Κοσμος

Νέα Υόρκη, Βερολίνο, Αθήνα: Τρεις δημαρχίες που μπορούν να κάνουν τη διαφορά

Στέγαση, δημόσιος χώρος και πράσινη μετάβαση: τα δύσκολα στοιχήματα της Αυτοδιοίκησης

Ηλίας Ευθυμιόπουλος
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι δυνατότητες και τα όρια της τοπικής διακυβέρνησης. Από τις συμμαχίες στο Βερολίνο και τις παρεμβάσεις στη Νέα Υόρκη, έως τα αδιέξοδα της Αθήνας

Ακόμη και στην κοντινή μας Ευρώπη, ο διαρκής πόλεμος στα σύνορά της, οι συχνές κυβερνητικές ανακατατάξεις, οι εξεγέρσεις και οι εξελίξεις στο οικονομικό μέτωπο, δεν αφήνουν και πολύ συχνά περιθώρια στην ήπια και συναινετική πολιτική. Το τι γίνεται στο Βερολίνο είναι επ’ αυτού χαρακτηριστικό, αλλά σπανίως φτάνει στα δικά μας τα αυτιά και στα αυτιά των media. Και όμως έχουμε σπουδαίες αλλαγές. Με αφορμή την επικείμενη εκλογή της Ελίφ Εράλπ, τουρκικής καταγωγής μετανάστριας στη δημαρχία της πόλης, οι συζητήσεις για τις συμμαχίες πήραν φωτιά και οι διαμάχες επίσης.

Πολλά ακούγονται για το Βερολίνο. Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ατζέντα είναι η στεγαστική κρίση/πολιτική. «Το όραμά μου», λέει η Εράλπ, «είναι ένα προσιτό Βερολίνο όπου όλοι –ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη θρησκεία, τη γλώσσα ή το εισόδημά τους– θα μπορούν να ζήσουν μια καλή ζωή με αξιοπρέπεια».

Υπερασπιζόμενη ένα αμφιλεγόμενο για πολλούς σχέδιο μεταβίβασης στο Δημόσιο χιλιάδων ακινήτων που ανήκουν σε ιδιωτικά funds, κατάφερε να ενώσει τη δυσαρέσκεια των ενοικιαστών και να δώσει στις Περιφερειακές εκλογές στην Αριστερά το εντυπωσιακό 25, 3% των ψήφων. Οι κρατικοποιήσεις είναι σίγουρα μια προσφιλής εξαγγελία προς το εκλογικό της κοινό, αλλά δεν είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για το σοσιαλισμό. Εφόσον όμως καταφέρει να φτάσει στο συνασπισμό, η Ελίφ Εράλπ θα γράψει ιστορία ως η πρώτη δήμαρχος με πολιτική φιλοδοξία να ηγηθεί μιας ευρύτερης συμμαχίας αριστερά του CDU, με κύριες συνιστώσες το SPD, το Die Linke και τους Πράσινους.

Φυσικά αυτό δεν έγινε χωρίς αναταράξεις. Ο ιστορικός ηγέτης των Πρασίνων Γιόσκα Φίσερ παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, συμβούλευσε το κόμμα του να μην συμμετάσχει σε συνασπισμό με την Αριστερά στο Βερολίνο. «Κάτι τέτοιο θα ήταν μεγάλο λάθος», δήλωσε και πρόσθεσε ό, τι «αν η νικήτρια των εκλογών Ελίφ Εράλπ ήταν ειλικρινής, θα έλεγε ότι είναι απίστευτα δύσκολο να καταπολεμηθεί ο αντισημιτισμός στο κόμμα της, καθώς υπάρχουν στην Αριστερά πολλοί αντισημίτες, αλλά και επειδή (η Αριστερά) είναι πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στην επιρροή του Νοϊκέλν (σσ. της περιοχής όπου ζουν οι περισσότεροι μουσουλμάνοι στο Βερολίνο)». Ανάλογη αλλά πιο αυστηρή θέση έλαβε και ο πρωθυπουργός της Βάδης-Βυρτεμβέργης και πρώην αρχηγός των Πρασίνων Τζεμ Έτσντεμιρ: «Όποιος δεν είναι σαφής σε αυτά τα ζητήματα, δεν πρέπει να επιτρέπεται να πλησιάζει την εξουσία στη Γερμανία», τόνισε. Επιπλέον, η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων Καταρίνα Ντρέγκε κάλεσε την ομόλογό της στην Αριστερά Χάιντι Ράιχινεκ, να διαγράψει τον βουλευτή Φεράτ Κοτζάκ, ο οποίος, όπως είπε, «έχει επανειλημμένα προσελκύσει την προσοχή εξαιτίας της εγγύτητάς του με άτομα που χειροκροτούν την τρομοκρατία, αμφισβητούν το κράτος του Ισραήλ και εμπλέκονται σε αντισημιτικά περιστατικά».

