- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Τελικά, έχουν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν διακοπές οι Έλληνες;
Ανάμεσα στην οικονομική πίεση και στη διατήρηση της ψυχικής υγείας, οι Έλληνες συνεχίζουν να ταξιδεύουν
Τελικά, έχουν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν διακοπές οι Έλληνες; Παρά την οικονομική πίεση και το αυξημένο κόστος ζωής, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Έλληνας ταξιδεύει όλο και περισσότερο
Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, που πυροδότησε την τεράστια ενεργειακή κρίση, έως σήμερα, που η Ευρώπη δεν έχει πάψει να γειτνιάζει με εμπόλεμες συρράξεις (Μέση Ανατολή), αλλά και να βιώνει απανωτές κρίσεις με επώδυνες συνέπειες (στεγαστική, μεταναστευτική, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, δημογραφική, δημόσιου χρέους, κλιματικής αλλαγής κ.λπ.), το ζήτημα της ακρίβειας κυριαρχεί με αρνητικό πρόσημο συστηματικά στο διεθνές και εγχώριο πολιτικό γίγνεσθαι, στα δελτία ειδήσεων των 9, στις δημοσκοπήσεις και, γενικώς, στη δημόσια συζήτηση.
Πρόσφατα, στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός απάντησε σε επίκαιρη ερώτηση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ σχετικά με την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και την προστασία των νοικοκυριών από την αύξηση του κόστους ζωής και τη συνακόλουθη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης.
Διανύοντας το μέσον του καλοκαιριού, με τις διακοπές να είναι προ των πυλών για κάποιους, αλλά άπιαστο όνειρο για άλλους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το έτος 2024 («Έρευνα Ποιοτικών Χαρακτηριστικών Ημεδαπών Τουριστών», 24/7/2025), που είναι τα πιο πρόσφατα και σύμφωνα με τα οποία οι οικονομικοί λόγοι (57,5%) προβάλλονται από τους πολίτες με τεράστια διαφορά από τους -δεύτερους στη λίστα- λόγους υγείας (21,7%) ως η βασικότερη αιτία μη πραγματοποίησης ταξιδιών, ανάγοντας την ακρίβεια σε πρωταρχικό παράγοντα κοινωνικού αποκλεισμού και τη δυνατότητα για διακοπές σε δείκτη κοινωνικής ανισότητας.
Με βάση την ίδια στατιστική πηγή, τα ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν για προσωπικούς λόγους (ανάπαυση, αναψυχή, διακοπές, επίσκεψη σε συγγενείς και φίλους κ.λπ.) ανήλθαν στο 96,4% του συνόλου (το υπόλοιπο 3,6% αφορούσε επαγγελματικά ταξίδια). Ωστόσο, παρά το δυσοίωνο οικονομικό κλίμα, το 2024 παρατηρήθηκε αύξηση σε σχέση με το 2023 κατά 4,7% στα άτομα που πραγματοποίησαν τέτοια ταξίδια, κατά 4,4% στον αριθμό των ταξιδιών, κατά 7,5% στις αντίστοιχες δαπάνες, καθώς επίσης αύξηση κατά 5% στον αριθμό των διανυκτερεύσεων.
Όλες οι ενδιάμεσες ηλικιακές ομάδες στο εύρος των 15-64 ετών μπόρεσαν να ταξιδέψουν περισσότερο σε ποσοστό από 4,6% έως 10,2%, να συμπεριλάβουν περισσότερες διανυκτερεύσεις στα ταξίδια τους σε ποσοστό από 3,2% έως 20,2%, αλλά και να ξοδέψουν περισσότερα από 4,6% έως 24,2%. Σημειωτέον ότι οι μεγαλύτερης διάρκειας διανυκτερεύσεις (15 ημέρες και άνω) σημείωσαν αύξηση κατά 12%. Η ηλικιακή ομάδα των 65+ ετών προέβη μεν συγκριτικά σε λιγότερα ταξίδια (-4,1%), ωστόσο όσοι ταξίδεψαν πραγματοποίησαν ελαφρώς περισσότερες διανυκτερεύσεις (0,5%) και δαπάνησαν κατά 7% περισσότερα χρήματα.
Επιπλέον, τα προσωπικά ταξίδια προς ενοικιαζόμενα καταλύματα (ξενοδοχεία, κάμπινγκ, ενοικιαζόμενα δωμάτια και κατοικίες) σημείωσαν αύξηση κατά 11,7%, με αντίστοιχη μείωση (-1,5%) της παραμονής σε ιδιόκτητες εξοχικές κατοικίες και καταλύματα που παρέχονται δωρεάν από συγγενείς και φίλους (μαρτυρώντας, ίσως, ότι η παραδοσιακή λύση του «εξοχικού στο χωριό» υποχωρεί σταδιακά μπροστά στην αξιοποίηση αυτών των κατοικιών μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης σε ξένους τουρίστες ως πρόσθετη πηγή οικογενειακού εισοδήματος).
Τέλος, οι μεταφορές με εναέρια και θαλάσσια μέσα για την πραγματοποίηση αυτών των ταξιδιών σημείωσαν αύξηση κατά 17% και 10,2% αντίστοιχα, πολύ μεγαλύτερη της μόλις κατά 0,5% αύξησης της χρήσης χερσαίων μέσων (ίσως επειδή το κόστος των καυσίμων και των διοδίων κατέστησε τις οδικές μεταφορές εξίσου ασύμφορες), παρά το γεγονός ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στις μεταφορές, που αντανακλά το συνολικό κόστος μετακίνησης, συμπεριλαμβανομένων των επιβατικών μεταφορών, ήταν αυξημένος κατά 3,6% το 2024 σε σχέση με το 2023.
