Κοινωνια

Μήπως ήρθε η ώρα για ένα πιο ήσυχο καλοκαίρι;

Από τα beach bars μέχρι τις γεμάτες παραλίες, ο μεγαλύτερος ίσως καλοκαιρινός πλούτος είναι πλέον η σιωπή

Επιστήμη Μπινάζη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η τουριστική βιομηχανία πουλάει εικόνες γαλήνης, αλλά συνεχίζει να επενδύει στον θόρυβο. Μήπως ήρθε η ώρα για ένα πιο ήσυχο καλοκαίρι;

Ακούω ένα κοντσέρτο για πιάνο μέσα σε ένα χωράφι στρωμένο με πευκοβελόνες, σε ένα χωριό της Πελοποννήσου. Ο βόμβος των παραλιακών μπαρ έρχεται από πολύ μακριά και, ευτυχώς, δεν διασπά την προσπάθειά μας να συντονιστούμε στην τονικότητα του σολίστ, που παίζει σε ένα πιάνο με ουρά κάτω από τα πεύκα. Πώς διάολο το μετέφεραν σε αυτή την αυλή;

Οι λευκές πλαστικές καρέκλες έχουν, εν τω μεταξύ, περάσει επιτυχώς τις εξετάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης. Επιβίωσαν παντού, άντεξαν στον χρόνο και έγιναν πλέον ένα είδος cult product design με το οποίο συμφιλιώθηκε η αισθητική μας. Σαν να υπήρχαν πάντα εκεί: στα πανηγύρια, στις αυλές, στα εξοχικά, στις συνελεύσεις συλλόγων και τώρα σε ένα αυτοσχέδιο υπαίθριο ωδείο ανάμεσα στα πεύκα.

Το καλοκαίρι, τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει μαρτύριο για όσους αναζητούν λίγη ησυχία.

Αν ο ήχος του καλοκαιριού είναι ο τζίτζικας που σκάει από τη ζέστη, ο παφλασμός ενός κύματος, ένας πελαργός που κρώζει, ένας κόκορας που σε ξυπνάει ή η καμπάνα ενός ξωκλησιού, τότε βρισκόμαστε γενικώς στο λάθος μέρος, τη λάθος εποχή. Εκείνοι που λένε ότι τον Σεπτέμβριο είναι ωραιότερα τα νησιά και γενικότερα η Ελλάδα δεν περιγράφουν τη φύση. Περιγράφουν μια ανθρώπινη κατάσταση. Για την ακρίβεια, περιγράφουν την απουσία των ανθρώπων.

Παρόλο που το εφευρετικό τουριστικό marketing έχει σκαρφιστεί μέχρι και μποστάνια μέσα σε πολυτελή ξενοδοχεία για να προσφέρει στον επισκέπτη το περιβόητο «authentic experience», δεν έχει δημιουργήσει ακόμη αρκετές επιλογές για όσους θέλουν να κάνουν διακοπές... από τον θόρυβο. Οργανωμένες παραλίες, ξενοδοχεία και κάμπινγκ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη μουσική ένταση ως αυτονόητη υποχρέωση απέναντι στον πελάτη. Λες και ο άνθρωπος που πλήρωσε ξαπλώστρα δικαιούται υποχρεωτικά μαζί και ένα ηχητικό βασανιστήριο.

Τα υπερβολικά ντεσιμπέλ δεν εξυπηρετούν όσους ακούν τον υπόλοιπο χρόνο κλασική μουσική, τζαζ ή, ακόμη χειρότερα για τη βιομηχανία της μουσικής, τίποτα απολύτως. Οι ανθρώπινες φωνές, που στην παραλία μετατρέπονται εύκολα σε τσιρίδες, δεν υπάρχουν με τέτοια ένταση στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν τον χειμώνα κλεισμένοι στις πολυκατοικίες. Μεσολαβούν ντουβάρια, πόρτες και κουφώματα με διπλά τζάμια. Αυτές οι σκέψεις δεν αφήνουν έναν άνθρωπο να απολαύσει ένα μπάνιο για το οποίο έχει περάσει μποτιλιάρισμα, ταλαιπωρία, περπάτημα σε μονοπάτια, μια ελαφριά ηλίαση, την απώλεια μιας σαγιονάρας την ώρα που σκαρφάλωνε σε έναν αιχμηρό βράχο.

Το καλοκαίρι όλες οι οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες βγαίνουν στη φόρα. Τα ανθρώπινα καραβάνια στις παραλίες με κάνουν συχνά να σκέφτομαι εικόνες μετακίνησης πληθυσμών. Άνθρωποι που κουβαλούν ομπρέλες, ψυγεία, στρώματα, πετσέτες, παιχνίδια, καρέκλες, φαγητά, αλλαξιές και τάπερ και εκθέτουν, μοιραία, την οικογενειακή τους συνθήκη στα μάτια τρίτων. Καβγάδες ζευγαριών. Απαιτητικά και ανυπάκουα παιδιά. Ένας άβουλος σύζυγος. Μια ευέξαπτη μητέρα. Ένας παππούς που ψάχνει πού άφησε τα γυαλιά του. Μια παρέα που αισθάνεται ότι η προσωπική της ευθυμία αποτελεί δημόσιο αγαθό.

© Antonio Araujo / Unsplash

Εδώ υπάρχει σοβαρό business opportunity. Κάμπινγκ στα οποία θα τηρούνται πραγματικά οι ώρες κοινής ησυχίας. Παραλίες χωρίς ηχεία. Beach bars που θα παίζουν χαμηλόφωνα κλασική ή ambient μουσική, θα προσφέρουν μαθήματα γιόγκα και θα αντιμετωπίζουν τη σιωπή ως υπηρεσία.

Στο εξωτερικό η τάση έχει ήδη αποκτήσει όνομα: silent tourism, quiet travel ή, κάπως πιο χαριτωμένα, quietcations. Ταξίδια χωρίς αδιάκοπο πρόγραμμα, χωρίς οθόνες, χωρίς δυνατή μουσική και χωρίς την υποχρέωση να αποδείξεις ότι περνάς καλά. Τουριστικές εταιρείες και ξενοδοχεία καταγράφουν αυξανόμενη ζήτηση για απομονωμένους, φυσικούς προορισμούς, ενώ οι αναζητήσεις για «quiet places» και «calm places» έχουν αυξηθεί σημαντικά στις ταξιδιωτικές πλατφόρμες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ησυχία πωλείται πλέον ως wellness, ως αποσύνδεση από την τεχνολογία και ως αποκατάσταση ενός νευρικού συστήματος που δουλεύει όλο τον χρόνο στο κόκκινο. Η ειρωνεία είναι ότι τα ίδια τα beach bars φαίνεται να το γνωρίζουν. Αρκεί να δει κανείς πώς διαφημίζουν τον εαυτό τους στο Instagram. Στα βίντεο δεν ακούγεται συνήθως το ηχείο που βαράει δίπλα στην ξαπλώστρα, ούτε η φωνή του DJ, ούτε η παρέα που ουρλιάζει επειδή... ούτε κι αυτοί ξέρουν. Επειδή γιορτάζουν τη ζωή. Βλέπουμε ένα άδειο κύμα, μια κουρτίνα που κινείται από τον αέρα, ένα κοκτέιλ δίπλα στη θάλασσα, φύλλα φοίνικα και έναν ήλιο που δύει σχεδόν αθόρυβα. Που δύει με τόσο ησυχία ο ήλιος, ρε παιδιά, το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα; Να πάμε κι εμείς.

Η επιχείρηση πουλάει στα social media τη σιωπή που αρνείται να προσφέρει στον πραγματικό της πελάτη. Πρόκειται για αξιοθαύμαστο marketing. Σαν να διαφημίζει ένα εστιατόριο τη μυρωδιά ενός φρεσκοφουρνισμένου ψωμιού και, όταν φτάσεις εκεί, να σου σερβίρει ψωμάκια του τοστ.

Οι επιχειρηματίες έχουν συνδέσει τα ντεσιμπέλ με κατανάλωση. Την ίδια στιγμή διαβάζουμε διαρκώς ότι η Gen Z πίνει λιγότερο ή, τουλάχιστον, αντιμετωπίζει το αλκοόλ με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Στην Ευρώπη σχεδόν ένας στους τρεις νέους της Gen Z δηλώνει ότι έχει περιορίσει την κατανάλωσή του, ενώ στις ΗΠΑ η συνολική κατανάλωση αλκοόλ έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με τη μεγαλύτερη υποχώρηση να καταγράφεται στις νεότερες ηλικίες. Η τάση δεν σημαίνει ότι μια ολόκληρη γενιά έγινε ξαφνικά απολύτως νηφάλια. Δείχνει όμως ότι το αλκοόλ χάνει σταδιακά τον ρόλο του ως αυτονόητου πρωταγωνιστή κάθε κοινωνικής εξόδου.

Γιατί, λοιπόν, συνεχίζουμε να οργανώνουμε την καλοκαιρινή εμπειρία σαν να βρισκόμαστε ακόμη στα τέλη της δεκαετίας του '90; Δυνατή μουσική από το μεσημέρι, μπουκάλια μέσα σε σαμπανιέρες, DJ sets, φωτορυθμικά και η μόνιμη εντύπωση ότι, εάν δεν μπορείς να συνομιλήσεις με τον διπλανό σου, τότε περνάς κα-τα-πλη-κτι-κά. Πόσο αναχρονιστική μπορεί να γίνει μια βιομηχανία που κατά τα άλλα μιλάει ασταμάτητα για εμπειρίες, ευεξία, βιωσιμότητα και εξατομικευμένες υπηρεσίες; Το καλοκαίρι, ενώ θεωρητικά ενδείκνυται για επαφή με τη φύση, καταλήγει συχνά σε μια άσκηση αναγκαστικής συνύπαρξης με ανθρώπους με τους οποίους δεν θα ήθελες να μοιραστείς ούτε το οξυγόνο σου.

Ο διαχωρισμός δεν είναι ταξικός, οικονομικός ή γεωγραφικός. Στη βαλκανοκρατούμενη πλέον Βόρεια Ελλάδα έχω μοιραστεί παραλία με Βούλγαρους βυθισμένους στη λογοτεχνία, οι οποίοι στη συνέχεια σηκώθηκαν και επιδόθηκαν σε ασκήσεις που μου φάνηκαν κάτι μεταξύ τάι τσι και πρωινού χαιρετισμού στον ήλιο, στον Χριστό, στον καπιταλισμό. Κάποια στιγμή σταμάτησα να αγαπώ τις παραλίες. Ορέγομαι τις ιδιωτικές. Σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Ναι, εννοείται πως υπάρχουν.

Μαζί με εμένα, χιλιάδες συμπολίτες μου χρειάζονται ησυχία.

Σας εύχομαι καλές quietcations!