Ελλαδα

Θόδωρος Παπαδόπουλος: Αντίο, Βερολίνο

Ένας άνθρωπος πιο αιρετικός και τολμηρός ακόμα και από το μπαρ του, το θρυλικό Berlin

15223-628182_0.jpg
Βάγια Ματζάρογλου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Θόδωρος Παπαδόπουλος, Berlin

Θόδωρος Παπαδόπουλος: Μια συνέντευξη του ιδιοκτήτη του μπαρ Berlin στη Θεσσαλονίκη, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό SOUL

Ένα μπαρ που πέτυχε να μοιάζει άφθαρτο, ένα landmark της underground Θεσσαλονίκης, ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας της. Δουλεύει με ένα και μοναδικό πλάνο, να προπορεύεται της εποχής, έχει τροφοδοτήσει τους θαμώνες του με ιστορίες για να διηγούνται στα εγγόνια τους. Το Berlin δεν είναι μπαρ, είναι ιδέα. Εμπνευστής της, μια μορφή του downtown. Γνωστός ως Θόδωρος ο Μπερλινάς, ο Θόδωρος Παπαδόπουλος, που έφυγε σήμερα από τη ζωή, ήταν πιο αιρετικός και τολμηρός ακόμα και από το μπαρ του.

Η μισή Θεσσαλονίκη τον γνώριζε προσωπικά, η υπόλοιπη έχει ακούσει γι’ αυτόν ή για την τεράστια συλλογή δίσκων του, ελάχιστοι ξέρουν το επίθετό του. Είναι κι αυτό στοιχείο του θρύλου που τον συνοδεύει. «Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου», μου είχε πει σε μια συνέντευξή του για το περιοδικό SOUL. Πιτσιρίκι στην Πτολεμαΐδα, αγοράζει τον πρώτο του δίσκο, μια συλλογή της εταιρείας Philips, χωρίς καν να διαθέτει πικάπ. Πρώτος μαθητής και με κλίση στη ζωγραφική. Ο πατέρας του, που επιμένει να αναζητά τις δεξιότητές του και να τον ενθαρρύνει, τον γράφει σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, όταν ο δάσκαλος αρνείται να του δώσει τη σημαία λόγω πολιτικών φρονημάτων. Ο Θόδωρος μένει στη Σταυρούπολη, λαμβάνει μαθήματα ζωγραφικής δι αλληλογραφίας και αλητεύει στην πόλη ξυπόλυτος. Κατάλληλος να δώσει 231sixties κλίμα: «Τότε δεν υπήρχαν djs, ούτε πικάπ στα μαγαζιά. Τα κλαμπ είχαν ορχήστρα live. 13 χρονών, ξέραμε πότε έρχεται ο αμερικάνικος στόλος, πού χορεύουν τα “κορίτσια”, συχνάζαμε στην οδό Ειρήνης, που την αναφέρει και ο Χριστιανόπουλος και είχε μικρά ταβερνάκια. Τρυπώναμε στα τσοντάδικα, στο “Αλέκα”, το ”Πάνθεο”, το “Λαϊκό”, το “Αττικόν”. Με τα πόδια πηγαίναμε στην Αγία Τριάδα για μπάνιο αλλά και για να ακούσουμε τα γκρουπ, Olympians, Mad, Strangers, Idols».

Η δεκαετία του ’70 τον βρίσκει στον δρόμο. Δεν είναι βιρτουόζος των σχεδίων, μαγεύεται από την κοσμοθεωρία των μπίτνικ. Το καλοκαίρι γυρίζει τα ελληνικά νησιά με τη «Μιμίκα» και βιοπορίζεται ζωγραφίζοντας. Τον χειμώνα ταξιδεύει στην Ευρώπη αλλά και στη Νέα Υόρκη. Ορκισμένος οπαδός των Velvet Underground, οργανώνει προσκυνηματικά ταξίδια στα στέκια τους. Ανοίγει το πρώτο του μπαρ στη Μύκονο. «Είχα δουλέψει ως σερβιτόρος και μπάρμαν και ήξερα τη δουλειά. Είχα και τρέλα με τη μουσική, οπότε ανοίγω ένα ροκ μπαράκι. Ξενυχτάδικο. Όλοι οι djs έρχονταν στο Marco Polo μόλις έκλειναν τα άλλα μπαρ».

