τα κόκκινα φώτα από τα διυλιστήρια και τα ναυπηγεία στον Ασπρόπυργο και την Ελευσίνα, πιο κοντά φωταγωγημένη η αγαπημένη Αίγινα, με τον σκοτεινό όγκο της Μονής στη μέση, και τέρμα δεξιά η παραλιακή – η Αττική.
Κοιτάω τα φώτα σαν να βρίσκομαι, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, έξω απ’ το σπίτι μου και να κοιτάω μέσα από τα παράθυρα∙ μια διαφορετική οπτική, μια συναισθηματική αποστασιοποίηση. Μετά από 50 χρόνια ζωής, πραγματικά νιώθω ώρες-ώρες σαν να μην καταλαβαίνω αυτή τη χώρα∙ σαν να μου ξεφεύγουν βασικά πράγματα, στοιχειώδη, τα οποία είναι προφανή στους άλλους. Συμπεριφορές και νοοτροπίες που με ξενίζουν. Όχι ακατανόητες ακριβώς, αλλά θεμελιωδώς ξένες, σαν να αφορούν μιαν άλλη, μακρινή, εξωτική κουλτούρα.
Μεταξύ αυτών, μια διάχυτη επιπολαιότητα, μια συνεχής βιασύνη και ένταση, η συμφιλίωση με την ολιγαρχία και την οικογενειοκρατία, η συμφιλίωση με τον βιασμό του δημοσίου χώρου και την ηχορύπανση, η αγωνιώδης αναζήτηση και αναπαραγωγή του κοινού υλικού (μιμητισμός; ανάγκη του ανήκειν;), η αδυναμία διάκρισης ορίων και ρόλων, η ανασφάλεια της αυτόνομης ύπαρξης και η εξάρτηση από τη φατρία, ο τρόμος της ταπείνωσης, μια αφανής αλλά παντοδύναμη άρνηση αμφισβήτησης όχι του Άλλου, το Άλλο το αμφισβητούμε διαρκώς, αλλά του Εαυτού.
Ένα καθημερινό, προκαταβολικό φούσκωμα του εγώ, λες και κάθε πρωί πριν βγεις απ’ το σπίτι πρέπει να τρομπάρεις το εγώ σου πριν μπεις στο ρινγκ για έναν αγώνα μποξ υπαρξιακών διαστάσεων. Ένας αδιανόητης έκτασης μπετοναρισμένος αμυντικός μηχανισμός. Μια ολόκληρη κοινωνία, ένα φουσκωμένο εγώ∙ ένας απέραντος αμυντικός μηχανισμός. Απέναντι σε τι αμύνεται άραγε;
Και ίσως περισσότερο απ’ όλα, μια σχεδόν ιδεολογική άρνηση κατανόησης του ατομικού και συλλογικού εαυτού: μια εκκωφαντική απουσία και παταγώδης αποτυχία της μαζικής, λαϊκής τέχνης, του λόγου, της πολιτικής, και της έρευνας, να στήσει έναν καθρέφτη μπροστά σε αυτή την κοινωνία για να δει και να επεξεργαστεί το είδωλό της επιτέλους όπως ακριβώς είναι, με τα στραβά αλλά και με τα καλά του∙ και να της δώσει μια αξιόπιστη διέξοδο, με καλοσύνη, κατανόηση και αποδοχή.
Πότε, τα τελευταία 30-40 χρόνια, είδαμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και πότε νιώσαμε ότι έχουμε ένα λειτουργικό εγχειρίδιο για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον; Και ποιος το έκανε αυτό για εμάς;
Ο Σημίτης το 1996-2004; (Εν μέρει). Η Αγγελοπούλου και ο Παπαϊωάννου το 2004; (Και πάλι εν μέρει). Η τρόικα στην κρίση; (Ε, όχι δα).
- Γιατί άραγε υπάρχει αυτή η αποτυχία;
- Γιατί υπάρχει αυτό το κενό που το γεμίζουν τυχάρπαστοι τσαρλατάνοι εντός και εκτός Βουλής, ΜΜΕ και ΜΚΔ που είδαν ανοιχτά και μπήκαν; Ποιοι μας είπαν άβολες αλήθειες, και πότε κάτσαμε να τους ακούσουμε;
- Γιατί αφήνουμε να δημιουργείται στα σχολεία και στις γειτονιές μας μια νέα γενιά με τη βαρβαρότητα να κάνει τικ-τοκ μέσα της σαν ωρολογιακή βόμβα; Πότε θέσαμε αρχές, όρια και αξίες στα δικά μας παιδιά;
- Γιατί είμαστε τόσο μα τόσο θανάσιμα αρνητικοί στην οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής; Γιατί τη σκοτώνουμε πριν ακόμα γεννηθεί; Γιατί νοιαζόμαστε τόσο λίγο, τόσο επιφανειακά, για τα πράγματα;
- Πότε αποφασίσαμε ότι θα σταματήσουμε να μιλάμε; Ότι δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να υπερασπιστούμε τις αξίες μας;
Δεν υπάρχει «μία» κοινωνία∙ ζούμε, ήδη λόγω ψηφιοποίησης, σε παράλληλα σύμπαντα.
Ίσως είναι ήδη πολύ αργά, με την έννοια ότι δεν υπάρχει πλέον, ούτε στην Ελλάδα ούτε αλλού, «ένας» δημόσιος χώρος στον οποίο «η» κοινωνία θα κοιταχτεί σ’ αυτόν τον ρημαδοκαθρέφτη∙ δεν υπάρχει «μία» κοινωνία∙ ζούμε, ήδη λόγω ψηφιοποίησης, σε παράλληλα σύμπαντα. Μπορεί ποτέ ξανά να μην μπορέσουμε να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα με τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που βάζουν καρδούλα στη βαρβαρότητα, που μοιράζουν ψόφους και κρεμάλες στα σόσιαλ, που βιάζουν τον δημόσιο χώρο ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Κι όμως, κι εγώ με τη συναισθηματική μου αποστασιοποίηση, την ίδια συνθήκη δεν συντηρώ; Με το «κατηγορώ» μου κι εγώ δεν αμφισβητώ τους Άλλους, αντί τον Εαυτό μου; Η δική μου ευθύνη γι’ αυτή τη χώρα ποια είναι;
Μπορεί και άλλοι να νιώθουν το ίδιο. Μπορεί και άλλοι να νιώθουν ότι δεν τους εκφράζει αυτή η κυρίαρχη κουλτούρα, ότι και αυτοί δεν αναγνωρίζουν τη χώρα τους, και απλώς συμμετέχουν – είτε από αδράνεια, σε αυτόματο πιλότο, είτε από ένστικτο επιβίωσης, είτε επειδή νιώθουν πάρα πολύ μόνοι. Μπορεί γι’ αυτό ακριβώς να είμαστε εδώ που είμαστε. Επειδή απλώς κάποια στιγμή αποφασίσαμε, χωρίς να το καταλάβουμε, ότι το κόστος τού να νοιάζεσαι είναι πολύ μεγάλο για να το κουβαλάς μόνος σου.
Ίσως και αυτοί που θρέφουν το κακό να ένιωθαν κάποτε το ίδιο. Ίσως το να παραμένεις σιωπηλός και συναισθηματικά αποστασιοποιημένος να είναι ένα βήμα πριν από την καρδούλα στη βαρβαρότητα.