Βερολίνο © Florian Wehde / Unsplash

Υπάρχουν βέβαια και οι πιο ψύχραιμοι και πιο ρεαλιστές: «Ως δημοκράτης, ξέρεις ότι πρέπει να κάνεις συμβιβασμούς», δηλώνει ο επικεφαλής του SPD στο Βερολίνο Στέφεν Κραχ, αιτιολογώντας τη στάση του παρά τις πιέσεις που άσκησαν ανοιχτά υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Αφορμή για τις σκληρές εκφράσεις και αντιπαραθέσεις, μάλιστα ενόψει μιας πιθανής κυβερνητικής συνεργασίας, ήταν ο γιος του Ίσα Ρέμο, ονόματι Φιράς, Ο Ίσα Ρέμο είναι ο αρχηγός της διαβόητης εγκληματικής οργάνωσης «Ρέμο» (Remmo-Clan) στη Γερμανία. Πρόκειται για μια οικογενειακή αραβική συμμορία που δραστηριοποιείται κυρίως στο Βερολίνο και συνδέεται με βαριά εγκλήματα, ναρκωτικά και ξέπλυμα.

Το όνομα του Φιράς ήρθε ξανά στην επικαιρότητα (Σεπτέμβριος 2026) επειδή εμφανίστηκε απρόσκλητος στο πάρτι της πρόσφατης εκλογικής νίκης του Die Linke στο Βερολίνο το Σεπτέμβριο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και πολιτική αμηχανία. Για να συμπληρώσουμε την εικόνα, η Αριστερά του Βερολίνου, έχει ήδη και στο παρελθόν κατηγορηθεί για σχέσεις με την τρομοκρατία αντισημιτική στάση και νερωμένες θέσεις για τον Πούτιν, στοιχεία τα οποία αποτελούν «αγκάθια» για τη μελλοντική συνεργασία της με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και τους Πράσινους – μια συμμαχία που γίνεται άλλωστε για πρώτη φορά και δεν ξέρουμε αν θα πετύχει και πόσο θα κρατήσει.

Το SPD με τις πρόσφατες αποφάσεις του, συμφωνεί να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για συνεργασία με τα άλλα δύο κόμματα υπό την Ελίφ Εράλπ (Αριστερά) ως νέα κυβερνήτη και σχεδόν σίγουρη δήμαρχο του Βερολίνου. Οι Πράσινοι πρόκειται επίσης να αποφασίσουν αργότερα, σε επίπεδο ηγεσίας, ενώ η Αριστερά θα ψηφίσει σχετικά στο συνέδριό της, τώρα κοντά. Εάν και τα τρία κόμματα συμφωνήσουν, όπως αναμένεται, οι συνομιλίες για συνασπισμό θα μπορούσαν να αρχίσουν ήδη την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου. Εάν είναι επιτυχείς, η Εράλπ θα γίνει η πρώτη γυναίκα δήμαρχος του Βερολίνου. Η επιτυχία εξαρτάται τόσο από την ανθεκτικότητα του σχήματος συνεργασίας όσο και από τη δυνατότητα επίλυσης ιδεολογικών προβλημάτων που και παλιά είναι και δύσκολα. Για παράδειγμα, ο διάλογος σχετικά με την προσέγγιση της Αριστεράς στα κρούσματα αντισημιτισμού στο εσωτερικό του κόμματος αποδείχθηκε ιδιαίτερα περίπλοκος, αλλά στο τέλος, όπως ήδη συμφωνήθηκε, σε περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης, στο κοινό κείμενο των εταίρων (σχέδιο) έχει συμπεριληφθεί δήλωση δέσμευσης για την προστασία της εβραϊκής ζωής, για το δικαίωμα ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ και για μια λύση δύο κρατών η οποία αποσκοπεί στην εγγύηση τόσο της ασφάλειας του Ισραήλ όσο και της αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων. Για τους παραβάτες θα προβλέπονται μάλιστα αυστηρές κυρώσεις, ακόμη και αποβολή από την κοινοβουλευτική ομάδα. Η Αριστερά σ’ αυτή την περίπτωση κάτι έδωσε (την ανοχή της στο Ισραήλ) και κάτι πήρε (μια έστω και χλωμή αναφορά στη «γενοκτονία»).

