Κοινωνια

Το κυκλοφοριακό δεν είναι μόνο θέμα δρόμων αλλά θέμα δημοκρατίας

Το συγκοινωνιακό ως ζήτημα αρχιτεκτονικής και δημοκρατίας

Σταύρος Κωνσταντινίδης
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2 - 998
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Αθήνα απέναντι στο κυκλοφοριακό αδιέξοδο, την αρχιτεκτονική και τη δημοκρατία στις σύγχρονες πόλεις

Το κυκλοφοριακό πρόβλημα στις σύγχρονες ελληνικές πόλεις δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ζήτημα διαχείρισης ροών ή υποδομών. Είναι πρωτίστως ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και οργανώνουμε τον δημόσιο χώρο, την καθημερινότητα και τελικά την ίδια την ποιότητα ζωής. Η παραδοσιακή προσέγγιση, που αντιμετωπίζει την κυκλοφορία ως πρόβλημα χωρητικότητας, έχει αποδειχθεί ανεπαρκής. Η διαρκής προσθήκη οδικών υποδομών και η προτεραιοποίηση του Ι.Χ. δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο επαγόμενης ζήτησης. Η πόλη δεν αποσυμφορείται, αλλά μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ μετακίνησης και παραμονής, μεταξύ ταχύτητας και ποιότητας ζωής.

Στον αντίποδα, η σύγχρονη συγκοινωνιακή σκέψη επανατοποθετεί το πρόβλημα στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής και του αστικού σχεδιασμού. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλώς το υπόλοιπο της οδικής διατομής, αλλά το βασικό πεδίο κοινωνικής ζωής. Η οδός, η πλατεία και το πεζοδρόμιο δεν αποτελούν μόνο διαδρόμους διέλευσης, αλλά και τόπους συνάντησης, αλληλεπίδρασης, πολιτισμού. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η κρίσιμη σχέση του συγκοινωνιακού με τη δημοκρατία. Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται ο δημόσιος χώρος αντανακλά και παράγει σχέσεις ισχύος. Όταν η πόλη οργανώνεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το Ι.Χ., ουσιαστικά ευνοεί συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και αποκλείει άλλες: τον πεζό, τον ηλικιωμένο, το παιδί, τον μη προνομιούχο.

Η δημοκρατία στον αστικό χώρο δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι η ισότιμη πρόσβαση, η ασφάλεια, η δυνατότητα μετακίνησης χωρίς αποκλεισμούς. Είναι η προτεραιοποίηση των μέσων που εξυπηρετούν τους πολλούς έναντι εκείνων που εξυπηρετούν τους λίγους. Με αυτή την έννοια, η συγκοινωνιακή πολιτική αποτελεί βαθιά πολιτική επιλογή, με σαφές δημοκρατικό αποτύπωμα.

Η ανακατανομή του δημόσιου χώρου και η δημοκρατία της μετακίνησης

Η ανασύνθεση του συγκοινωνιακού ζητήματος περνά από την ανακατανομή του χώρου. Η ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς, η προώθηση της μικροκινητικότητας και η επαναφορά του πεζού στο επίκεντρο δεν αποτελούν ιδεολογικές επιλογές, αλλά λειτουργικές και κοινωνικές αναγκαιότητες. Η πόλη δεν μπορεί να εξυπηρετεί απεριόριστη κυκλοφορία Ι.Χ. χωρίς να υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατική της λειτουργία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αρχιτεκτονική αποκτά κρίσιμο ρόλο. Ο σχεδιασμός των κτιρίων, η μείξη χρήσεων και η χωρική οργάνωση επηρεάζουν άμεσα τα πρότυπα μετακίνησης. Μια πόλη με λειτουργικές αποστάσεις, όπου οι βασικές δραστηριότητες βρίσκονται σε εγγύτητα, ενισχύει την αυτονομία των πολιτών και μειώνει τις εξαρτήσεις. Αντίθετα, η διάχυση των χρήσεων δημιουργεί ανάγκες μετακίνησης που δεν είναι πάντα επιλογή, αλλά υποχρέωση.

Η παράμετρος της κλιματικής ουδετερότητας εντείνει ακόμη περισσότερο την ανάγκη αλλαγής του μοντέλου. Ο τομέας των μεταφορών αποτελεί βασικό παράγοντα εκπομπών, και συνεπώς η αναδιάρθρωση του συγκοινωνιακού συστήματος συνδέεται άμεσα με την περιβαλλοντική ευθύνη. Η μετάβαση δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά και τη μείωση της ανάγκης μετακίνησης και την αλλαγή των προτύπων ζωής. Σε αυτό το σημείο, η έννοια του πολιτισμού της καθημερινότητας αποκτά καθοριστική σημασία. Το κυκλοφοριακό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα υποδομών, αλλά και συμπεριφορών. Η στάση απέναντι στον δημόσιο χώρο, η ανοχή στην αυθαιρεσία, η επιλογή του μέσου μετακίνησης συγκροτούν ένα συλλογικό πολιτισμικό πλαίσιο. Η βιώσιμη κινητικότητα δεν επιβάλλεται μόνο με κανονισμούς, αλλά καλλιεργείται μέσα από την εκπαίδευση, τον σχεδιασμό και τη δημόσια συζήτηση.

Από την πόλη του ΙΧ στη βιώσιμη και ανθρώπινη πόλη

Η εμπειρία από τις ευρωπαϊκές πόλεις δείχνει ότι η υψηλού επιπέδου συγκοινωνιακή λειτουργία δεν είναι αποτέλεσμα αποσπασματικών παρεμβάσεων, αλλά συγκροτημένης στρατηγικής. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή επαναπροσδιορισμού του δημόσιου χώρου ως κοινού αγαθού, όπου η κινητικότητα υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίστροφο. Για την ελληνική πόλη, και ιδιαίτερα για την Αθήνα, η πρόκληση είναι ουσιαστικά θέμα δημοκρατίας. Δεν αφορά μόνο την τεχνική επίλυση του κυκλοφοριακού, αλλά και την αναδιανομή του χώρου, των ευκαιριών και της ποιότητας ζωής. Από την πόλη της κυκλοφορίας καλούμαστε να μεταβούμε στην πόλη της παραμονής, της ισότιμης πρόσβασης και της περιβαλλοντικής ευθύνης. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να κινούμαστε πιο γρήγορα, αλλά να ζούμε πιο ισότιμα. Εκεί όπου η συγκοινωνιολογία συναντά την αρχιτεκτονική και τη δημοκρατία διαμορφώνεται το πλαίσιο μιας πόλης βιώσιμης, λειτουργικής και πραγματικά ανθρώπινης.