- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νίκος Κοεμτζής, μια παραγγελιά, μια εποχή, μια τραγωδία: Η νύχτα που συγκλόνισε την Αθήνα
Η ζωή του ήταν σαν ένα σκοτεινό, αργό ζεϊμπέκικο - το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο»
Νίκος Κοεμτζής: Το μακελειό για μια παραγγελιά — Tο έγκλημα που σημάδεψε τα μπουζούκια της δεκαετίας του ’70
Το έγκλημα του Νίκου Κοεμτζή αποτελεί μία από τις πιο γνωστές και συζητημένες υποθέσεις της νεότερης ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Η υπόθεση συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και συνδέθηκε έντονα με την κουλτούρα των λαϊκών νυχτερινών κέντρων, τις κοινωνικές εντάσεις της εποχής, αλλά και τον άγραφο «κώδικα τιμής» που επικρατούσε σε ορισμένους χώρους διασκέδασης.
Η νύχτα της 25ης Φεβρουαρίου 1973 έχει μείνει χαραγμένη στην ιστορία της Αθήνας ως μία από τις πιο δραματικές στιγμές της ελληνικής νυχτερινής ζωής. Σε ένα λαϊκό κέντρο διασκέδασης, μια μουσική παραγγελιά, μια παρεξήγηση και μια στιγμή οργής οδήγησαν σε μια τραγωδία που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα. Το περιστατικό, γνωστό πλέον ως το έγκλημα του Νίκου Κοεμτζή, συνέβη στο νυχτερινό κέντρο Νεράιδα της Αθήνας και κατέληξε σε τρεις νεκρούς και πολλούς τραυματίες.
Για να καταλάβουμε την υπόθεση, πρέπει να πάμε πίσω στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1970. Τη χώρα κυβερνούσε η χούντα των συνταγματαρχών, ήταν ακόμη υπό στρατιωτική δικτατορία. Η καθημερινότητα ήταν γεμάτη περιορισμούς και πολιτική ένταση, όμως τα νυχτερινά κέντρα αποτελούσαν έναν χώρο διαφυγής. Τα λεγόμενα «μπουζούκια» ήταν κάτι περισσότερο από χώροι διασκέδασης. Ήταν μικρόκοσμοι όπου συναντιόνταν εργάτες, μικροεπιχειρηματίες, αστυνομικοί, φοιτητές και άνθρωποι του περιθωρίου.
Εκεί κυριαρχούσε ένας άτυπος κώδικας συμπεριφοράς. Ανάμεσα σε αυτούς τους άγραφους κανόνες υπήρχε και ο σεβασμός προς την «παραγγελιά». Η παραγγελιά ήταν η στιγμή που κάποιος πλήρωνε την ορχήστρα για να ακουστεί ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Συχνά το τραγούδι αφιερωνόταν σε φίλο ή συγγενή και εκείνος είχε το δικαίωμα να χορέψει μόνος στην πίστα. Το να μπει κάποιος άλλος στον χορό θεωρούνταν προσβολή.
Νίκος Κοεμτζής: Η ζωή πριν από τη νύχτα της «παραγγελιάς»
Ο Νίκος Κοεμτζής είχε γεννηθεί το 1938 και είχε μεγαλώσει σε δύσκολες κοινωνικές συνθήκες. Η οικογένειά του είχε αριστερό παρελθόν, είχε βιώσει διώξεις και οικονομική ανέχεια μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Από μικρός ο Κοεμτζής γνώρισε τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με όσους τον γνώριζαν, ήταν ένας άνθρωπος εσωστρεφής, ευαίσθητος αλλά και βαθιά πληγωμένος από τις εμπειρίες της ζωής του. Η έννοια της αξιοπρέπειας και της προσωπικής τιμής είχε μεγάλη σημασία για εκείνον, ιδιαίτερα μέσα στον κύκλο των φίλων και της οικογένειάς του. Αυτή η έντονη αίσθηση τιμής θα αποδεικνυόταν μοιραία εκείνο το βράδυ του 1973.
