- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η ύβρις των δημαγωγών και η ευθύνη των αντιπάλων τους. Το παράδειγμα του Τραμπ
Γιατί η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταγγελία και στην υπεράσπιση των θεσμών
Η ύβρις των δημαγωγών και η ευθύνη των αντιπάλων τους. Το παράδειγμα του Τραμπ - Πώς οι δημαγωγοί αξιοποιούν πραγματικές ανασφάλειες και αδικίες, μετατρέποντάς τες σε πολιτική δύναμη
Οι δημαγωγοί, αριστεροί και δεξιοί, δεν εμφανίζονται στο πολιτικό κενό. Βρίσκουν χώρο εκεί όπου συσσωρεύονται φόβος, ανασφάλεια και δυσπιστία. Εκεί όπου οι πολίτες αισθάνονται ότι η ζωή τους δυσκολεύει, ότι οι κανόνες λειτουργούν επιλεκτικά και ότι εκείνοι που αποφασίζουν δεν γνωρίζουν —ή δεν ενδιαφέρονται να μάθουν— πώς ζουν οι υπόλοιποι. Η δύναμή τους μεγαλώνει όταν η απόσταση ανάμεσα στις επίσημες διαβεβαιώσεις και στην καθημερινή εμπειρία γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε ακόμη και μια απίθανη υπόσχεση αλλαγής να φαίνεται ελκυστικότερη από τη συνέχιση της ίδιας κατάστασης.
Ο φόβος, άλλωστε, δεν αφορά μόνο το εισόδημα. Αφορά και την απώλεια ελέγχου πάνω στη ζωή: την αδυναμία να σχεδιάσεις το επόμενο έτος, να εξασφαλίσεις κατοικία, να μεγαλώσεις παιδιά με κάποια βεβαιότητα, να αναγνωρίσεις τη θέση σου σε μια κοινωνία που αλλάζει. Όταν αυτές οι αγωνίες μένουν χωρίς πειστική πολιτική έκφραση, γίνονται διαθέσιμες σε εκείνους που υπόσχονται να τις μετατρέψουν σε δύναμη εναντίον κάποιου εχθρού.
Πάνω σε αυτό το έδαφος στήνεται το εμπόριο της αγανάκτησης. Σύνθετα προβλήματα αποκτούν βολικούς ενόχους, οι αντιφάσεις εξαφανίζονται πίσω από συνθήματα και η πολιτική μετατρέπεται σε σύγκρουση ανάμεσα σε έναν εξιδανικευμένο «λαό» και στους εχθρούς του. Άλλοτε προβάλλεται η επιστροφή σε ένα ένδοξο εθνικό παρελθόν, άλλοτε η αποκατάσταση μιας προδομένης κοινωνικής δικαιοσύνης. Διαφορετικές ιδεολογικές παραδόσεις μπορούν έτσι να υπηρετήσουν την ίδια δημαγωγική μέθοδο: την υπόσχεση ότι όλα θα διορθωθούν μόλις παραμεριστούν όσοι εμποδίζουν τη σωτηρία.
Αυτό δεν εξισώνει την Αριστερά με τη Δεξιά ούτε ακυρώνει τις ουσιαστικές διαφορές των προγραμμάτων τους. Η διεκδίκηση κοινωνικής ισότητας δεν είναι από μόνη της δημαγωγία, όπως δεν είναι η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Η δημαγωγία αρχίζει όταν οι σκοποί χρησιμοποιούνται για να αποκρύψουν τα μέσα, όταν οι υποσχέσεις απαλλάσσονται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης και όταν η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως ηθική προδοσία.
Η υπόσχεση να «γκρεμιστεί» το κατεστημένο είναι ισχυρή, ιδίως όταν το ίδιο το κατεστημένο δίνει καθημερινά επιχειρήματα εναντίον του. Η ευνοιοκρατία, η ατιμωρησία και η κλειστή αναπαραγωγή της εξουσίας προσφέρουν στον δημαγωγό υλικό που δεν χρειάζεται να επινοήσει. Η αποτελεσματικότητά του βρίσκεται συχνά στην εκμετάλλευση μιας πραγματικής αδικίας: ξεκινά από κάτι υπαρκτό και το μετατρέπει σε εξήγηση για τα πάντα.
Όμως το «γκρέμισμα» δεν αποτελεί σχέδιο διακυβέρνησης. Η καταγγελία δεν χτίζει κατοικίες, δεν αυξάνει από μόνη της τους μισθούς, δεν οργανώνει δημόσιες υπηρεσίες. Για αυτά χρειάζονται πόροι, διοίκηση, προτεραιότητες και αποφάσεις που αναπόφευκτα έχουν κόστος. Όταν έρχεται η ώρα της εφαρμογής, η απόσταση ανάμεσα στην ευκολία της υπόσχεσης και στη δυσκολία της πράξης γίνεται ορατή.
Σε αυτό το σημείο δοκιμάζεται η σχέση του δημαγωγού με την πραγματικότητα και με τη δημοκρατία. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι υπερέβαλε, να διορθώσει τις επιλογές του και να δεχθεί τον έλεγχο. Μπορεί όμως και να επιχειρήσει να διατηρήσει άθικτο το αφήγημά του, αποδίδοντας κάθε αποτυχία σε προδότες, συμφέροντα ή συνωμοσίες. Τότε η κριτική βαφτίζεται υπονόμευση και η λογοδοσία παρουσιάζεται ως απόπειρα ακύρωσης της λαϊκής εντολής.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής ύβρεως. Η αλαζονεία γίνεται ύβρις όταν μετατρέπεται σε αξίωση εξαίρεσης από τους κοινούς κανόνες. Ο ηγέτης παύει να αντιλαμβάνεται την εξουσία ως προσωρινή ευθύνη και αρχίζει να τη θεωρεί προσωπικό του δικαίωμα. Η επιτυχία του γίνεται, στα μάτια του, απόδειξη ότι οι περιορισμοί που δεσμεύουν τους άλλους δεν ισχύουν για τον ίδιο.
Επειδή εκλέχθηκε, θεωρεί ότι δικαιούται να εξουδετερώνει τα αντίβαρα. Επειδή κάποτε εξέφρασε μια κοινωνική πλειοψηφία, υποθέτει ότι εξακολουθεί να την εκφράζει ανεξάρτητα από τις πράξεις του. Επειδή νίκησε τους αντιπάλους του, συμπεραίνει ότι κατέχει και την αλήθεια. Η εκλογική εντολή, όμως, δεν καταργεί τον νόμο, τα δικαιώματα ή την υποχρέωση λογοδοσίας. Ούτε δεσμεύει τους πολίτες να εμπιστεύονται για πάντα εκείνον που επέλεξαν.
Στον δημαγωγό η ύβρις ενισχύεται από την ταύτιση του προσώπου του με τον λαό. Αν μόνο εκείνος εκπροσωπεί την αυθεντική λαϊκή βούληση, τότε όποιος τον αμφισβητεί μπορεί να παρουσιαστεί ως αντίπαλος της κοινωνίας. Ακόμη και οι πολίτες γίνονται αποδεκτοί υπό όρους: όσο επιδοκιμάζουν, εκφράζουν τη λαϊκή σοφία· όταν αποδοκιμάζουν, θεωρούνται παραπλανημένοι, αχάριστοι ή υποκινούμενοι.
Πίσω από τη διακήρυξη αφοσίωσης στον λαό αποκαλύπτεται έτσι μια βαθιά περιφρόνηση προς την αυτονομία του. Ο ηγέτης ζητά από την κοινωνία να επιβεβαιώνει διαρκώς την εικόνα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του. Δεν της αναγνωρίζει εύκολα το δικαίωμα να αλλάξει γνώμη, να αποσύρει την εμπιστοσύνη της ή να κρίνει ότι οι υποσχέσεις του απέτυχαν.
Από εκεί αρχίζει και η τύφλωση της εξουσίας. Όταν η δυσάρεστη πληροφορία αντιμετωπίζεται ως απειλή, οι συνεργάτες μαθαίνουν να την αποκρύπτουν. Όταν η διαφωνία τιμωρείται, η κολακεία γίνεται ασφαλέστερη επιλογή. Οι προειδοποιήσεις λιγοστεύουν, οι αυταπάτες ενισχύονται και οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε ένα περιβάλλον τεχνητής ομοφωνίας. Ο ηγέτης καταλαβαίνει όλο και λιγότερα, ενώ αισθάνεται όλο και περισσότερο βέβαιος.
Αυτή είναι η τραγική διάσταση της ύβρεως: οι ενέργειες με τις οποίες η εξουσία επιχειρεί να προστατευθεί μπορούν να προετοιμάσουν την αποτυχία της. Η φίμωση της κριτικής αφαιρεί τη δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης. Η απομάκρυνση ανεξάρτητων συνεργατών μειώνει την ποιότητα των αποφάσεων. Η απαξίωση των θεσμών καταστρέφει τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν ένα λάθος πριν εξελιχθεί σε κρίση.
Η αλαζονεία αυτή μπορεί να γίνει η αρχή της πτώσης. Όχι όμως αναπόφευκτα ούτε χωρίς κόστος. Δεν υπάρχει αυτόματος νόμος που εγγυάται ότι η κατάχρηση εξουσίας θα τιμωρηθεί εγκαίρως. Οι θεσμοί μπορεί να έχουν ήδη φθαρεί, η δημόσια συζήτηση να έχει δηλητηριαστεί και η κοινωνική εμπιστοσύνη να έχει υποχωρήσει ακόμη περισσότερο. Και το τίμημα συχνά το πληρώνουν πρώτοι εκείνοι στο όνομα των οποίων ασκήθηκε η εξουσία.
Η απομάκρυνση ενός δημαγωγού, επομένως, δεν αποκαθιστά αυτομάτως όσα τραυματίστηκαν κατά την παραμονή του. Κυρίως, δεν θεραπεύει τις συνθήκες που τον ανέδειξαν.
Εδώ αρχίζει η ευθύνη των πολιτικών του αντιπάλων. Είναι βολικό να ερμηνεύουν την άνοδό του αποκλειστικά ως αποτέλεσμα εξαπάτησης, άγνοιας ή θυμού των ψηφοφόρων. Έτσι αποφεύγουν τα δυσκολότερα ερωτήματα: γιατί τόσοι άνθρωποι έπαψαν να τους εμπιστεύονται; Ποιες προειδοποιήσεις αγνόησαν; Ποιες αποτυχίες υπερασπίστηκαν από συνήθεια; Πόσες φορές αντιμετώπισαν μια πραγματική αγωνία ως επικοινωνιακό πρόβλημα;
Η ύβρις μπορεί να εμφανιστεί και εδώ, με διαφορετική μορφή. Η εμπειρία, η τεχνογνωσία και η προσήλωση στους θεσμούς μετατρέπονται σε αλαζονεία όταν χρησιμοποιούνται ως τίτλοι πολιτικού αλάθητου. Όταν μια παράταξη θεωρεί ότι μόνο εκείνη δικαιούται να κυβερνά επειδή μόνο εκείνη «γνωρίζει», δυσκολεύεται να κατανοήσει ακόμη και τα σαφέστερα σημάδια απόρριψής της. Και όταν η κοινωνία δεν πείθεται, αντί να επανεξετάσει τις επιλογές της, καταλήγει να κατηγορεί την κοινωνία.
Δεν είναι κάθε διαμαρτυρία λαϊκισμός ούτε κάθε δυσπιστία απέναντι στην εξουσία απόρριψη της δημοκρατίας. Ο εργαζόμενος που δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ο νέος που αδυνατεί να νοικιάσει σπίτι, ο κάτοικος που νιώθει ανασφάλεια στη γειτονιά του δεν ζητούν υποχρεωτικά έναν σωτήρα. Ζητούν να ληφθεί στα σοβαρά η εμπειρία τους.
Η ακρόαση δεν συνεπάγεται άκριτη αποδοχή κάθε αιτήματος ή κάθε ερμηνείας. Μια ανησυχία μπορεί να είναι πραγματική, ενώ η εξήγηση που της δίνεται να είναι λανθασμένη. Η ευθύνη της πολιτικής είναι να διακρίνει τα δύο: να αναγνωρίζει το πρόβλημα, να ελέγχει τα δεδομένα και να προτείνει λύσεις χωρίς να κολακεύει προκαταλήψεις. Η περιφρόνηση, αντίθετα, παραδίδει τον διάλογο σε εκείνους που είναι πρόθυμοι να επιβεβαιώσουν κάθε φόβο για να κερδίσουν την υποστήριξη που επιδιώκουν.
Οι οικονομικοί δείκτες έχουν σημασία. Όμως μια επιτυχία που δεν μεταφράζεται σε πιο βιώσιμη καθημερινότητα δύσκολα γεννά εμπιστοσύνη. Ο συνολικός πλούτος μιας χώρας δεν εξηγεί από μόνος του πώς κατανέμονται οι ευκαιρίες και τα βάρη. Αντίστοιχα, η επίκληση της θεσμικής ομαλότητας χάνει την πειστικότητά της όταν οι θεσμοί φαίνονται επιεικείς προς τους ισχυρούς και αυστηροί προς τους αδύναμους. Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που να μπορούν να αναγνωρίσουν τη χρησιμότητά της στη ζωή τους.
Γι’ αυτό η απάντηση στη δημαγωγία απαιτεί περισσότερα από μια καλύτερη εκστρατεία εναντίον της. Απαιτεί πολιτικές για την ακρίβεια με μετρήσιμο αποτέλεσμα, εργασία με προοπτική, πρόσβαση στη στέγη και δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν. Απαιτεί να κρίνεται η πολιτική από το αν μειώνει το πρόβλημα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει, όχι από το πόσες φορές εξαγγέλθηκε.
Στη στέγη, για παράδειγμα, η άμεση στήριξη όσων πιέζονται χρειάζεται να συνδέεται με ένα σχέδιο αύξησης των διαθέσιμων κατοικιών. Στην εργασία, η συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνει την αγοραστική δύναμη, τη σταθερότητα και την εφαρμογή των κανόνων. Στην ασφάλεια, την αποτελεσματική προστασία του πολίτη μαζί με τη λογοδοσία των αρχών. Και στη μετανάστευση, διοικητική επάρκεια, σαφείς κανόνες, δίκαιες διαδικασίες και σοβαρή πολιτική ένταξης, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς καλλιέργεια εχθρότητας.
Χρειάζεται επίσης ειλικρίνεια για τα όρια και το κόστος των επιλογών. Οι πολίτες δεν ωφελούνται από ακόμη μία παράταξη που θα υποσχεθεί τα πάντα. Χρειάζονται πολιτικές δυνάμεις που εξηγούν τι μπορούν να κάνουν, με ποιους πόρους, σε ποιον χρόνο και με ποια κριτήρια θα κριθούν. Η παραδοχή ενός λάθους, όταν συνοδεύεται από διόρθωση, μπορεί να αποκαταστήσει περισσότερη αξιοπιστία από την επίμονη υπεράσπισή του.
Το ίδιο ισχύει για τη συμμετοχή. Η πρόσκληση προς τους πολίτες να μιλήσουν έχει νόημα όταν μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση. Αυτό προϋποθέτει πρόσβαση στην πληροφορία, χρόνο για ουσιαστική συζήτηση και δημόσια εξήγηση για τις προτάσεις που έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν. Διαβούλευση αφού όλα έχουν κριθεί, λογοδοσία χωρίς απαντήσεις και διάλογος χωρίς ακρόαση ενισχύουν τον κυνισμό που υποτίθεται ότι καταπολεμούν.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται ένα πειστικό όραμα για το μέλλον. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην προειδοποίηση ότι η εναλλακτική θα είναι χειρότερη. Οφείλει να δίνει λόγους ελπίδας: ότι η προσπάθεια μπορεί να αποδώσει, ότι οι κανόνες μπορούν να γίνουν δικαιότεροι, ότι οι επόμενες γενιές μπορούν να ζήσουν καλύτερα. Ένα τέτοιο όραμα αποκτά περιεχόμενο όταν συνδέεται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και με την προθυμία της εξουσίας να κριθεί για την εφαρμογή τους.
Οι ευθύνες, βεβαίως, δεν ταυτίζονται. Εκείνος που εξαπατά, διχάζει ή υπονομεύει τους θεσμούς φέρει ακέραιη την ευθύνη των πράξεών του. Αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αθωώνει εκείνους που, με την αδράνεια, την αυτάρκεια και την περιφρόνησή τους, του άνοιξαν τον δρόμο. Η εξήγηση της ανόδου ενός δημαγωγού δεν είναι δικαιολόγησή του. Είναι προϋπόθεση για να μην επαναληφθεί.
Η πτώση του μπορεί να προκύψει από τη δική του ύβρη. Για να μη γίνει όμως απλώς το διάλειμμα πριν από την εμφάνιση του επόμενου, χρειάζεται να αλλάξουν και όσοι τον αντιπολιτεύτηκαν. Να ακούσουν χωρίς να απαξιώνουν, να κυβερνήσουν χωρίς να διεκδικούν το αλάθητο και να αναγνωρίσουν ότι η εμπιστοσύνη κερδίζεται διαρκώς.
Διαφορετικά, θα έχουν κερδίσει μια εκλογική αναμέτρηση χωρίς να έχουν αντιμετωπίσει την αιτία της προηγούμενης ήττας τους. Και θα ζητούν ξανά από τους πολίτες να σώσουν μια δημοκρατία της οποίας οι ίδιοι δεν φρόντισαν να κάνουν αισθητή την αξία.