Η Εράλπ δεν είναι άγνωστη στην πολιτική. Μέλος του κόμματος Die Linke από το 2017, θέλει να δοκιμάσει τις «εναλλακτικές λύσεις στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές» όπως η ίδια λέει χαρακτηριστικά, και επιδιώκει να αντιμετωπίσει, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, το ανερχόμενο «ρατσιστικό AfD» το οποίο δεν αποκλείεται να δούμε κάποια στιγμή να διεκδικεί και την Καγκελαρία. Η ίδια υπηρετεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βερολίνου από το 2021 και έγινε αναπληρώτρια πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος το 2024. Είχε μια μακρά νομική καριέρα, έχοντας σπουδάσει νομική στο Αμβούργο και εργάστηκε για περισσότερο από μια δεκαετία ως νομική πολιτική σύμβουλος.

Ως κόρη προσφύγων, υποστηρίζει εδώ και καιρό τα δικαιώματα των μεταναστών και πιέζει ώστε το Βερολίνο να γίνει μια «πόλη αλληλεγγύης». Αυτός ο χαρακτηρισμός θα έδινε στη γερμανική πρωτεύουσα μια πιο φιλόξενη στάση απέναντι στους πρόσφυγες, και θα βοηθούσε στη συμμετοχή των μεταναστών στην κοινωνία των πολιτών.

Συμπερασματικά, το μέχρι στιγμής αποτέλεσμα από την πόλη-κράτος του Βερολίνου φαίνεται να ακολουθεί μια πολύ ευρύτερη τάση που παρατηρείται αυτή τη στιγμή στη γερμανική πολιτική: Οι ψηφοφόροι κοιτάζουν πέρα από τα καθιερωμένα κυρίαρχα πολιτικά μορφώματα, με τη δυσαρέσκεια να διοχετεύεται είτε σε ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα, είτε σε ακραία δεξιά κόμματα που αμφισβητούν την ίδια την πολιτική. Μήπως αυτό μας θυμίζει κάτι;

Μαμντάνι, Εράλπ και Δούκας: οι πόλεις ως πεδίο πολιτικών αλλαγών

Από το Βερολίνο στη Νέα Υόρκη: οι υποσχέσεις του Μαμντάνι

Τώρα πάμε για το Βερολίνο, λέει η Εράλπ, υπό το πανευτυχές χαμόγελο του Μαμντάνι

Το τελευταίο διάστημα διαβάζουμε συνεχώς δημοσιεύσεις (αναρτήσεις στη γλώσσα των social media) σχετικά με το πώς ο Μαμντάνι έχει καταφέρει τόσα πολλά πράγματα σε τόσο σύντομο χρόνο. Τι εμπόδισε τους προηγούμενους δημάρχους να κάνουν κι αυτοί το ίδιο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση, ειδικά επειδή βλέπουμε πολλούς ανθρώπους που αποδίδουν εύσημα στους δημάρχους – και γενικότερα στους πολιτικούς – για πράγματα που ξεκίνησαν οι προηγούμενοι.

Με αυτά τα δεδομένα και τις αντίστοιχες επιφυλάξεις, ο Μαμντάνι έχει σίγουρα κάνει πολλά για την πόλη του, τόσα που αρκετοί, και μεταξύ των υποστηρικτών του ακόμη, δυσκολεύονται να το πιστέψουν, θεωρώντας ότι οι εντυπώσεις που διαμορφώνονται στο μυαλό των ανθρώπων, είναι πολλές φορές αποτελέσματα μιας κυβερνητικής (εδώ δημοτικής) προπαγάνδας. «Ο Ζοχράν Μαμντάνι νίκησε γιατί οι θέσεις του είναι καθαρές. Δεν έχουν διαβρωθεί από την επίδραση ολιγαρχικών και κερδοσκοπικών επιλογών», λέει ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας ερωτηθείς για τον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Too good to be true, θα προσθέσουμε!

Central Park, Manhattan, New York © Jermaine Ee / Unsplash

Στη Νέα Υόρκη, το πιο δημοφιλές μέτρο που ξεκίνησε ήδη από τον Απρίλιο 2026 είναι η φροντίδα των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Το σχέδιο προβλέπει ως στόχο τη δωρεάν φροντίδα για 500.000 παιδιά κάτω των 2 ετών μέχρι το 2028. Για φέτος, η κυβερνήτης της Πολιτείας δεσμεύτηκε για 12.000 νέες δωρεάν θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και εξασφάλισε γι’ αυτό 80 εκ. δολάρια. Συνολικά, θα διατεθούν φέτος (2026) 1, 2 δισεκατομμύρια δολάρια για την υποστήριξη της προσχολικής φροντίδας και εκπαίδευσης. Ακούγεται βέβαια παράδοξο για μια πόλη σαν την Νέα Υόρκη να έχει ακόμη προβλήματα σε βασικές κοινωνικές υποδομές, αλλά έτσι είναι η αλήθεια. Αυτό ασφαλώς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη δημογραφική διαφοροποίηση: μέσα σε μια μόνο δεκαετία (2010-20) το ποσοστό συμμετοχής των λευκών στο σύνολο των κατοίκων (10 εκ.) μειώθηκε στο 34%, ενώ οι Ασιάτες για παράδειγμα παρουσίασαν μεγάλη αύξηση (15%). Οι ξένοι, και κυρίως οι μετανάστες, είναι γνωστό πως εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά γεννητικότητας και διαμορφώνουν επίσης ένα διαφορετικό προφίλ αναγκών.

Κατά την κυβερνήτη (Κάθι Χόκουλ) η βελτίωση της φροντίδας των παιδιών, για τα ίδια σημαίνει ότι θα έχουν καλύτερα αποτελέσματα στο σχολείο και στη ζωή, για τις οικογένειες ότι θα αποφορτιστούν σε μεγάλο βαθμό από την καθημερινή υποχρέωση και αποτελεί μια υπόσχεση προς ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων. Να συμπληρώσουμε ακόμη, προς άρσιν παρεξηγήσεων, ότι η κυβερνήτης ανήκει στο Δημοκρατικό Κόμμα, και ότι το 50% των σχολείων είναι δημόσια ενώ τα υπόλοιπα είναι ιδιωτικά. Σε μια παράλληλη κίνηση τα δημόσια σχολεία της Νέας Υόρκης (NYCPS) άρχισαν ήδη να εφαρμόζουν τη νέα αυστηρή πολιτική για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) και τον «χρόνο οθόνης» για τη σχολική χρονιά 2026–2027. Στην πραγματικότητα, η πόλη της Νέας Υόρκης έχει απαγορεύσει τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης από τους μαθητές στα δημόσια σχολεία μέχρι την όγδοη τάξη, συνήθως στην ηλικία των 13 ή 14 ετών. Η απαγόρευση έχει ανακοινωθεί και ισχύει από τον Σεπτέμβριο του 2026.

Η αλλαγή αποτελεί μέρος μιας εκτεταμένης αναθεώρησης της χρήσης της τεχνολογίας στη μεγαλύτερη σχολική περιφέρεια των ΗΠΑ, η οποία περιλαμβάνει περίπου 900.000 μαθητές ετησίως. Σε μια παράλληλη απόφαση οι τάξεις θα κρατούν τους μαθητές μακριά από φορητούς υπολογιστές και tablet μέχρι την τρίτη δημοτικού, ηλικίας εννέα ή δέκα ετών. Η απόφαση δεν πάρθηκε εν αιθρία. Οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς έχουν σε μεγάλο ποσοστό τοποθετηθεί κατά της χρήσης εκπαιδευτικού λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία, λόγω ανησυχιών για βλάβη στην ψυχική υγεία και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών, ιδίως για την εγκατάλειψη της κριτικής σκέψης υπέρ του λογισμικού, ένα φαινόμενο που οι ερευνητές έχουν ονομάσει γνωστική παραίτηση (cognitive surrender). Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης θα επιτρέπεται μόνο στο λύκειο, το οποίο ξεκινά στην ένατη τάξη, στο σχολικό σύστημα των ΗΠΑ. Ακόμη και τότε, θα περιορίζεται μόνο σε συγκεκριμένες χρήσεις, όπως η απλή εκμάθηση της ίδιας της τεχνολογίας.