Εν ολίγοις, η σχέση μεταξύ μακροοικονομικού πλαισίου (πόλεμοι, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός) και μικροοικονομικής επίδρασης (τουριστική συμπεριφορά) δεν φαίνεται να είναι όσο άμεση και αιτιώδης θα περίμενε κανείς, αφού η τουριστική αγορά εσωτερικού παραμένει δυναμική, παρά την ακρίβεια, ενώ αποκαλύπτει και την ύπαρξη κάποιας απόστασης ανάμεσα σε υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις («δεν μπορώ να πάω διακοπές») και σε πραγματικά στοιχεία στατιστικής αποτύπωσης, υπό την έννοια ότι τα «χτυπήματα» της ακρίβειας δεν φαίνεται να έχουν μειώσει ποσοτικά τα ταξίδια, τις διανυκτερεύσεις και τις αντίστοιχες δαπάνες ούτε, την ίδια στιγμή, η αύξηση του κόστους των μεταφορών φαίνεται να απέτρεψε την εντονότερη χρήση αεροπορικών και θαλάσσιων μέσων μετακίνησης προς ταξιδιωτικούς προορισμούς.
Ο συνδυασμός των παραπάνω ευρημάτων συνθέτει ένα ενδιαφέρον αφήγημα: ότι η οικονομική πίεση δεν έχει εξαφανίσει την ανάγκη για ταξίδι, η οποία διατηρείται ανθεκτική, ούτε έχει λειτουργήσει καταστρεπτικά για την ταξιδιωτική συμπεριφορά, αλλά μάλλον έχει συμβάλει στην αναδιαμόρφωσή της. Ωστόσο, ένα τέτοιο αφήγημα στηρίζεται σε δύο πυλώνες και σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, οι οποίες συνυπάρχουν.
Από τη μία πλευρά, η αύξηση των ταξιδιών μπορεί να ερμηνευτεί ως ικανοποίηση μίας υπέρτερης ανάγκης για ψυχολογική ανάκαμψη από τον αποκλεισμό της πανδημίας και τις δυσάρεστες επιπτώσεις απανωτών κρίσεων, που οδηγούν τους ανθρώπους στην επιθυμία να επενδύουν περισσότερο σε ψυχο-συναισθηματικές εμπειρίες εις βάρος άλλων υλικών καταναλωτικών δαπανών, δεδομένου ότι οι διακοπές στις σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι μόνο αγαθό κατανάλωσης, αλλά επιπλέον στοιχείο κοινωνικής συμμετοχής, δείκτης ποιότητας ζωής, ένδειξη ψυχικής υγείας και οικογενειακής συνοχής, αλλά και μέσο επιβίωσης απέναντι στην καθημερινή εργασιακή εξουθένωση (burnout). Αυτή η αύξηση μπορεί, επίσης, να εξηγηθεί από τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος των πολιτών σε πιο κοντινούς-οικονομικούς προορισμούς και από τη συνδυαστική αξιοποίηση μεγαλύτερου αριθμού ταξιδιωτικών προσφορών και εκπτωτικών πακέτων, που παραπέμπουν σε συνετότερη διαχείριση του διαθέσιμου budget των διακοπών.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η αύξηση των ταξιδιών δεν συνεπάγεται απαραίτητα καλύτερο βιοτικό επίπεδο ούτε αποδεικνύει κατ’ ανάγκην μεγαλύτερη οικονομική ευημερία. Αναμφίβολα, μία ενεργή ομάδα πολιτών συνεχίζει να ταξιδεύει και, κατά πώς φαίνεται, να αυξάνει τις δαπάνες της (λόγω και της πληθωριστικής αύξησης των τιμών). Αν, όμως, περιοριστούμε σε μία οριζόντια ανάγνωση των αριθμών και σταθούμε με παρωπίδες μόνο σε αυτό το στοιχείο, κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από τη «στατιστική ψευδαίσθηση» της ευμάρειας, κλείνοντας αδιάφορα και προκλητικά τα μάτια σε μία άλλη ομάδα πολιτών, οι οποίοι εν τοις πράγμασι αποκλείονται από τα ποικίλα οφέλη της ταξιδιωτικής κατανάλωσης λόγω σημαντικών οικονομικών περιορισμών και, αντ’ αυτού, βιώνουν έντονα, χωρίς άλλη επιλογή, τις αρνητικές συνέπειες υπαρκτών κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων.
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται την ανθεκτικότητα της αγοράς ως δείκτη οικονομικής υγείας και η αντιπολίτευση να χρησιμοποιεί τα στατιστικά μεγέθη του αποκλεισμού ως απόδειξη μίας κοινωνίας δύο ταχυτήτων. Ασχέτως επιδιωκόμενων πολιτικών σκοπιμοτήτων, το βέβαιο από κάθε άποψη είναι ότι η ακρίβεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά ως μία δομική στρέβλωση, που επηρεάζει κυρίως με κάθετο παρά οριζόντιο τρόπο τη διαβίωση των πληθυσμιακών στρωμάτων.