Κοσμος

«Άνθρωποι σαν εμένα»: O Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ και η άνοδος των outsiders στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ

Η διαδρομή του Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ που φωτίζει το στοίχημα της ανανέωσης των Δημοκρατικών

Ειρήνη Φρυγανά
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από την επιρροή του Μπαράκ Ομπάμα έως την υποψηφιότητά του για τη Γερουσία, ο Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ θέτει το ερώτημα αν η πολιτική μπορεί να διευρύνει όσα θεωρούμε εφικτά.

Το 2007, αφού ο Αμπντουλραχμάν Μοχάμεντ ελ-Σαγιέντ μίλησε στην τελετή αποφοίτησης του Πανεπιστημίου του Michigan, ο Bill Clinton τον πλησίασε, αναγνώρισε το ταλέντο του στον δημόσιο λόγο και του πρότεινε να σκεφτεί μια πολιτική σταδιοδρομία. Ο ίδιος θυμάται ότι γέλασε. «Άνθρωποι σαν εμένα δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν δημόσιο αξίωμα», λέει σε συνέντευξή του στον David Remnick για το New Yorker. Αυτό που ο Κλίντον είδε εκείνη τη μέρα προσέκρουσε σε κάτι που ο ίδιος θεωρούσε αυτονόητο: άνθρωποι σαν εκείνον μπορούσαν να διακριθούν, να σπουδάσουν, να γίνουν εξαιρετικοί γιατροί. Η πολιτική εξουσία, όμως, παρέμενε μια φιλοδοξία που δεν τους αναλογούσε.

Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ: Ποιος έχει θέση στην πολιτική εξουσία

Μουσουλμάνος, γιος Αιγυπτίων μεταναστών, με ένα όνομα που πολλοί δυσκολεύονταν να προφέρουν. Σήμερα, ο Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ διεκδικεί μια θέση στη Γερουσία των ΗΠΑ.

Ανήκει καθαρά στην προοδευτική πτέρυγα του κόμματος και δηλώνει καπιταλιστής – αν και θεωρεί ότι η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, τα μονοπώλια και η επιρροή μεγάλων εταιρειών και δωρητών έχουν στρεβλώσει τόσο τη λειτουργία της αγοράς όσο και της δημοκρατίας. Η ατζέντα του συνδέει το Medicare for All, την αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών ανισοτήτων και την απομάκρυνση του μεγάλου χρήματος από την πολιτική με μια ευρύτερη ιδέα για ένα κράτος που λειτουργεί περισσότερο υπέρ των πολιτών και λιγότερο υπέρ των ισχυρών συμφερόντων. Προοδευτικός και συγκρουσιακός απέναντι στο status quo, αλλά περισσότερο μεταρρυθμιστής της δομής του παρά αρνητής της.

Κληρονομημένα όρια

Η σχέση του ελ-Σαγιέντ με την πολιτική κληρονομιά των Δημοκρατικών, βέβαια, είναι κάπως αμφίθυμη. Αναγνωρίζει, για παράδειγμα, την αξία προηγούμενων κατακτήσεων και συγχρόνως αναρωτιέται: «Θα μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα;» Παρομοιάζει τη σχέση του με την παράταξη με εκείνη που έχει κανείς με τους γονείς του: ευγνωμοσύνη για όσα κατέστησαν δυνατά και ευθύνη να προχωρήσει παραπέρα. Η επόμενη γενιά πολιτικών φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για το αν μαζί με τα πρόσωπα μπορούν να μετακινηθούν και τα όρια του πολιτικά εφικτού.

Άλλωστε, η πραγματικότητα είναι ότι ένας πολιτικός υποψήφιος (θα έπρεπε να) μπορεί να υπερασπίζεται δικαίως όσα πέτυχε η παράταξή του και ταυτόχρονα να επιλέγει να μην εγκλωβίζεται σε αυτά. Η πολιτική κληρονομιά έχει αξία όσο παραμένει αφετηρία. Όταν, όμως, γίνεται το μέτρο των δυνατοτήτων, αρχίζει να λειτουργεί περιοριστικά.

Αντισυστημική υπεραξία

Η άνοδος των outsiders, ωστόσο, δεν αποτελεί ιδιομορφία της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών. Είναι και σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης προς το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς παραμένει για χρόνια σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η απόσταση από το status quo μετατρέπεται από μειονέκτημα σε προσόν.

Βέβαια, αυτή η απόσταση δεν καθιστά κάποιον εγγενώς καλύτερο, ούτε σημαίνει ότι φέρει εκ φύσεως κάποια ανώτερη πολιτική σοφία και αρετή. Η αμερικανική πολιτική έχει ήδη αρκετή εμπειρία από outsiders που υποσχέθηκαν να ταράξουν και να ανατρέψουν ένα αποτυχημένο σύστημα. Ακόμα και ο Trump οικοδόμησε ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας του ακριβώς πάνω σε αυτή την ταυτότητα. Και η περίπτωση αυτή έχει δείξει, αν μη τι άλλο, ότι η αντισυστημικότητα μπορεί να σημαίνει εντελώς διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την εξουσία.

