Ελλαδα

Ματθαίος Μονσελάς: Ο παρκαδόρος που έγινε δολοφόνος

Η ιστορία του εγκλήματος που συγκλόνισε την Ελλάδα

28058828_10215807199198740_8716476474297011906_n.jpg
Μιμή Φιλιππίδη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Δίκη Ματθαίου Μονσελά για τη δολοφονία της Γιόλας Βαγενά
© EUROKINISSI

Ματθαίος Μονσελάς: Μια δολοφονία κατά παραγγελία του θύματος, Γιόλας Βαγενά - Μια υπόθεση πρωτοφανής για τα ελληνικά δικαστικά χρονικά.

Ο 40χρονος Ματθαίος Μονσελάς εργαζόταν σε έναν χώρο στάθμευσης στη Χαριλάου Τρικούπη, όπου καθημερινά πάρκαρε το αυτοκίνητό της η Γιόλα (Γεωργία) Βαγενά, οδοντίατρος και συνομήλική του. Η Βαγενά το 1993 βίωνε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής της. Μετά από είκοσι χρόνια με τον άντρα της, εκείνος διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και αδιαφορούσε για τη γυναίκα του. Οι δικοί της άνθρωποι δε μπορούσαν να τη βοηθήσουν και η Βαγενά είχε απευθυνθεί σε ψυχίατρο. Ούτε οι ψυχοθεραπείες της όμως είχαν αποδώσει και τον τελευταίο καιρό είχε έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Δεν μπορούσε να αφαιρέσει η ίδια τη ζωή της και έψαχνε απεγνωσμένα κάποιον που θα το έκανε.

Σύμφωνα με μαρτυρίες τις αδερφής της, πολλές φορές η Γιόλα της ζήτησε να τη σπρώξει από την ταράτσα, πράγμα που φυσικά εκείνη αρνήθηκε να κάνει. Μια φορά ζήτησε από έναν ηλεκτροτεχνίτη που επιδιόρθωνε μια βλάβη στο σπίτι να της προκαλέσει θανατηφόρο ηλεκτροπληξία. Κι εκείνος φυσικά αρνήθηκε.

Τον Ματθαίο Μονσελά τον προσέγγισε φιλικά, προθυμοποιούμενη να του φτιάξει τα χαλασμένα δόντια του. Ο Μονσελάς την επισκέφτηκε στο οδοντιατρείο της, αλλά τελικά αρνήθηκε την προσφορά της από παθολογικό φόβο προς τους οδοντιάτρους. Η Γιόλα όμως είχε βρει έναν άνθρωπο να μοιράζεται τον πόνο της. Εκείνος συνέχισε να τη συναντά και να ακούει τα προβλήματά της, θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο τη βοηθούσε να τα ξεπεράσει και να βγάλει από το μυαλό της την αυτοκτονία. «Στις επισκέψεις μου στο ιατρείο, η Γιόλα μου έκανε προτάσεις να τη σκοτώσω προκειμένου να λυτρωθεί, επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τον άντρα της». Μετά τις επισκέψεις και τις συζητήσεις στο ιατρείο της, η Βαγενά άρχισε να παίρνει τον Μονσελά στις νυχτερινές βόλτες με το αυτοκίνητό της, οπότε του έλεγε ξανά και ξανά ότι δεν μπορούσε να βρει κανένα νόημα στη ζωή της και μόνη λύτρωση θεωρούσε τον θάνατο. Παρακαλούσε τον Μονσελά να τη βοηθήσει στο απονενοημένο διάβημα. Ο Μονσελάς την άκουγε ευγενικά, αλλά από την αρχή δήλωνε ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να τη σκοτώσει.

Σε μια από τις νυχτερινές τους βόλτες, η Βαγενά του έδειξε το όπλο που είχε προμηθευτεί από έναν φίλο και τον προέτρεψε να το χρησιμοποιήσει και να την απαλλάξει από τη δυστυχία της. Ο Μονσελάς το πήρε, από φόβο μήπως το χρησιμοποιήσει η ίδια. Από τότε, τον πήγαινε πολλές φορές σε ερημικές τοποθεσίες της Κορίνθου, της Χαλκίδας, της Λαμίας και της Αττικής. Και κάθε φορά του ζητούσε να την πυροβολήσει λέγοντας ότι δεν τους έβλεπε κανείς στην ερημιά.

Δίκη Ματθαίου Μονσελά για τη δολοφονία της Γιόλας Βαγενά
© EUROKINISSIΔίκη Ματθαίου Μονσελά για τη δολοφονία της Γιόλας Βαγενά

Στις 11 Ιανουαρίου 1994, σε μια από τις νυχτερινές τους βόλτες, έφτασαν μέχρι τη Βραυρώνα. Σε όλη τη διαδρομή η Βαγενά ζητούσε επίμονα και για πολλοστή φορά από τον Μονσελά να τη σκοτώσει. Όταν έφτασαν σε ένα ήσυχο και απομονωμένο σημείο σταμάτησαν και βγήκαν από το όχημα. Εκείνος είχε μαζί του το όπλο. «Άντε, καλά είναι εδώ, ας τελειώνουμε» είπε η Βαγενά, φόρεσε ωτοασπίδες και γύρισε την πλάτη στον Μονσελά. Ο Μονσελάς την πυροβόλησε για να την τραυματίσει, μήπως και συνέλθει από το σοκ. «Εγώ με το πιστόλι που εκείνη τη στιγμή γέμισα, ή μάλλον όπλισα, πυροβόλησα από απόσταση δύο περίπου μέτρων τρεις φορές κατ’ αυτής. Αυτή τότε έπεσε κάτω και καθώς έπεφτε άκουσα ένα βογκητό της», είπε αργότερα ο δράστης στην απολογία του.

Αφού η Βαγενά έπεσε νεκρή, ο Μονσελάς μπήκε στο αυτοκίνητο και έκανε πολλές βόλτες στην περιοχή. Μετά εγκατέλειψε το όχημα, πέταξε το όπλο και τα κλειδιά και συνέχισε με τα πόδια. Περιπλανήθηκε πολλή ώρα, ώσπου βγήκε σε κεντρικό δρόμο και με ωτοστόπ έφτασε στη Γλυφάδα. Από εκεί πήρε ταξί και πήγε στο πάρκινγκ της Χαριλάου Τρικούπη την ώρα που άρχιζε η βάρδιά του. Στο μεταξύ το πτώμα της Βαγενά είχε βρεθεί και είχε αρχίσει η έρευνα των αστυνομικών αρχών για την αναζήτηση του δράστη. Δεν άργησαν να φτάσουν στον Ματθαίο Μονσελά, τον οποίο συνέλαβαν.

Ο Μονσελάς αρχικά ισχυριζόταν ότι έλειπε όλη τη νύχτα στην Πάτρα και ότι είχε πάει κατευθείαν στην εργασία του το πρωί. Οι πολλές αντιφάσεις ωστόσο στις οποίες έπεφτε κατά την ανάκριση τον ανάγκασαν να ομολογήσει ότι εκείνος πυροβόλησε τη Γιόλα Βαγενά. «Ό,τι έκανα το έκανα από οίκτο προς τη Γιόλα» επαναλάμβανε στους αστυνομικούς, ενώ ισχυρίστηκε πως προσπάθησε να μην τη σημαδέψει θανατηφόρα αλλά να της προξενήσει επιπόλαιο τραύμα. «Πίστευα ότι δεν θα πέθαινε και ότι μετά από αυτό θα μετάνιωνε και δεν θα με ξαναενοχλούσε, και ο σύζυγός της, στον οποίο είχε πει ότι θα αυτοκτονούσε, θα την έπαιρνε στα σοβαρά και θα ξανασμίγανε. Θεωρώ βλάκα τον εαυτό μου γιατί ασχολιόμουν με τον άλλο άνθρωπο αντί να κοιτάξω εμένα».

Στη δίκη του η εισαγγελέας εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ εναντίον του συζύγου του θύματος, που θεωρήθηκε υπεύθυνος για τα ψυχικά προβλήματα της Βαγενά. Αναφέρθηκε η αδιαφορία του, όταν η σύζυγός του τού εξέφρασε ότι είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Αναφερόμενη στον κατηγορούμενο, η εισαγγελέας είπε: «Πώς θα την απέτρεπε από την ιδέα του θανάτου, όπως μας είπε εδώ, όταν την οδηγούσε σε μέρη ερημικά και σκοτεινά; Φρονώ ότι υπήρχε κάποιας μορφής επιρροή του θύματος, ζητώ όμως να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο... Αν δεν υπήρχε το χέρι του Ματθαίου Μονσελά, η Γιόλα Βαγενά θα ήταν ζωντανή και θα είχε βρει λύση στο πρόβλημά της...»

Η υπόθεση ωστόσο ήταν πρωτοφανής στα ελληνικά δικαστικά χρονικά. Η δολοφονία κατά παραγγελία από το θύμα ήταν μια πρωτόγνωρη υπόθεση που έφερε σε δύσκολη θέση δικαστές και ενόρκους. Για πολύ κόσμο ο Μονσελάς ήταν ταυτόχρονα θύτης και θύμα. Επιπλέον, όχι μόνο είχε έντιμο πρότερο βίο, αλλά ήταν συγκλονιστικό ότι δεν είχε πληρωθεί για να διαπράξει το έγκλημα.

«Πιστεύω ότι ο Θεός και η Γιόλα με έχουν δικαιώσει» είπε ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας και θεωρούσε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε −12 χρόνια και 9 μήνες− ήταν σωστή. Άσκησε έφεση και κέρδισε τρεις μήνες αφού το δικαστήριο μείωσε την ποινή του σε 12 χρόνια και 6 μήνες. Η κοινή γνώμη και μέρος του τύπου της εποχής χαρακτήρισαν επιεική την ποινή.

Ο Ματθαίος Μονσελάς αποφυλακίστηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1998 με όρους, αφού είχε συμπληρώσει τα 3/5 της ποινής του. Όταν άφηνε πίσω του τις φυλακές Κορυδαλλού, οι δημοσιογράφοι τον περίμεναν, εκείνος όμως κατάφερε να τους αποφύγει − πράγμα που έκανε έκτοτε. Προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να συντηρήσει μια δουλειά και να ορθοποδήσει, όντας πρώην κατάδικος. Το τροχόσπιτο όπου έμενε κάποια στιγμή «έγινε στάχτη από Χρυσαυγίτες», σύμφωνα με ισχυρισμούς του.

Ο Ματθαίος Μονσελάς στον εισαγγελέα με νέα στοιχεία για τη δολοφονία της Γιόλας Βαγενά
Ο Ματθαίος Μονσελάς στον εισαγγελέα με νέα στοιχεία για τη δολοφονία της Γιόλας Βαγενά © EUROKINISSI

Το 2011 ζούσε μαζί με άλλους άστεγους σε σπηλιές στον λόφο του Φιλοπάππου, μέσα σε ένα εξωπραγματικό σκηνικό με πυκνή βλάστηση, παλιά και πεταμένα έπιπλα και πολλά σκυλιά. Ο Μονσελάς εξακολουθούσε να είναι ένας ευγενικός και πράος άνθρωπος προς όποιον τον πλησίαζε. Εκείνη την περίοδο είχε δώσει συνέντευξη στο Euronews, στο πλαίσιο ρεπορτάζ με τίτλο «Άστεγοι στη σκιά της Ακρόπολης».

ΠΡΟΣΦΑΤΑ