Ελλαδα

Ευάγγελος Βενιζέλος: Ο Διονύσης Σαββόπουλος ως δάσκαλος του έθνους

Ένας διανοούμενος σε επίπεδο εθνικού αφηγητή

A.V. Guest
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Διονύση Σαββόπουλου, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα(Εκδόσεις Πατάκη, 2025) στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή επίσης του Χρήστου Χωμενίδη, του Νικόλα Σεβαστάκη και του Σωκράτη Σινόπουλου. Συντονισμός, Ελένη Κεχαγιόγλου (9.5.2026)

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι καθηγητής στο ΑΠΘ, συγγραφέας, πολιτικός και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Επιτρέψτε μου να αρχίσω εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη μου για ένα δώρο που μου έχει κάνει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τον Μάιο του 2024 κάναμε οι δυο μας μια συζήτηση στο πλαίσιο του Συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών που ήταν αφιερωμένο στην Καμπύλη της Μεταπολίτευσης, με αφορμή τα 50 χρόνια από το 1974. Αυτή η συζήτηση - την έχει παρακολουθήσει η Άσπα - τελειώνει με ένα μικρό θούριο που συνέθεσε αυτοστιγμεί ο Διονύσης Σαββόπουλος, στο οποίο αναφέρεται και το όνομά του και το όνομά μου και έτσι ο μελλοντικός μελετητής του έργου του, δίπλα στην Άννα, τον Αλέξη, θα ψάχνει να βρει και ποιος είναι ο Βαγγέλης. Και αυτό το θεωρώ πολύ μεγάλη ευλογία.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος λειτούργησε έτσι όπως λειτούργησε στην προσωπική περιπέτεια του Χρήστου Χωμενίδη, γιατί ήταν και είναι πάντα κατά βάθος ιερατικός. Έχει ένα έντονο θεολογικό και ποιμαντικό ταυτόχρονα στοιχείο. Και για τον λόγο αυτό αυτοπαρουσιάζεται ως τριαδικός. Τριαδικός είναι ο Θεός, είναι η Αγία Τριάδα, το τριαδικό δόγμα. Αλλά είναι και ο Διονύσης που διασπάται σε Διονύση, Νιόνιο και Σαββόπουλο που είναι τρεις όψεις του αυτού τελικώς προσώπου. Ίσως για αυτό τόνιζε πάντα ότι θέλει να τον γιορτάζουμε ως θεό του Ολύμπου στις 23 Ιανουαρίου που είναι του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω. Δεν ήθελε ούτε του Αρεοπαγίτη, ούτε του εκ Ζακύνθου.

Και φυσικά τώρα μιλάμε για τον Διονύση Σαββόπουλο μετά το βιβλίο, που είναι εξομολογητικό και μετά το ντοκιμαντέρ που χάρη στον Παύλο Τσίμα και τους άλλους δημιουργούς και κυρίως στα σκίτσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, έχει συγκροτήσει το σώμα της εισφοράς του Διονύση Σαββόπουλο. Τον έχει καταστήσει πια οπτικοακουστική κληρονομιά, πέραν όλων των άλλων, και νομίζω ότι επιβάλλει την οπτική γωνία από την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε τον Διονύση.

Είπα ότι ο Διονύσης είναι θεολογικός, γιατί είναι αποφατικός. Είναι πάντα και το ένα και το άλλο. Είναι αυτό που λέμε «η βάτος η φλεγομένη και μη καιομένη». Είναι παιδί πάντα και παππούς. Είναι ιδιωτικός πάντα και δημόσιος. Είναι καλλιτέχνης αλλά είναι πέρα από αυτό και διανοούμενος σε επίπεδο εθνικού αφηγητή. Είναι άλλο να είσαι καλλιτέχνης, άλλο να είσαι διανοούμενος και άλλο να είσαι εθνικός αφηγητής. Δεν τολμώ να πω εθνικός ποιητής, για λόγους οι οποίοι είναι προφανείς, αλλά πάντως εθνικός αφηγητής είναι. Είναι και μουσικός και ποιητής, και Θεσσαλονικιός και Αθηναίος, και αριστερός και δεξιός, και κοσμοπολίτης και πατριώτης, και τρυφερός και ανθεκτικός, και συμφιλιωτικός και συγκρουσιακός, και εξομολογητικός άρα ζητάει συγχώρεση και συγχωρητικός ο ίδιος, δηλαδή δίνει συγχώρεση. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία γιατί ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι, όπως είπα και προηγουμένως , πρόσωπο αλλά είναι και περσόνα ταυτοχρόνως. Είναι θεολογικός, είναι προφανώς και θύραθεν και είναι και καμπυλώδης.

Η διαδρομή του είναι μακρά και ακολουθεί την καμπύλη της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Διασχίζει επτά δεκαετίες, αν το σκεφτείτε. Απ' τη δεκαετία του '60, του '70, του '80, του '90, του 2000, του 2010, φτάνει στη δεκαετία του 2020. Φανταστείτε πόσα πράγματα διαπερνά. Είναι συνεπώς κάτι πολύ περισσότερο από την επιτομή της Μεταπολίτευσης, γιατί πολύ συχνά τον χαρακτηρίζουμε ως μουσική και εν πολλοίς ποιητική επιτομή της Μεταπολίτευσης, αλλά εκφράζει και τη νομοτελειακή πορεία εισόδου σε αυτήν και την ατέλειωτη, πάντα ατέλειωτη, πορεία εξόδου από αυτήν - γιατί δεν μπορούμε να εξέλθουμε.