Ενάμιση χρόνο μετά, το Marco Polo και η Μύκονος είναι παρελθόν. Ο Θόδωρος βρίσκεται στη Γερμανία. Στο Μίνστερ ανοίγει κλαμπ με το όνομα Europa, παίζει new wave και πανκ, καλεί συγκροτήματα από την Ολλανδία για live. Είναι όμως παράνομος. Η επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη δεν έχει κάτι το γιορταστικό. Έχει ξοδέψει όλα του τα λεφτά, πρέπει να επιστρέψει σύντομα γιατί πρόκειται να γίνει πατέρας.

Λου Ριντ: ο νονός

Ξαφνικά, η υπόθεση Berlin τού προσφέρει την πρόκληση να μείνει στην πόλη, να κάνει πράξη όσα προχώ είδε στις περιπλανήσεις του στον κόσμο. Ανοίγει το 1979. Χωρίς πλάνο και χωρίς άδεια· αυτή θα έρθει έναν χρόνο αργότερα. Η νύχτα της Θεσσαλονίκης βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοπορία, με ένα καινούργιο φαινόμενο, με μια άλλη πρόταση. Η νύχτα της Θεσσαλονίκης στα τέλη του ’70 διά στόματος Θόδωρου: «Τα πέντ’ έξι μπαρ που υπάρχουν είναι “προχωρημένες καφετέριες” συγκεκριμένης συνταγής: υποχρεωτικά κορίτσι στο μπαρ, μουσική από κασέτα, τραπεζάκια. Το Stereodisc φέρνει κλασική και τζαζ μουσική. Το Λούκυ Λουκ έχει μία κασέτα, που από τη μια μεριά γράφει “γρήγορα” κι από την άλλη “σιγανά”. Ξεχωρίζει ο Δον Κιχώτης, που φέρνει τζαζ γκρουπ για live».

Το Berlin κάνει την ανατροπή: είναι ορθάδικο, έχει ωραία αγόρια στο μπαρ και κάποιες βραδιές dj στο πικάπ. Το όνομά του προκύπτει από τον ομώνυμο δίσκο του Λου Ριντ. Η φιλοσοφία του: «Ήθελα να συνδυάσω το underground της Νέας Υόρκης, του CBGB και της γκέι κουλτούρας του Factory και του Άντι Γουόρχολ. Με είχαν εντυπωσιάσει και επηρεάσει τα γκέι μπαρ και πάρτι του εξωτερικού· ήταν αλλιώτικα. Ήθελα ένα μπαρ όπου να έρχονται όλοι, να είναι στριμωγμένοι και όρθιοι και να ακούν προχωρημένη μουσική. Αρχικά παίζουμε πανκ. Άνοιξα το μαγαζί με το “Blank Generation” του Ρίτσαρντ Χελ, ενώ έπαιζα Television ή Suicide, όταν δεν τους άκουγε κανείς».

Μέσα σε μερικούς μήνες το Berlin γεμίζει ασφυκτικά. Για όσους δεν χωρούν, υπάρχει το άχτιστο οικόπεδο απέναντι. Η γκάμα των θαμώνων του τεράστια: κυριλάτοι και πανκιά, γκέι και καθηγητές πανεπιστημίου, πρεζόνια και γραβατωμένοι, ο Σερό Αμπραχαμιάν και η Κατερίνα Γώγου, ο Μπίλι Μπο και ο Παπαντίνας («ο μόνος αυθεντικός Έλληνας ρόκερ και ως μουσική φιλοσοφία και ως κοσμοθεωρία») των Μακεδονομάχων.