Η νύχτα της Νεράιδας: Από την ένταση στο μακελειό
Το βράδυ της Κυριακής 25 Φεβρουαρίου 1973, ο Κοεμτζής πήγε στο κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας» μαζί με τον αδελφό του Δημοσθένη, έναν φίλο και δυο κοπέλες. Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Η ορχήστρα έπαιζε λαϊκά τραγούδια και οι θαμώνες χόρευαν και έσπαγαν πιάτα, κατά τη συνήθεια της εποχής. Ο Κοεμτζής αποφάσισε να κάνει μια παραγγελιά. Πλήρωσε την ορχήστρα για να ακουστεί ένα ζεϊμπέκικο, ώστε να χορέψει ο αδελφός του και να τον καμαρώσει. Για εκείνον, ήταν μια συμβολική στιγμή: ένας φόρος τιμής στον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο. Ζήτησε από τον Καρουσάκη που ήταν η πρώτη φίρμα του μαγαζιού να του τραγουδήσει της «Βεργούλες» του Βαμβακάρη.
Ο Καρουσάκης βλέποντας ότι η πίστα ήταν γεμάτη από κόσμο, και θέλοντας να αποφύγει την ένταση με τον Κοεμτζή, του είπε ότι δεν γνωρίζει το τραγούδι και πως θα πει στον επόμενο τραγουδιστή, τον Τάκη Αθανασιάδη, να το πει αμέσως μόλις εμφανιστεί, για να χορέψει την «παραγγελιά» ο Δημοσθένης Κοεμτζής. Πράγματι, μόλις ανέβηκε ο Αθανασιάδης στην πίστα ανακοίνωσε ότι το επόμενο τραγούδι ήταν «παραγγελιά» και ζήτησε από τον κόσμο να ελευθερώσει την πίστα.
Όμως αυτό δεν έγινε, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του και την εμφανή ενόχληση των αδελφών Κοεμτζή που έβλεπαν να μην τηρείται ο άγραφος νόμος της «παραγγελιάς». Ο Αθανασιάδης, βλέποντας ότι η κατάσταση πάει να ξεφύγει, δίνει το μικρόφωνο στον Δημοσθένη που είπε: «Ρε παιδιά, είναι παραγγελιά το τραγούδι». Όμως κάποιοι (αστυνομικοί, που γώριζαν τον Κοεμτζή) συνέχιζαν να χορεύουν επιδεικτικά και όχι μόνο δεν έκαναν στην άκρη, αλλά έσπρωξαν τον Δημοσθένη κοροϊδευτικά, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω.
Βλέποντας αυτή τη σκηνή ο Νίκος Κοεμτζής έγινε έξω φρενών και φωνάζοντας «Παραγγελιά, ρε! Δεν ακούτε, παραγγελιά!», όρμηξε πάνω σε όσους βρίσκονταν πάνω στην πίστα και με ένα σουγιά που είχε μαζί του άρχισε να μαχαιρώνει όποιον έβρισκε μπροστά του, μεταξύ αυτών και τον φίλο του Θωμά που είχε σπεύσει να τον συγκρατήσει. Έγινε μακελειό, πολλοί σωριάστηκαν στο έδαφος και ο χώρος γέμισε αίματα, ενώ από παντού ακούγονταν φωνές πόνου και πανικού. Ο Κοεμτζής μέσα σε παραζάλη χτυπούσε αδιακρίτως όποιον έβρισκε μπροστά του κατευθυνόμενος προς την έξοδο και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Πίσω του είχε αφήσει τρεις νεκρούς και είχε τραυματίσει άλλους επτά από τους θαμώνες του καταστήματος. Η νύχτα που ξεκίνησε ως μια απλή έξοδος για διασκέδαση είχε μετατραπεί σε τραγωδία.