Αυτό νομίζω ότι μας βοηθάει να αντιληφθούμε την ποιητική του που είναι και η τραγουδιστική του. Η οποία είναι εννοιολογική. Αν ήταν εικαστικός καλλιτέχνης θα ήταν της εννοιολογικής σχολής.

Στο έργο του Διονύση, το ποιητικό / μουσικό, συναντάμε εκφράσεις οι οποίες επικαθορίζουν τον δημόσιο λόγο, τον σηματοδοτούν, όπως συμβαίνει κυρίως με εκφράσεις που ακούγονται στην ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, δηλαδή στον όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής, στα 12 Ευαγγέλια. Οι εκφράσεις αυτές που έχουν μείνει στον δημόσιο λόγο, που αποδεικνύουν και τη συνέχεια της γλώσσας, νομίζω ότι μας δίνουν ένα εργαλείο για να αντιληφθούμε πώς πρέπει να απομονώνουμε και να αναδεικνύουμε τις εμβληματικές φράσεις με τις οποίες είναι γεμάτο το έργο του Διονύση Σαββόπουλου. Ονοματίζει τα πράγματα, εγκαθιδρύει εκφράσεις και δια του τρόπου αυτού αναλυτικά σχήματα.

Το σημαντικότερο που κάνει είναι ότι προσδιορίζει το έθνος των Ελλήνων. Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει έναν δικό του τρόπο με τον οποίο ορίζει το έθνος. Καταρχάς ορίζει την επικράτεια από την οποία πρέπει να ξεκινούμε, γιατί είναι η υλική βάση. Η επικράτειά του είναι η θάλασσα μικρή, είναι το αγέρι που φυσά, η πλατεία πού ήταν γεμάτη.

Τοποθετεί το έθνος στις περιφερειακές του ταυτότητες: εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε. Το τοποθετεί εντός της Ιστορίας. Εντός της Ιστορίας είναι ο Καραϊσκάκης, αλλά είναι και ο Καραγκιόζης. Είναι και ο παππούς σε μέρη αυτόνομα μέσα στην Τουρκοκρατία. Και βεβαίως είναι οι κοινότητες. Κι είτε με τις αρχαιότητες, είτε με ορθοδοξία, των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία.

Το κατά Σαββόπουλο έθνος πραγματικά υπερακοντίζεται, δηλαδή ξεπερνάει την εδαφικότητά του. Εκτός από την επικράτεια, υπάρχει και το μυστικό τοπίο του έθνους: καθρεφτίζει κάτι από την ηχώ του Θεού στον βυθό του Εωσφόρου. Εδώ πια ο πολιτειακός Σαββόπουλος ενώνεται απολύτως με τον θεολογικό Σαββόπουλο. Αυτή είναι η πιο ολοκληρωμένη πολιτικό - θεολογική προσέγγιση του Σαββόπουλου.

Άλλωστε ακόμη και για το έργο του, έκανε το ίδιο αποφατικό και θεολογικό σχόλιο, Του Θεού η χάρη μας φυλάει απ’ τα σουξέ. Τα οποία επιδιώκει ο καλλιτέχνης, θέλει ο ποιητής, θέλει ο δημόσιος λόγος, αλλά απ' την άλλη μεριά, καλού κακού, επειδή ο θρίαμβος από την καταστροφή απέχει ελάχιστα, μία τρίχα, ας επικαλεστούμε του Θεού τη χάρη, να μας φυλάει, εάν δεν μπορεί να μας τα δώσει.

Υπό την έννοια αυτή, πράγματι, έχει προσφέρει μία οργανωμένη πατριδογνωσία ο Σαββόπουλος, που περιλαμβάνει επίσης την πολιτική, το κόμμα που τραβά από το μανίκι τον πονηρό πολιτευτή, τις Ένοπλες Δυνάμεις, διότι δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τον Σαββόπουλο χωρίς την μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού.

Και βέβαια, στο βιβλίο ομολογείται η διακειμενικότητα. Δηλαδή, Χατζηδάκιαμ' Θουδουράκιαμ' , ο Μπάτης, ο Τσιτσάνης ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, το φορτηγό, η Συννεφούλα, η Άννα. Η προσέγγιση είναι πολύ συχνά αυτοσαρκαστική, αλλά και τρυφερή.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος συνεισέφερε στο εθνικό απόθεμα μνήμης τη δική του προσωπική μυθολογία. Την προσωπική του μυθολογία την κατέστησε συλλογική, την κατέστησε τελικώς εθνική.

Και αυτό είναι στην πραγματικότητα μία ένωση σωματική, είναι μία κοινωνία. Γιατί μας έδωσε ό,τι είχε, μας είπε το δικό του «Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα, το υπέρ ημών κλώμενον». Και ως εκ τούτου είμαστε αιωνίως ευγνώμονες, γιατί μας έχει βοηθήσει να καταλάβουμε αυτό που οφείλουμε να καταλαβαίνουμε, δηλαδή τον εαυτό μας, τον ατομικό και τον συλλογικό. Και υπό την έννοια αυτή ο Διονύσης είναι δάσκαλος του έθνους. -