© DIEU-NALIO CHERY / EPA

Στους Δημοκρατικούς, η τάση αυτή εκδηλώθηκε μέσα από μια διαφορετική διαδρομή. Για ένα διάστημα, ιδίως μετά το 2020, ένα μέρος του προοδευτικού τους λόγου επένδυσε έντονα στην πολιτική της ταυτότητας και στη woke ατζέντα, στην οποία οι αντίπαλοί τους αποδίδουν – συχνά και ισοπεδωτικά – δυσανάλογο μέρος της ευθύνης για τις αποτυχίες της προοδευτικής παράταξης. Η διεύρυνση της εκπροσώπησης υπήρξε πραγματική κατάκτηση. Το πρόβλημα άρχισε όταν η ατζέντα, αντί να διευρύνει το ακροατήριο – που ήταν και ένας από τους βασικούς στόχους –, άρχισε να καθορίζει ποιος μπορούσε να αισθάνεται ότι ανήκει σε αυτό και, μάλιστα, πολλές φορές, μυωπικά.

Νέο κέντρο βάρους

Η πολιτική αξία ενός outsider έγκειται λιγότερο στο αν θα περάσει το «κατώφλι» του συστήματος και περισσότερο στο αν μπορεί να παραμείνει μέσα σε αυτό χωρίς να χάσει την οπτική με την οποία το έβλεπε απ’ έξω — και χωρίς να αποξενωθεί από όλα όσα τον συγκρότησαν. Η πραγματική ανανέωση κρίνεται, τελικά, ακριβώς από τη σχέση που διαμορφώνει κάποιος με την εξουσία όταν αυτή παύει να είναι διεκδίκηση και γίνεται πραγματικότητα. Και ένα πολιτικό σύστημα που θέλει να παραμένει ζωντανό πρέπει πάντα να αφήνει χώρο για αυτή τη δοκιμή.

Γι’ αυτό και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ανανέωσης που επιχειρείται σήμερα στους Δημοκρατικούς είναι η ανάδειξη πολιτικών όπως ο ελ-Σαγιέντ — με πιο προφανές προηγούμενο την περίπτωση Mamdani. Πρόκειται για πρόσωπα με απολύτως σαφή (και, παρεμπιπτόντως, διαφορετική) ιδεολογική τοποθέτηση, που εκπροσωπούν μια θρησκευτική, φυλετική ή κοινωνική μειονότητα χωρίς, όμως, να θέτουν την ιδεολογική ή ταυτοτική σύγκλιση ως προϋπόθεση επικοινωνίας με τον πολίτη, ούτε να ζητούν να τους προσεγγίσει αποκλειστικά μέσα από αυτήν.

Η δοκιμασία που καλούνται να ξεπεράσουν οι Δημοκρατικοί είναι ο συνδυασμός μιας αρκετά τολμηρής πολιτικής πρότασης με έναν πραγματικά ανοιχτό πολιτικό λόγο. Να εκπροσωπούν τη διαφορετικότητα χωρίς να την κάνουν προϋπόθεση και να μιλούν σε κοινωνικές ομάδες που έχουν κουραστεί τόσο από το κατεστημένο όσο και από την απαίτηση να τοποθετούν τον εαυτό τους διαρκώς μέσα σε μια διαμάχη.

Κληροδοτημένες δυνατότητες

Ο ελ-Σαγιέντ αποδίδει στον Μπαράκ Ομπάμα τη διεύρυνση αυτού που ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί για τον εαυτό του. Θυμάται να παρακολουθεί την ομιλία του στο Συνέδριο των Δημοκρατικών και να σκέφτεται ότι δεν γνώριζε πως η πολιτική μπορούσε «να μοιάζει ή να ακούγεται έτσι». Σήμερα, ο Ομπάμα στηρίζει την υποψηφιότητα του ελ-Σαγιέντ για τη Γερουσία.

Το «άνθρωποι σαν εμένα» το 2007 περιέγραφε ένα όριο: ποιοι άνθρωποι μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους στην πολιτική. Ένα όριο που ο ελ-Σαγιέντ είχε ασυνείδητα θέσει στην προσωπική του φιλοδοξία. Τώρα, η ίδια φράση προσδιορίζει την πολιτική του ευθύνη και αποκτά ένα ευρύτερο νόημα: η αξία της διαφορετικότητας δεν βρίσκεται στην ατέρμονη κατάταξη ανθρώπων σε διακριτές κατηγορίες, αλλά στο γεγονός ότι οι διαφορετικές αφετηρίες, εμπειρίες και αναφορές μας μεταβάλλουν το περιεχόμενο και το εύρος όσων είμαστε διατεθειμένοι να διεκδικήσουμε από την πολιτική και από τους εαυτούς μας.

Έτσι κι αλλιώς, η καλή πολιτική οφείλει να κάνει ακριβώς αυτό. Να διευρύνει τα όρια των πραγμάτων που οι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν για το μέλλον τους — και να τους δίνει διαρκώς λόγους να διεκδικούν περισσότερα.