Αν και για το ζήτημα αυτό, τουλάχιστον στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, υπάρχει μια ευρεία συναίνεση, είναι σχεδόν περιττό να τονίσουμε τις δυσκολίες στην εφαρμογή του. Ήδη, το 2023, το σχολικό σύστημα στις ΗΠΑ απαγόρευσε τη χρήση του ChatGPT από τους μαθητές, αλλά η απαγόρευση ανακλήθηκε σε λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα. Στην Αθήνα πάντως, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ξεκινήσει τουλάχιστον η συζήτηση. Προς το παρόν, τόσο σε επίπεδο Υπουργείου όσο και σε επίπεδο Περιφέρειας, η ΤΝ στα σχολεία θεωρείται μια δράση εξ ορισμού θετική. Αυτά και πολλά άλλα ήταν κάτι που πολλοί άνθρωποι επιθυμούσαν εδώ και πολύ καιρό, και δεν ήταν λίγοι οι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί ως προς το αν θα συναινούσε η κεντρική κυβέρνηση. Το μεγάλο στοίχημα που προέκυψε σχεδόν αυτόματα ήταν αν o Μαμντάνι θα μπορούσε να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζονται για την πόλη αποκλειστικά από πλούσιους που έχουν αποδεδειγμένα αυτήν την οικονομική δυνατότητα. Έτσι ο Δήμος στράφηκε στη φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Με νέο νόμο, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου, θεσπίστηκε ο λεγόμενος φόρος pied-à-terre με φιλοδοξία να καλυφθεί ενδογενώς ένα μεγάλο μέρος του ελλείμματος του προϋπολογισμού της Νέας Υόρκης. Είναι ένα μέτρο που ακούγεται συχνά, αλλά όπως και κάθε φόρος, είναι αντιδημοφιλές και γεννάει αντιδράσεις. Όμως προσοχή στη λεπτομέρεια: Στην προκειμένη περίπτωση ο νόμος αφορά σε επιβάρυνση ακινήτων που δεν αποτελούν την κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη, μέλους της οικογένειας ή ενοικιαστή. Η απογραφή ανέδειξε επ’ αυτού και τις μεγάλες σήμερα ανισότητες: το Μανχάταν και το Μπρούκλιν καλύπτουν από μόνα τους το 90% της ελεγχόμενης αξίας. Το Μπρούκλιν έχει 3.310 σπίτια αξίας άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων, έναντι 3.356 του Μανχάταν, επομένως το μερίδιο της έκθεσης στη φορολόγηση αφορά σχεδόν εξ ολοκλήρου μονοκατοικίες και διώροφα σπίτια, όχι διαμερίσματα, που θεωρητικά κατοικούνται από μικρομεσαίους και χαμηλόμισθους. Η συγκράτηση άλλωστε των εργαζομένων μέσα στην πόλη και όχι στην περιφέρεια αυτής, αποτελεί μέρος του δημοτικού προγράμματος. «Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις στον κόσμο και σίγουρα η πιο διάσημη. Όμως οι άνθρωποι που την αποκαλούν σπίτι τους δεν πρέπει να αφήνονται να κουβαλούν μόνοι τους το βάρος. Ως Κυβερνήτης λέει, η Κάθι Χόκουλ, κατανοώ τη σημασία της σταθεροποίησης των οικονομικών της πόλης χωρίς να διακυβεύονται οι βασικές υπηρεσίες στις οποίες βασίζονται οι Νεοϋορκέζοι. Αν έχετε την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσετε μια δεύτερη κατοικία αξίας 5 εκατομμυρίων δολαρίων που μένει άδεια το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, μπορείτε να συνεισφέρετε, στα κοινά αγαθά (common goods) όπως άλλωστε κάθε άλλος Νεοϋορκέζος».

Αθήνα: Αυτοδιοίκηση, δημόσιος χώρος και στεγαστική κρίση

Τώρα στα καθ’ ημάς. Η ανάδειξη ενός «τρίτου» πόλου» που είχε διαφανεί δια του κινήματος των ανεξάρτητων δημάρχων, μετά την εκλογή Μπουτάρη στη Θεσσαλονίκη, είχε δημιουργήσει προσδοκίες ότι τέτοιου είδους συσπειρώσεις και πρωτοβουλίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να κάνουν στο κοντινό μέλλον τη διαφορά: Τόσο στο επίπεδο των πολιτικών ηθών (διαφθορά, πελατειακό σύστημα) όσο και στο επίπεδο της αναζήτησης ενός νέου ρόλου για την περιφερειακή διοίκηση, καλύπτοντας δηλαδή το έλλειμμα που άφησε ο «Καλλικράτης» και οι άλλες ατελείς και άτολμες αλλά ηχηρές «μεταρρυθμίσεις». Ως γνωστόν η πρωτοβουλία δεν είχε συνέχεια.

Εκείνο όμως που δεν είχαν πλήρως αφομοιώσει οι τότε πρωταγωνιστές, ήταν ότι ανεξάρτητη αυτοδιοίκηση δεν σημαίνει αναγκαστικά μακριά και έξω από τα κόμματα, αλλά ανάληψη των ευθυνών και του ρίσκου που αντιστοιχεί στη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων. (δες και παραπάνω για Μαμντάνι). Ανεξάρτητη αυτοδιοίκηση σημαίνει επί πλέον απεξάρτηση από την κρατική κηδεμονία τόσο σε ό, τι αφορά τις δομές όσο και στα οικονομικά. Η πρόσδεση στο κράτος είναι ευκολία και τεμπελιά. Είναι διαιώνιση της στρατηγικής των μίζερων καταγγελιών και διεκδικήσεων. Είναι το άλλοθι στην απραξία. Το ίδιο ίσχυσε για δεκαετίες και για τον μεγάλο Δήμο της Αθήνας. Δεν λέμε βέβαια κάτι καινούργιο. Το περίεργο είναι ότι όλοι θα συμφωνούσαν σ’ αυτό, χωρίς όμως καμιά διάθεση να απαλλοτριώσουν ούτε μια σπιθαμή από τα κεκτημένα και τα καταχρηστικά δικαιώματα που παρέχει η συνταγματικά κατοχυρωμένη ιδιοκτησία.

Σε ότι αφορά στις «ολοκληρωμένες παρεμβάσεις» του παρελθόντος, όσο μπορώ να θυμηθώ, υπάρχει μόνο το παράδειγμα της “ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων” της Αθήνας το οποίο εκτός του ότι αποσυμφόρησε την περιφέρεια της Ακρόπολης από τα ΙΧ και ΔΧ (τουριστικά), επιχείρησε την επέκταση του ιστορικού περιπάτου με το τμήμα της Ερμού δίπλα στο Κεραμεικό.

Διονυσίου Αεροπαγίτου, Αθήνα © Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi

Δυστυχώς όμως, η σύνδεση με την Ιερά Οδό η οποία και αυτή θα πεζοδρομείτο μέχρι τουλάχιστον την Κωνσταντινουπόλεως, η υποσκαφή της Πειραιώς και η ανάδειξη μέρους του Δημόσιου Σήματος, έμειναν στα χαρτιά. Κολοβό έμεινε επίσης το πρόγραμμα από την άλλη μεριά, για το Παναθηναϊκό Στάδιο, την υπόγεια σήραγγα στη Β. Κωνσταντίνου και την ανάδειξη του ρέματος της Καλιρρόης. Παρά ταύτα το έργο της ενοποίησης θεωρήθηκε σπουδαίο, κυρίως γιατί υλοποιήθηκε -έστω κατά μέρος- σε μια πόλη όπου η επιβεβαίωση του προφανούς κατέληξε να θεωρείται επίτευγμα. Στην ουσία βέβαια, η αλλαγή χρήσης στην Αρεοπαγίτου και την Αποστόλου Παύλου, δεν ήταν ακριβώς πεζοδρόμηση αλλά ανάπλαση, με αύξηση του ζωτικού χώρου του μνημείου και περιορισμό της ρύπανσης. Είναι γνωστό ότι σημαντικό μέρος της φθοράς των μαρμάρων οφειλόταν και οφείλεται στις εκπομπές της τοπικής κυκλοφορίας και στη διάβρωση των μαρμάρων μέσω της οξείδωσης των πρωτογενών ρύπων στη χαμηλή ατμόσφαιρα.

Αντίθετα, οι μικρές πεζοδρομήσεις κάθετων κυρίως δρόμων σε πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Αθήνας (Εξάρχεια, Κυψέλη, Μεταξουργείο και Ψυρρή), δεν μπορούμε να πούμε πως είχαν αντίστοιχα αποτελέσματα. Για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η συμβολή τους στη μείωση του συνολικού κυκλοφοριακού φόρτου στις γειτονικές αρτηρίες ήταν από μηδενική έως αμελητέα. Κι αυτό γιατί οι επιλογές έγιναν μάλλον διαισθητικά, χωρίς δηλαδή κάποια σοβαρή και ολοκληρωμένη μελέτη, χωρίς παρακολούθηση (monitoring) και κυρίως χωρίς αντίστοιχη πριμοδότηση των εναλλακτικών τρόπων μεταφοράς και μετακίνησης. Οι πεζόδρομοι στον πυκνοδομημένο ιστό έχουν νόημα όταν δημιουργούν δίκτυα και μη διακοπτόμενες διαδρομές, όταν συνδέουν διακεκριμένους προορισμούς, όταν διευκολύνουν τη μετακίνηση των ξένων επισκεπτών της πόλης, όταν με μια έννοια «πολεοδομούν».
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την απληστία σε ό, τι αφορά την κατανάλωση του χώρου. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων σε ένα μικρό δρόμο και η απόδοσή του στους πεζούς, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα εισπραχθεί με τον κατάλληλο τρόπο από τους χρήστες: κατά πρώτον από τους κατοίκους και κατά δεύτερον από τους περαστικούς. Αυτό που συνέβη στην πλειονότητα των περιπτώσεων της ad hoc πεζοδρόμησης είναι η κατάληψη του καταστρώματος από ΙΧ και εμπορικά οχήματα τα οποία βρίσκουν πάντοτε τρόπο να παραβιάσουν ακόμη και τις πιο δύσκολες διαμορφώσεις. Στη συνέχεια ήρθε και η επέκταση δραστηριοτήτων που προηγουμένως βρίσκονταν σε καθεστώς περιορισμού: τραπεζοκαθίσματα, μικρές βιοτεχνίες, συνάθροιση στοιχείων παραβατικότητας κτλ. Σε όλες τις περιπτώσεις η αιτία δεν είναι τόσο η στενότητα του αστικού χώρου όσο η έλλειψη συνείδησης και παιδείας σε ό, τι αφορά στη διάκριση δημόσιου-ιδιωτικού. Σε συνθήκες υπανάπτυξης, ο δημόσιος χώρος υποχωρεί υπέρ μιας αυθαίρετης και υποβαθμισμένης ιδιωτικοποίησης ή ιδιοποίησης του χώρου που θα όφειλε να διατηρείται και να προστατεύεται συλλογικά.

Νομίζω ότι ο Χάρης ο Δούκας, θα τα υπέγραφε τα παραπάνω. Σε αντίθεση όμως με τη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο εκλήθη να πολεοδομήσει σε ένα χώρο παγιωμένων αντιλήψεων και πρακτικών. Σε μια πόλη παραδομένη στους εργολάβους, την πολυκατοικία, το τσιμέντο, τις εξαιρέσεις και τα πανω-σηκώματα.
Υπό το δόγμα που εν τω μεταξύ (εννοώ μεταπολεμικά) διαμόρφωσε μια πολιτική τάξη η οποία άλλοτε γιατί βόλευε και άλλοτε γιατί το πίστευε, θεωρούσε την οικοδομή ισοδύναμο της ανάπτυξης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η κατοικία έπαψε προ πολλού να θεωρείται κοινωνικό αγαθό. Έγινε μέσο πλουτισμού και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και πρόσφατες εκθέσεις για τη στεγαστική πολιτική, η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα οικιστικά αποθέματα στην Ευρώπη σε σχέση με τον πληθυσμό της. Με βάση την τελευταία απογραφή, στην Ελλάδα υπάρχουν 4.332.447 νοικοκυριά. Η αναλογία του συνολικού αποθέματος σπιτιών (~6, 5 εκατ.) προς τα ενεργά νοικοκυριά δείχνει ότι θεωρητικά αντιστοιχούν 1, 5 κατοικίες ανά νοικοκυριό. Το παράδοξο λοιπόν στην Ελλάδα – που ισχύει και για την Αθήνα – είναι ότι αν και ο αριθμός των κατοικιών υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό των νοικοκυριών, η χώρα αντιμετωπίζει έντονη στεγαστική κρίση. Αυτό οφείλεται πρώτον στο ότι μόνον τα 2/3 περίπου του συνολικού αποθέματος χρησιμοποιούνται ως κύριες κατοικίες. Δεύτερον και συναφές: περίπου το 1/3 των κατοικιών (κοντά στα 2, 2 εκατομμύρια ακίνητα) δηλώνεται ως κενό. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται εξοχικά σπίτια, εγκαταλελειμμένα κτίρια, κλειστά διαμερίσματα λόγω κληρονομικών/νομικών εκκρεμοτήτων, καθώς και ακίνητα που διατίθενται αποκλειστικά για βραχυχρόνια μίσθωση (τύπου Airbnb). Τρίτον η ανάγκη για στέγη ανά άτομο έχει αυξηθεί, καθώς παρατηρείται κατακερματισμός των νοικοκυριών. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 32% μέσα σε μία δεκαετία, γεγονός που σημαίνει ότι λιγότεροι άνθρωποι συγκατοικούν στο ίδιο σπίτι σε σχέση με το παρελθόν.

Σε ένα πρόσφατο forum (διάλογοι για την Αθήνα) και με βάση μελέτη που εκπονήθηκε από το Δήμο μαζί με το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ), ειπώθηκε από το δήμαρχο ότι στην Αθήνα υπάρχουν περίπου 40.000 κατοικίες χωρίς χρήση, εκ των οποίων περίπου 20.000 παραμένουν τελείως κλειστές και χωρίς ηλεκτροδότηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Δούκας έθεσε το ερώτημα «γιατί οι διαθέσιμες κατοικίες δεν αποδίδονται στην αγορά, παρά τις νομοθετικές πρωτοβουλίες και τα μέτρα επιδότησης ενοικίου που έχουν εφαρμοστεί από διαδοχικές κυβερνήσεις; Δεν θα πρέπει να βρεθούν τρόποι να επαναλειτουργήσουν τα παροπλισμένα σπίτια, όχι μόνο των ιδιωτών, αλλά και του ίδιου του Δημοσίου, που ακόμη δεν έχει κατορθώσει να καταγράψει με ακρίβεια την ίδια του την ακίνητη περιουσία; Έστω και 1000 απ’ αυτές τις κλειδωμένες κατοικίες αν έφταναν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στους έχοντες ανάγκη, λέει ο Δούκας, θα λύναμε ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος και κυρίως εκεί που σήμερα έχουμε τη μεγαλύτερη πίεση» (π.χ. στη φοιτητική στέγη, σημ. δική μου).