Η αστυνομία έφτασε γρήγορα στο σημείο και ο Κοεμτζής συνελήφθη. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Οι εφημερίδες της εποχής αφιέρωσαν πρωτοσέλιδα στο «μακελειό για μια παραγγελιά». Η ελληνική κοινωνία σοκαρίστηκε. Πώς ήταν δυνατόν μια μουσική παραγγελία να οδηγήσει σε τριπλό φονικό; Για άλλους, η πράξη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας τρέλας. Για άλλους, ήταν το αποτέλεσμα μιας ζωής γεμάτης καταπίεση, φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Η δίκη του Κοεμτζή προσέλκυσε τεράστιο ενδιαφέρον. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε τριπλή θανατική ποινή. Ωστόσο, η ποινή δεν εκτελέστηκε ποτέ. Με την πολιτική αλλαγή που ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα και την κατάργηση της θανατικής ποινής για τα κοινά εγκλήματα, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Ο Κοεμτζής θα περνούσε πάνω από δύο δεκαετίες στη φυλακή.
Από τη δίκη στον μύθο: Όταν η ιστορία πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα
Παρά τη φρίκη του εγκλήματος, η ιστορία του Κοεμτζή δεν ξεχάστηκε. Αντίθετα, πέρασε σταδιακά στη λαϊκή κουλτούρα. Το 1980 γυρίστηκε η ταινία «Παραγγελιά», του Παύλου Τάσιου, η οποία βασίστηκε στην υπόθεση και προσπάθησε να αποδώσει το ψυχολογικό και κοινωνικό πλαίσιο της τραγωδίας. Η ταινία δεν παρουσίασε απλώς το έγκλημα, αλλά και το δράμα ενός ανθρώπου που ένιωθε ότι η κοινωνία τον είχε αποκλείσει. Παράλληλα, η ιστορία ενέπνευσε και τη μουσική. Ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε το τραγούδι «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο». Το τραγούδι αυτό δεν είναι απλώς μια αφήγηση του εγκλήματος. Είναι ένα ποιητικό σχόλιο πάνω στην τραγική μοίρα ενός ανθρώπου που συγκρούστηκε με την κοινωνία. Οι στίχοι του τραγουδιού αποτυπώνουν το βάρος της μοίρας και την αίσθηση ότι η τραγωδία ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Ο Νίκος Κοεμτζής αποφυλακίστηκε το 1996, έπειτα από περίπου 23 χρόνια κράτησης. Όταν βγήκε από τη φυλακή, η Ελλάδα είχε αλλάξει. Η Αθήνα δεν ήταν πια η ίδια πόλη. Εκείνος προσπάθησε να ζήσει μια ήσυχη ζωή. Για ένα διάστημα πουλούσε το βιβλίο που είχε γράψει για τη ζωή του στους δρόμους της Αθήνας κοντά στο Μοναστηράκι. Πολλοί περαστικοί σταματούσαν από περιέργεια ή συγκίνηση. Η εικόνα ενός ηλικιωμένου άνδρα που πουλούσε την ιστορία της ζωής του ήταν, για πολλούς, βαθιά συμβολική. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 73 ετών. Ο θάνατός του προήλθε από έμφραγμα, που έπαθε την ώρα που πουλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του.
Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, η υπόθεση του Κοεμτζή εξακολουθεί να συζητείται. Για κάποιους είναι μια ωμή πράξη βίας που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Για άλλους είναι μια τραγική ιστορία ενός ανθρώπου που λύγισε κάτω από το βάρος της ζωής του. Το μόνο βέβαιο είναι ότι εκείνη η νύχτα του 1973 άλλαξε για πάντα πολλές ζωές. Μια παραγγελιά σε ένα λαϊκό κέντρο διασκέδασης μετατράπηκε σε ένα από τα πιο γνωστά εγκλήματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε θρύλους, τραγούδια και κινηματογραφικές αφηγήσεις, η ιστορία του Νίκου Κοεμτζή συνεχίζει να ζει, σαν ένα σκοτεινό, αργό ζεϊμπέκικο που δεν τελειώνει ποτέ.
→ Podcast Criminal minds | Διάσημα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο