Ελλαδα

Η πρωτοφανής αδικία της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής

Η εκτόξευση των βάσεων σε κρίσιμα επιστημονικά πεδία απειλεί να αποκλείσει φέτος ακόμη και μαθητές με υψηλές επιδόσεις

Κώστας Κυριακόπουλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κυβέρνηση μιλά για επιστροφή των νέων επιστημόνων, όμως η λειτουργία της ελάχιστης βάσης εισαγωγής ωθεί ολοένα περισσότερους μαθητές προς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή το εξωτερικό.

Έχουν ειπωθεί πολλά για τις Πανελλαδικές, την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (εφεξής ΕΒΕ), τις αγωνίες χιλιάδων παιδιών, οικογενειών που μετρούν ευρώ το ευρώ και πολλά πολλά άλλα. Φέτος, όμως, υπάρχει σε εξέλιξη μια πολύ μεγάλη, πρωτοφανής, από τότε που υπάρχει η ΕΒΕ, εξέλιξη.

Για πρώτη φορά λένε οι αναλυτές και όσοι έχουν ειδική γνώση, θα μείνει εκτός Ανώτατης Εκπαίδευσης πολύ μεγαλύτερος αριθμός υποψηφίων που πήγαν καλά στις Εξετάσεις αλλά δεν άγγιξαν τα επίπεδα του άριστου, αν και για τους τελευταίους και σε αρκετές σχολές υψηλής ζήτησης ο κλοιός είναι εξαιρετικά απειλητικός. Έχουμε να κάνουμε με εξαιρετικά σοβαρό θέμα, με πολύ κρίσιμες κοινωνικές αλλά και πολιτικές διαστάσεις.

Η κατάφωρα άδικη εξίσωση των υποψηφίων των οποίων ο μέσος όρος κυμαίνεται από 13-15 με τις επιδόσεις όλων όσοι είχαν επιδόσεις κάτω από τη βάση. Θεωρητικά, για την αποφυγή του φαινομένου να εισάγεται κάποιος στο Πανεπιστήμιο έχοντας γράψει ως μέσο όρο 8-9 με άριστα το 20, φτιάχτηκε η ΕΒΕ. Μόνο που φέτος εξελίσσεται σε κάτι που απαιτεί την άμεση –αμεσότατη– αφύπνιση της κυβέρνησης που, μη γελιόμαστε, δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει την πρωτοφανή αδικία ευρισκόμενη σε υπνηλία, ιδίως την ώρα που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και πλήθος κυβερνητικών στελεχών, επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι κάνουν τα πάντα για να επιστρέψουν τα καλά μυαλά των νέων Ελλήνων από το εξωτερικό και όχι να φύγουν ή ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια λειτουργούν ως επιλογή και όχι ως αναγκαστικός μονόδρομος λόγω της πρωτοφανούς στρέβλωσης της γραφειοκρατικής αγκύλωσης που προκαλεί η ΕΒΕ.

Φέτος, λοιπόν, η αύξηση των αριστούχων στη Φυσική —σχεδόν τριπλασιασμός σε σχέση με πέρυσι— εκτινάσσει τις ΕΒΕ στο 2ο και στο 3ο επιστημονικό πεδίο, με αποτέλεσμα να αναμένεται πιεστική άνοδος στις βάσεις για Πολυτεχνικές και Ιατρικές σχολές αλλά και σε ορισμένες σχολές της θετικής κατεύθυνσης, όπως το Φυσικό του ΕΚΠΑ. Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο και πάλι για πάνω από 10.000 κενές θέσεις σε δημόσια πανεπιστήμια —θέσεις που υπάρχουν, χρηματοδοτούνται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τις καταλάβει επειδή δεν πέρασε το ελάχιστο όριο του πεδίου του, ακόμη κι αν η επίδοσή του ήταν αντικειμενικά καλή, όπως δηλαδή συμβαίνει και φέτος αλλά με ιδιαίτερη κορύφωση.

© Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi

Η ΕΒΕ δεν είναι σταθερό όριο αξιοκρατίας, είναι κινούμενος στόχος. Καθορίζεται από το 80% του μέσου όρου των υποψηφίων κάθε πεδίου, που σημαίνει ότι η επιτυχία ενός παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από τη δική του προσπάθεια, αλλά και από το πόσο καλά τα πήγε η «γενιά» του. Ένας μαθητής με βαθμό 15 ή 16 μπορεί να μείνει εκτός, όχι επειδή απέτυχε, αλλά επειδή έτυχε να εξεταστεί μια χρονιά όπου οι υπόλοιποι τα πήγαν καλύτερα. Πέντε χρόνια μετά τη θέσπισή της, τα απολογιστικά στοιχεία του ίδιου του υπουργείου Παιδείας μιλούν καθαρά: πάνω από 160.000 υποψήφιοι έχουν αποκλειστεί συνολικά από το 2021 ως το 2025, ενώ οι κενές θέσεις στο ίδιο διάστημα ξεπερνούν τις 57.000-61.000, ανάλογα με την πηγή καταμέτρησης. Δύο αριθμοί που δεν θα έπρεπε να συνυπάρχουν σε ένα σύστημα που λειτουργεί λογικά: παιδιά που θέλουν να σπουδάσουν από τη μια και άδειες θέσεις χρηματοδοτημένες από το κράτος από την άλλη, ενώ παράλληλα λειτουργεί ένας μηχανισμός, η ΕΒΕ, που κρατά πολύ μεγάλη μάζα ικανών, εκτός των Πανεπιστημίων ή των σχολών που αποτελούν πρώτη τους επιλογή.