Βέβαια, μέσα σε ένα καθεστώς στρεβλώσεων της αγοράς, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να ασκήσει κανείς – και πολλώ μάλλον μια δημοτική αρχή – μια σφαιρική στεγαστική πολιτική. Διότι λόγω του δόγματος που προαναφέρθηκε θα χρειαζόταν μια κοινωνική και οικονομική επανάσταση και αναίρεση αυτού που έχει ήδη συντελεσθεί. Εδώ ισχύει στο 100% το “ότι το μέλλον είναι όμηρος του παρόντος”.

Νομίζω ότι η (σχετικά νέα) δημοτική αρχή έχει πλήρως κατανοήσει το αδιέξοδο των πρόχειρων, ευκαιριακών δημαγωγικών μέτρων (βλ. περιβαλλοντικό bonus και μεγάλος περίπατος). Το οποίο αδιέξοδο δεν αφορά μόνο το δομημένο περιβάλλον της πόλης. Αφορά εξίσου την οπτική ρύπανση, τους κάδους των απορριμμάτων, τα πιάτα της τηλεόρασης, το παρκάρισμα, την κατάληψη των πεζοδρομίων από ακατάλληλες νέες χρήσεις, τις διαφημιστικές πινακίδες, τη σκόνη, το θόρυβο… Αυτά είναι τα δύσκολα. Κατ’ αρχήν διότι πρέπει να πεισθούν οι πολίτες να συμμετέχουν – κάτι που δεν είναι πια μέρος της γενικής μας κουλτούρας – και δεύτερον διότι οι συναρμόδιοι (κράτος, Περιφέρεια, ΚΕΔΕ, Οργανισμοί κοινής ωφέλειας) προτάσσουν έναντι παντός άλλου τον κομματικό πατριωτισμό. Το βλέμμα δεν είναι στραμμένο στην πόλη, αλλά στις επόμενες εκλογές. Όμως ο σημερινός δήμαρχος της Αθήνας έχει τη γνώση και τα προσόντα να καταλάβει ότι το πολιτικό του μέλλον συνδέεται πολύ περισσότερο με την ποιότητα του ζειν, παρά με τις βραχύβιες πολιτικές νίκες, ακόμη και στο γήπεδο του αντιπάλου.

Η πράσινη μετάβαση είναι στην επικαιρότητα. Είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία: και για την πολιτική τάξη και για την Αυτοδιοίκηση. Η μεν πρώτη πρέπει να αξιοποιήσει όλη την παράδοση της Ευρωπαϊκής πρωτοπορίας των προηγούμενων δεκαετιών, που συνέδεσε την κυβερνησιμότητα με τον αστικό πολιτισμό, δημιουργώντας ένα μοναδικό υπόδειγμα, την αντίσταση δηλαδή στον εκβαρβαρισμό και την απώλεια της ταυτότητας των πόλεων. Η Αυτοδιοίκηση από τη μεριά της, οφείλει να αποδείξει με έργα, ότι η σημαία κάτω από την οποία παρατάχθηκε ο κάθε δήμαρχος στις εκλογές, πρέπει να δώσει κάτι παραπάνω από όσα ένα φτηνό διαφημιστικό δισέλιδο πεταμένο στην άκρη του πεζοδρομίου.

Βέβαια έχει δίκιο ο Δούκας όταν λέει, ότι αρκετά έργα «σχεδιάστηκαν» για να υλοποιηθούν κάτω από άλλες συνθήκες και όχι μέσα στις νέες αναγκαιότητες της κλιματικής κρίσης. Παρά ταύτα μπορούν να γίνουν πολλά. Για παράδειγμα η αύξηση του πρασίνου, στην οποία η σημερινή διοίκηση του Δήμου έχει δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, δεν αντανακλά μόνο την κατανόηση και επομένως την υιοθέτηση ενός σχεδόν αυτονόητου στόχου, αλλά και την συναντίληψη των εμπλεκομένων σε ό, τι αφορά τις τεχνικές του σχεδιασμού και την «Οικολογία της Κλίμακας»: ότι τα 100 μικρά πάρκα στις γειτονιές δεν ισοδυναμούν με 100 γήπεδα ποδοσφαίρου. Όχι γιατί τα γήπεδα δεν χρειάζονται, αλλά γιατί οι μικρές οάσεις πρασίνου με την κατάλληλη διαμόρφωση και τα κατάλληλα είδη, κάνουν κάτι πολύ παραπάνω: ανασυνθέτουν και την αισθητική και τη βιοποικιλότητα. Ξαναφέρνουν στην πόλη τη ζωή την οποία εξοστρακίσαμε. Ξαναφέρνουν πάνω στο γιασεμί, την ωραία πεταλούδα και τον ανήσυχο κότσυφα.