μπαρ Berlin
© Λάζαρος Γραικός

Fight club

Στα χρόνια που ακολουθούν, το μπαρ αποκτά τρεις οθόνες που προβάλλουν δυσεύρετα βιντεοκλίπ, αλλά κι έναν ισχυρό αντίπαλο: τις αρχές. Η Επιχείρηση Αρετή, κατ’ εντολή του υπουργού Ιντζέ, έχει στόχο να επιβάλει την τάξη και την τήρηση του ωραρίου, όταν στις μικρές ώρες της νύχτας δεσπόζει στην ουσία μόνο το Berlin. Εκτός από το κυνηγητό της αστυνομίας, ο Θόδωρος καλείται να φέρει σε πέρας και μια άλλη κρίσιμη αποστολή: να αντιμετωπίσει τα πρεζόνια. Άλλοι θα επιχειρούσαν να ηθικολογήσουν, όμως εκείνος είναι αρκετά γενναίος, ώστε να παραδεχτεί: «Το ροκ είναι συνυφασμένο με τα ναρκωτικά. Το Berlin έχει περάσει ροκ και άγριες φάσεις που δεν πέρασε άλλο μαγαζί. Κάποια εποχή οι άνθρωποί του φοβόντουσαν να έρθουν να δουλέψουν. Δεν ήξεραν τι τους επιφυλάσσει κάθε βραδιά. Πολύ ξύλο! Όμως το καθάρισα το μαγαζί, δεν το διαπραγματεύτηκα. Έρχεται η στιγμή που αποφασίζεις αν θέλεις το μπαρ σου και τότε παίρνεις μέτρα. Το αστείο είναι ότι σήμερα περνάω από το Ναυαρίνο και κάποιοι από αυτούς που έδιωξα σηκώνονται και με ρωτούν για την υγεία μου!».

Σύντομα, η φήμη του διαδίδεται και στην Αθήνα, στο μπαρ κάνει μείξεις ο Κώστας Καπετανίδης κι ο Γιάννης Αγγελάκας, ο οποίος στη συνέχεια αναλαμβάνει και τα ντεκ. Είναι πλέον η ιδανική χρονική στιγμή να στεγαστεί η ροκ, αρχίζουν τα live: Nomads, Whipers, Yell O Yell, Villa 21, το πρώτο ever live των Last Drive. Όλα τα γκρουπ και οι καλλιτέχνες του εξωτερικού χτυπούν κάρτα μετά τις συναυλίες τους στην πόλη, στο Berlin πάρτι και σκοτωμός, στις τουαλέτες του αχαλίνωτο σεξ! Σύντομο flashback: Siouxsie, Savage Republic, ο Λουξ Ιντέριορ να σκάει με καλτσόν και γόβες μετά την πρώτη εμφάνιση των Cramps, στο Ιβανόφειο, ο Ίαν ΜακΚάλοχ να δέρνεται με θαμώνες.

Το μυαλό του Θόδωρου χτυπάει υπερωρίες, το ύφος και το στιλ της μουσικής του Berlin αλλάζουν διαρκώς. «Το πανκ γίνεται deathιά α λα Joy Division, αμερικανική ψυχεδέλεια, σκληρό γκαράζ, Fuzztones, ποπ, Smiths και Madchester, acid rock, με τον Πάκη από τον Λωτό περάσαμε σε πιο ηλεκτρονικούς ήχους… Τα μπαρ δεν αλλάζουν μουσική για να μη ρισκάρουν να χάσουν τον κόσμο τους. Εμείς το ρισκάραμε. Άλλοι μου έλεγαν “χάλασες τη μουσική”, άλλοι, “μπράβο”. Πήγαινα στο Λονδίνο, έβλεπα ποια είναι η νέα μουσική τάση και γυρνώντας έβρισκα τους αντίστοιχους djs για το Berlin. Το κριτήριο επιλογής ενός dj είναι απλό: φαντασία και αυθεντική τρέλα. Διαλέγω dj που μπορεί να κάνει την έκπληξη. Ας βάλει ένα τραγούδι και πέντε φορές, και δέκα. Ας βάλει Κέιβ και μετά Σινάτρα. Κάναμε τέτοια στο Berlin. Όλο το βράδυ hardcore και ξαφνικά Κολτρέιν μέσα στο σκοτάδι. Ή ένα βράδυ συνέχεια Whipers και το επόμενο ούτε μία φορά. Παίζαμε έτσι γιατί γουστάραμε, όχι για το δήθεν. Γενικώς, όταν έκανα το Berlin, είπα, δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλοι τρελοί που θα γουστάρουν τα ίδια πράγματα μ′ εμένα».

