Ελλαδα

Πώς πρέπει να γίνωνται αι διακοπαί του θέρους

«Ζέστη, ζέστη, ζέστη!... Το παν πυρπολείται».

Ευγενία Μίγδου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένα άρθρο σε εφημερίδα του 1935 δείχνει πώς ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές τότε

Ξεφυλλίζοντας πρόσφατα μια παλιά εφημερίδα των Ιωαννίνων, στο φύλλο της 15ης Αυγούστου 1935, έπεσε το μάτι μου σε άρθρο με τίτλο: «Πώς πρέπει να γίνωνται αι διακοπαί του θέρους». Δεν το προσπέρασα, καθότι Ιούλιος μήνας και σχεδόν όλοι μιλάνε ή φεύγουν για διακοπές, αλλά επιπλέον και για το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ένα τέτοιο άρθρο, σε μια επαρχιακή εφημερίδα το μακρινό 1935: ποιος σχεδίαζε διακοπές εκείνα τα χρόνια — στα Γιάννενα κιόλας; Υπήρχε καν η έννοια των «διακοπών»; (Διακοπές θεσμοθετούνται στην Ελλάδα μόλις το 1945).

Στη διπλανή στήλη με τις «Ειδησούλες», ο συντάκτης ενημερώνει ότι «ο κόσμος ανεχώρησε διά Βίτσες, Μονοδένδρια, κ.ά.», δηλαδή στα Ζαγόρια για να δροσιστεί, αφού «τα κορμιά μας έλυωσαν στον ιδρώτα». Προφανώς εδώ καταγράφεται το σύνηθες για τους περισσότερους εκείνη την εποχή: ολιγοήμερη φυγή στο χωριό για δροσιά. Ουσιαστικά, γυρισμός στα πατρογονικά, στους συγγενείς, διασκέδαση στο πανηγύρι — όχι διακοπές ούτε καν παραθερισμός.

Υπήρχε, σαφώς, στα Γιάννενα μια αστική τάξη που πήγαινε σινεμά και θέατρο, έπινε παγωμένη μπίρα και αγόραζε καπελάκια της τελευταίας μόδας. Σε αυτούς απευθύνεται το άρθρο, σε μια μερίδα ανθρώπων που, πέρα από τα τοπικά νέα, ήθελαν να αισθάνονται μέρος μιας ευρύτερης, «ευρωπαϊκής» κουλτούρας — ακόμα και στο πώς περνά κανείς το καλοκαίρι του.

Το άρθρο δεν είναι ελληνικό, φυσικά, αλλά προέρχεται από τον διεθνή Τύπο, και μεταφέρει απόψεις Βρετανών επιστημόνων και γιατρών πάνω σε προβληματισμούς που, όπως φαίνεται, απασχολούσαν πάντα όσους σχεδίαζαν καλοκαιρινές διακοπές. Οι προτάσεις τους αντανακλούν μια εποχή που οι διακοπές δεν είχαν γίνει ακόμα «προϊόν», και πρακτικά ήταν προνόμιο λίγων.

Το κείμενο, ωστόσο, απαντά και σε σύγχρονα ερωτήματα, είναι ανάλαφρο, απλό, αλλά πάνω απ’ όλα απενοχοποιητικό.

ΚΑΤΩ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ

Ξεκινάει με την παραδοχή ενός φιάσκου: Πόσοι και πόσοι δεν καταστρώνουν για μήνες σχέδια παραθερισμού, δεν βασανίζουν το μυαλό τους για να βρουν τον τρόπο που θα τους συνεφέρει μέσα σε λίγο διάστημα από τους κόπους της χρονιάς. Ελάχιστοι, όμως, είναι όσοι φροντίζουν να εξετάσουν αν οι διακοπές που σχεδιάζουν είναι εκείνες που ταιριάζουν καλύτερα με «τας ανάγκας και την ιδιοσυγκρασίαν των». Ως αποτέλεσμα «οι περισσότεροι γυρίζουν πιο κουρασμένοι ψυχικώς και σωματικώς, παρ' ότι έφυγαν». Καταλήγει πως ενώ ο σκοπός των διακοπών είναι ένα απόθεμα χαράς και υγείας, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι κόπωση και απογοήτευση.

«Καλλίτερα να έσπαζαν το πόδι τους και να έμεναν στο κρεββάτι τους σ' όλο αυτό το διάστημα», σχολιάζει ένας Άγγλος δημοσιογράφος.

Και ποια είναι η λύση; Ο καθηγητής Λάνγκτον Μπράουν, του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, την καταθέτει λακωνικά: «Εν πρώτοις — κάτω τα σχέδια.»

Η προκαταβολική κατάστρωση σχεδίων είναι, όπως ισχυρίζεται, το μεγαλύτερο σφάλμα. «Πάρτε την κάθε ημέρα όπως έρθει. Κάμετε ό,τι σας υπαγορεύσει το κέφι σας. Αν πάτε κάπου και δεν σας αρέσει, φύγετε.»

Μια τέτοια άνεση φαντάζει από δύσκολη ως απαγορευτική το 2026 όπου κατά κανόνα οι διακοπές κλειδώνουν μήνες πριν και η προκαταβολή στα καταλύματα δεν επιστρέφεται. Η ελευθερία που περιγράφει ο καθηγητής δεν υπάρχει, όσο κι αν μας ξενίζει αυτή η παραδοχή· το «φύγε αν δεν σου αρέσει» είναι από δύσκολο έως ανέφικτο σε μια αγορά, που ολοένα γιγαντώνεται και γίνεται πιο κερδοσκοπική από χρόνο σε χρόνο. Με λίγα λόγια, ο χρόνος των διακοπών δεν ανήκει τόσο σ’ εμάς όσο ανήκει στην αγορά. Και ό,τι ανήκει στην αγορά, η αγορά το ρυθμίζει, το τιμολογεί, το βελτιστοποιεί, και τελικά το εξαντλεί.

ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΩΣ ΣΥΝΤΑΓΗ

Ακολουθεί ο δόκτωρ Κρόξ, γραμματέας του βρετανικού ιατρικού συμβουλίου, με μια οδηγία απελευθερωτική: «Για μία εβδομάδα τουλάχιστον, μην κάνετε τίποτε. Αναπαυθείτε.»

Ραστώνη, παύση, γλυκιά απραξία. Τελεία. Μετά από αυτό το διάστημα, συνεχίζει, μπορείτε ίσως να σκεφτείτε κάποια ήπια φυσική άσκηση — «αλλά μη βάζετε τον νουν σας ή τους μυς σας να κάμουν κάτι εναντίον του οποίου εξεγείρονται.» Το «να μην κάνεις τίποτε» λογίζεται σήμερα ως σπατάλη·  πλήρωσες κάτι ακριβά, πρέπει να κάνεις το παν για να το «αξιοποιήσεις».

ΤΟ ΠΑΡΕΡΓΟΝ

Ένας τρίτος ειδικός συμβουλεύει να πηγαίνουμε εκεί όπου μπορούμε να επιδοθούμε στο προσφιλές μας «πάρεργο» — όλοι έχουμε κάποιο: «γεωλογία, παρατήρηση της φύσης, των πτηνών, κ.α.»

Προτείνει ο ειδικός κάτι ήδη δοκιμασμένο, κάτι προσφιλές, δικό σου. Πάρεργον: κάτι που γίνεται για ευχαρίστηση στον ελεύθερο χρόνο, χωρίς φιλοδοξία, χωρίς κοινό. Απλά πράγματα. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα για νέες προκλήσεις και κατακτήσεις, για «βιωματικές» και «ενεργητικές», για «αυθεντικές» και «μοναδικές εμπειρίες ζωής». Ούτε για ψυχαναγκαστικά «must visit» και «must do», και φυσικά κανείς δεν σου πούλαγε: «ζήσε, ανακάλυψε, απόλαυσε».

Οι διακοπές απέκτησαν καινούργιο νόημα και, αλίμονο, έγιναν πρότζεκτ. Ζητούν επιβεβαίωση, ανεβαίνουν στα σόσιαλ, αποτιμώνται δημόσια. Εξωθείται ο «διακοπεύων» να είναι μονίμως υπεραπασχολημένος με «μοναδικές εμπειρίες», αλλά και συνδεδεμένος, σε επαγρύπνηση για να πιάνει τις στιγμές, να αναρτά τις εικόνες· κι αν μείνει λίγος χρόνος να ξεκουραστεί λιγάκι και, επιτέλους, να διακόψει. Η εν λόγω αγορά καταναλώνει το ίδιο το πράγμα που πουλάει, μέχρι που τελικά μοιάζει ν’ αδειάζει από νόημα.

ΜΗ ΣΚΟΤΙΖΕΣΘΕ

Το άρθρο κλείνει με μια συμβουλή επαναστατική:

«Μη γίνεσθε ποτέ δούλος προκαθωρισμένων σχεδίων, αλλά κάνετε ό,τι σας αρέσει και προ παντός μη σκοτίζεσθε.»

Πώς θα μάθουμε να μην σκοτιζόμεθα;

Εκεί έξω έχουν μεριμνήσει και γι’ αυτό: «slow travel», «digital detox», μαθήματα ησυχίας επί πληρωμή, σεμινάρια διαλογισμού, «η τέχνη να μην κάνεις τίποτε» με χρέωση ανά διανυκτέρευση, και άλλα τέτοια ευφάνταστα και ευεργετικά. Μη σκοτίζεστε.