Το κοινωνικό βάρος αυτής της πολιτικής δεν κατανέμεται εξίσου. Μια οικογένεια με εισόδημα μπορεί να απαντήσει στην αδικία της ΕΒΕ με φροντιστήρια, με ιδιωτικό πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, με σπουδές στο εξωτερικό ή την επιλογή για εισαγωγή σε ένα ανάλογο Τμήμα σε άλλη ελληνική πόλη που όλοι ξέρουμε ότι η οικονομική επιβάρυνση για μία οικογένεια ελάχιστα διαφέρει από μία λογική επιλογή στο εξωτερικό. Μια οικογένεια χωρίς αυτή τη δυνατότητα βλέπει το παιδί της να μένει εκτός, τελεία. Είναι ακριβώς το σημείο όπου η υποτιθέμενη «αξιοκρατία» της ΕΒΕ συστήνεται ως ταξικό φίλτρο, όχι ακαδημαϊκό.

Και ακριβώς εδώ είναι που πρέπει να απαντήσει όσο γίνεται πιο γρήγορα η κυβέρνηση όχι μόνο διότι την ερχόμενη εβδομάδα ανακοινώνονται οι βάσεις και τα παιδιά θα κληθούν να συντάξουν τα μηχανογραφικά τους αλλά γιατί πρέπει να είναι συνεπής στις πολιτικές της δεσμεύσεις: Ενίσχυση και όχι απαξίωση του Δημόσιου Πανεπιστημίου με την ΕΒΕ να σπρώχνει δια της βίας –με πρωτοφανή αγριότητα φέτος– τα παιδιά είτε εκτός Ανώτατης Μόρφωσης, είτε προς τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, είτε εκτός Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση εκτός των διαθέσιμων θέσεων φοίτησης στα Δημόσια Πανεπιστήμια, οι οποίες ήδη χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τις θυσίες των Ελλήνων φορολογουμένων, δηλαδή.

Η ίδια κυβέρνηση που διαφημίζει προγράμματα επιστροφής επιστημόνων και νέων από το εξωτερικό, που μιλά για «brain gain» και επαναπατρισμό μυαλών, αφήνει ανέγγιχτο έναν μηχανισμό που ολοένα και περισσότερο ωθεί στρατιές δυνητικών Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό για να οδηγήσει μετά σε ηρωικές καμπάνιες για την επιστροφή τους στην πατρίδα. Η γραφειοκρατική αδράνεια γύρω από την ΕΒΕ δεν είναι ουδέτερη· λειτουργεί ενεργά υπέρ της διαρροής, ακριβώς την ώρα που η επίσημη ρητορική υπόσχεται το αντίθετο.

Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνικό ζήτημα εκπαιδευτικής στατιστικής, με ανακοινώσεις συντελεστών σε ΦΕΚ, με δηλώσεις αναλυτών για το πόσες χιλιάδες θέσεις θα μείνουν και φέτος κενές, σαν να μιλάμε για καιρικό φαινόμενο και όχι για συνειδητή πολιτική επιλογή με πρόσωπα, οικογένειες και ζωές πίσω από κάθε αριθμό. Νομικές λύσεις υπάρχουν, έστω και προσωρινής αναστολής της ΕΒΕ ή «παγώματος» της ανόδου της σε ένα ορισμένο ασφαλές για όλους επίπεδο. Τα success story δεν γράφονται χωρίς πρωτοβουλίες, έστω και της τελευταίας στιγμής, άλλωστε εκεί φαίνεται η τεχνοκρατική ικανότητα ενός μηχανισμού να αντιμετωπίσει στρεβλώσεις που οδηγούν σε τεράστια κοινωνικά προβλήματα. Τα οποία, ιδίως σε προεκλογικές περιόδους, διογκώνονται σε απρόβλεπτο σημείο. Οι επαναπροσδιορισμοί σε ένα σύστημα δεν είναι ομολογία αποτυχίας. Απεναντίας, είναι απόδειξη ικανότητας αντίληψης και ευελιξίας.