Η νύχτα και η πόλη

«Αν θυμάσαι τι έκανες χθες το βράδυ, σίγουρα δεν ήσουν στο Berlin»: μια από τις μεγαλύτερες αλήθειες-σλόγκαν για όσους επέλεξαν να περάσουν τη μαύρη πόρτα της Χρυσοστόμου Σμύρνης. Ακόμα και η έννοια «after» μοιάζει λίγη για να περιγράψει τις ώρες αιχμής του «Βερολίνου». «Το Berlin είναι συνυφασμένο με το extreme. Και η νύχτα, καθώς προχωράει, γίνεται πιο extreme. Η νύχτα, κατ’ εμέ, δεν είναι ομοιογενής έννοια, χωρίζεται σε δύο φάσεις: στη νύχτα πριν και στη νύχτα μετά τις 3. Όποιος βρίσκεται έξω μετά τις 3, σκέφτεται και ενεργεί διαφορετικά απ’ ό,τι πριν. Πιθανόν τον βοηθάει το αλκοόλ, που τον απελευθερώνει, πιθανόν έχουν προηγηθεί καταστάσεις που του αλλάζουν τη διάθεση. Αν έχει γνωρίσει ένα κορίτσι, είναι χαρούμενος, αν τον έχει φτύσει ένα κορίτσι, είναι λυπημένος».

Με πραγματική αγάπη για τη Θεσσαλονίκη, θεωρεί τις γκρίνιες ή τις συγκρίσεις μονότονες και πληκτικές. «Η Θεσσαλονίκη είναι αυτό που είναι. Ακούω διάφορους να λένε ότι πρέπει να γίνει, ας πούμε, Βαρκελώνη. Δε συμφωνώ. Γιατί να την κάνουμε κάτι άλλο; Άλλοι λένε ότι πρέπει να αλλάξει η παραλία και να μπουν καραβάκια. Τα καραβάκια είναι για τα νησιά, όχι για μια πόλη. Το Berlin είναι εκεί που είναι γιατί μου αρέσει η παραλία όπως ακριβώς είναι: να βγαίνεις μέρα πια από το μπαρ και να βλέπεις τη θάλασσα άδεια, με ένα-δυο φορτηγά πλοία στο βάθος. Μικρές διορθωτικές κινήσεις χρειάζεται η πόλη, μερικούς ακόμα κάδους ανακύκλωσης, για παράδειγμα. Κατά τα άλλα, αντέχεις να ζήσεις μέσα στο μπάχαλό της; Μείνε. Δεν αντέχεις; Πήγαινε να ζήσεις αλλού. Εγώ, όταν δεν αντέχω, κάνω ταξίδια. Αν και, για να πω την αλήθεια, τα ταξίδια τα κάνω για να γλιτώσω από τις γυναίκες. Στη Θεσσαλονίκη έχουμε πολύ ωραίες γυναίκες, κι απορώ πώς αντέχουμε με τόση ομορφιά γύρω μας».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάνουμε σε ένα σταθερό μοτίβο της ζωής και των αφηγήσεών του, τις γυναίκες. «Κάποτε με έδιωξαν από το γυμνάσιο, γιατί έγραφα σκονάκια με αισχρόλογα στις συμμαθήτριές μου και τα βρήκε ένας καθηγητής. Επίσης, για τα κορίτσια και μόνο επέλεξα να πάω κλασικό. Τότε ήταν δεδομένο: τα αγόρια πήγαιναν πρακτικό και τα κορίτσια κλασικό. Στην τάξη ήμασταν όλα κι όλα 2 αγόρια και 50 κορίτσια. Ο άλλος βρέθηκε κατά λάθος, εγώ ενσυνείδητα…». Ιδού και η παρακαταθήκη του για τις νεότερες γενιές επαγγελματιών: «Τα μαγαζιά που έχουν ωραίες γυναίκες παίζουν καλή μουσική. Οι γυναίκες καθορίζουν τη μουσική».

Επιστροφή στο Berlin. Ποιο είναι το feedback που παίρνει από τη Θεσσαλονίκη για το όραμά του; «Έρχεται συχνά η Αρβανιτάκη, ήρθε ο Βέντερς και φωτογραφήθηκε κάτω από την αφίσα “Τα φτερά του έρωτα”. Πάω σε καμιά τράπεζα και οι υπάλληλοι μου λένε: “Ερχόμασταν στο Berlin”. Μπορεί και να μην ήρθαν ούτε μία φορά, όμως αντιλαμβάνομαι ότι είναι credit να λέει κάποιος ότι πήγαινε Berlin, ότι έζησε κι αυτός κάποτε άγρια». Τι προβλέπει για το μέλλον του; «Δε με νοιάζει καθόλου! Το Berlin είναι πάντα παρόν». Και πάντα γενναίο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY